Select Page

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά

Ο κύριος Γιώργος Αποστολάκης στεκόταν μπροστά από τον καθρέφτη κοιτάζοντας το είδωλό του με απορία, σαν να μην αναγνώριζε εκείνον τον γέρο που αντίκριζε. Τα γρανάζια του χρόνου γύριζαν με τόσο γρήγορους ρυθμούς που δεν πρόφταινε να συνειδητοποιήσει τα όσα είχαν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Η γυναίκα του είχε αποχωρήσει από τη ζωή πριν από μια ολόκληρη δεκαετία. Ο πρόσφατος θάνατος του αγαπημένου του φίλου τον στεναχωρούσε με βάναυσο τρόπο. Περιεργαζόταν με νοσταλγία τις παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες της οικογένειάς του και θαύμαζε το κομπολόι από κεχριμπάρι που του είχε χαρίσει ο φίλος του, ο Ανδρέας, στην ονομαστική του γιορτή.

Δεν είχαν ποτέ παραπονεθεί για τη ζωή τους, μια ζωή με σκαμπανεβάσματα και δυσκολίες που λίγο πολύ όλοι αντιμετώπιζαν. Αισθάνονταν ευτυχισμένοι για τις όμορφες στιγμές που πέρασαν, τις ευκαιρίες που άδραξαν και τους προσωπικούς θριάμβους που βίωσαν. Καλλιέργησαν αληθινές φιλίες και γεύτηκαν τις πρόσκαιρες σαρκικές ηδονές, προπάντων όμως γνώρισαν τη δύναμη της αγάπης. Ωστόσο, η απροσδιόριστη λύπη που αισθανόταν πήγαζε από μια ανεκπλήρωτη επιθυμία που είχαν εκφράσει οι δύο φίλοι στο παρελθόν, να κάνουν μαζί ένα ταξίδι στη γενέτειρά τους, στο νησί όπου γεννήθηκαν και πέρασαν τα πρώτα χρόνια της παιδικής τους ηλικίας. Λόγω των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών εκείνες τις δύσκολες εποχές είχαν αναγκαστεί οι οικογένειές τους να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη και να μεταναστεύσουν σε μια χώρα, η οποία θα τους δεχόταν μεν, αλλά θα απαιτούσε ως αντάλλαγμα να εργαστούν σκληρά και πάνω από όλα να υπερβούν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και της εθνικής τους αξιοπρέπειας, ιδίως τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσής τους. Ο δρόμος της ξενιτιάς για τους γονείς των δύο φίλων αναμφίβολα δεν ήταν στρωμένος με ρόδα. Και όμως αγωνίστηκαν, ταλαιπωρήθηκαν, έφτιαξαν τις δικές τους μικροεπιχειρήσεις, σπούδασαν τα παιδιά τους και έγιναν ένα αναπόσπαστο κομμάτι στο πολυπολιτισμικό ψηφιδωτό της κοινωνίας της Νέας Υόρκης.

Ποιο ήταν όμως το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν; Αυτό ρωτούσε επανειλημμένα ο κύριος Γιώργος τον επιστήθιο φίλο του. Υπήρχε ένα αγκάθι που τριβέλιζε το νου και τραυμάτιζε την ψυχική τους ηρεμία. Σε αμέτρητες συζητήσεις τους στο καφενείο της γειτονιάς όπου συνήθιζαν να συχνάζουν, συμφωνούσαν ότι στο βάθος της καρδιάς τους παρέμεναν Έλληνες, κατέληγαν, όμως, στη νηφάλια και πικρή διαπίστωση ότι κατά την πάροδο των χρόνων είχαν απομακρυνθεί κατά πολύ από τον πολιτισμό και τις παραδόσεις της πατρίδας τους και ακόμη περισσότερο από την ίδια τη χώρα και την καθημερινότητά της, μια καθημερινότητα που διαδραματιζόταν τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εκείνους. Όσα βιβλία κι αν διάβαζαν, όσες εφημερίδες κι αν ξεφύλλιζαν, όσα τραγούδια κι αν σιγοτραγουδούσαν, τίποτα δεν μπορούσε να τους σβήσει τον καημό και να να αντικαταστήσει το μέρος που νοσταλγούσαν. Και να που τώρα είχε χάσει και τον τελευταίο δεσμό με το νησί του. Ο Ανδρέας ήταν ο τελευταίος συμπατριώτης με τον οποίο είχε φιλική σχέση. Πόσο θα απομακρυνόταν ακόμη από τις ρίζες του;

Ο κύριος Γιώργος αναπολούσε τις μυρωδιές της φύσης, τον παφλασμό των κυμάτων, την αλμύρα και την απεραντοσύνη της θάλασσας. Είχε την ανάγκη να ανταμώσει τους πρόσχαρους και ομιλητικούς νησιώτες και να νιώσει τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού στο δέρμα του. Τα νεοκλασικά κτίρια, το βυζαντινό κάστρο και το γραφικό λιμάνι της Χώρας έμοιαζαν να παρελαύνουν σε κλάσματα δευτερολέπτων μπροστά από τα μάτια του κάνοντας τον να ξεχάσει προς στιγμήν ότι βρισκόταν σε μια γειτονιά της Νέας Υόρκης και όχι στο πολυαγαπημένο του νησί.

Αγανάκτησε, θύμωσε υπερβολικά με τον εαυτό του που δεν είχε πείσει εγκαίρως τον Ανδρέα να επισκεφτούν την πατρίδα τους. Τώρα, όμως, δεν ωφελούσε σε τίποτα να στεναχωριέται. Αναπάντεχα, του σφηνώθηκε μια ιδέα στο μυαλό που τον ενθουσίασε αλλά και τον τρόμαξε συνάμα. Επανήλθε από τη νωχέλεια και την απάθεια που τον είχε κατατροπώσει. Με αποφασιστικότητα αλλά και με εμφανή νευρικότητα άρπαξε το τηλέφωνο και κάλεσε τον αριθμό της κόρης του. Μετά από λίγες στιγμές που του φάνηκαν μια αιωνιότητα άκουσε τη φωνή της. Ακουγόταν κουρασμένη. Μάλλον είχε μόλις επιστρέψει από τη δουλειά.

«Καλησπέρα Ελπίδα!»

«Καλήσπέρα πατέρα! Συνέβη κάτι, δεν αισθάνεσαι καλά;», τον ρώτησε κάπως αναστατωμένη.

«Θέλω να μου κάνεις μια χάρη.» Ο αυθορμητισμός του έμοιαζε να διαπερνά το ακουστικό του άψυχου αντικειμένου. «Επιθυμώ να ταξιδέψω στην Ελλάδα. Όπως γνωρίζεις δεν χειρίζομαι και τόσο καλά τον υπολογιστή και για αυτό σε παρακαλώ να αναλάβεις εσύ το κλείσιμο του εισιτηρίου.»

Η Ελπίδα έμεινε έκπληκτη, μιας και ο πατέρας της δεν είχε εκφράσει την πρόθεση του να επισκεφτεί την Ελλάδα μετά τον θάνατο της μητέρας της. Ήταν ήδη σε μεγάλη ηλικία, αλλά η υγεία του βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Δεν σκόπευε να εγκαταλείψει οριστικά τη Νέα Υόρκη, αφού είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκεί και είχε ριζώσει για τα καλά. Προπάντων, όμως, της είχε μεγάλη αδυναμία και ήθελε να βρίσκεται πάντοτε κοντά της. Εκείνη ήταν ανέκαθεν πρόθυμη να τον βοηθήσει. Προσπάθησε να καταπιέσει την έκπληξη της. Διστακτικά τον ρώτησε:

«Πότε θέλεις να πετάξεις;»

«Το συντομότερο δυνατό. Και αύριο αν γίνεται.», απάντησε εκείνος με ευδιάκριτη ευθυμία.

«Αύριο;», αναφώνησε σαστισμένη. «Πόσο καιρό θέλεις να μείνεις;»

«Όσο καιρό χρειαστεί. Ένα, δύο μήνες ή και παραπάνω. Αλλά μην πανικοβάλλεσαι, θα ξαναεπιστρέψω», αποκρίθηκε θέλοντας να την πειράξει. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που η Ελπίδα είχε ακούσει τον πατέρα της τόσο χαρούμενο. Ένιωθε ότι τα εννοούσε αυτά που έλεγε, δεν ήταν απλά ένας επιπόλαιος ενθουσιασμός της στιγμής. Της είχε φτιάξει μάλιστα τη διάθεση.

«Σύμφωνοι. Θα τα τακτοποιήσω όλα. Αλλά μόνο αν μου υποσχεθείς ότι θα μου τηλεφωνείς επί καθημερινής βάσεως από την Ελλάδα για να είμαι σίγουρη ότι είσαι καλά.»

«Βεβαίως. Αν και μπορώ να σου πω από τώρα ότι θα είμαι πολύ καλά.» Αφότου την αποχαιρέτησε στοργικά, έκλεισε το τηλέφωνο. Χάθηκε στις σκέψεις του. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Έστρεψε το βλέμμα του στον τοίχο δίπλα από τον καθρέφτη. Κοιτάζοντας το κομπολόι του φίλου του και τη φωτογραφία της πολυαγαπημένης του γυναίκας, μονολόγησε: «Ήρθε ο καιρός να εκπληρωθεί αυτή η τελευταία επιθυμία. Είμαι σίγουρος ότι και εσείς θα είστε διαρκώς κοντά μου, μέσα στην καρδιά μου.»

_

γράφει ο Χρίστιαν – Ιωάννης Παπαγεωργίου

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος