Ο αέρας σκορπά ξένη χρυσόσκονη στο παραθύρι μου τα βράδια. Κάθε που ανοίγω τα παραθυρόφυλλα ένας διάολος ήλιος, ψεύτης με προκαλεί. «Απόψε θα σκοτώσουμε τούτο το θεριό», είπα και έπιασα το όπλο από το συρτάρι. Στις ειδήσεις παίζει μια ίδια ιστορία που έχει και εμένα μέσα. Με βλέπω στο γυαλί σπουδαίο και φτιάχνω με τα δάχτυλα την χωρίστρα. Από την μια μεριά ένας ωκεανός από λόγια υπερφίαλα και από την άλλη τρίχες ατίθασες και λιγοστές τολμούν να δηλώνουν αυτόνομες. Αφήνω τελευταίο τσιγάρο στο τασάκι πάνω στο πρεβάζι, τροφή για τα χαζοπούλια και σβήνω την καύτρα με το χέρι γλείφοντας πρώτα τα δάχτυλα. Συνήθεια αντιγραμμένη από κάποιον που δήλωνε δικός μου μα τον έχασα στο πρώτο σκαλί αυτής της ατέλειωτης γυριστής σκάλας που πουθενά δεν βλέπω να βγάζει. «Εσύ μικρέ θα τρέχεις τόσο που να μην φτάνεις»  μου είπε με χαιρέκακο γέλιο μια ξένη που αγκάλιασε την παλάμη μου μήπως και της πετάξω τίποτα δίφραγκα. «Με ξένα χέρια δεν φτιάχνεται το μέλλον», της απάντησε μια φωνή από πίσω μου σαν με είδε να κοιτάζω τα πόδια μου. Γύρισα να δω ποιος είχε το θάρρος και με είδα για λίγο αντίγραφο από το μέλλον, μεγάλο, ωραίο και δυνατό. Φευγαλέα είπα πως κάπως έτσι θα είμαι ο δικός μου ο ήρωας. Πόση απάτη... Χώρεσα βαθιά στην τσέπη το όπλο και σκέφτηκα την τελευταία στιγμή που θα ψυχορραγεί μπροστά μου όλη η κακία του κόσμου. Κι εγώ μια χούφτα ήλιο κλεμμένο θα πετώ σαν πρωινή χρυσόσκονη πάνω μου, μέχρι να κλείσω τα μάτια…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!