Select Page

Ψείρες στο μετρό

Ψείρες στο μετρό

Τα γυφτάκια αποφάσισαν να σπάσουν πλάκα με τους σοβαροφανείς, παγωμένους επιβάτες του Μετρό. Τους σπάγαν τα νεύρα έτσι ακίνητοι όπως κάθονταν, προσπαθώντας να βρουν ένα σημείο να κοιτάνε που να μην συναντούν το βλέμμα του άλλου. Σύντομα είχαν ένα σχέδιο έτοιμο, έχρισαν αρχηγό τους τον Αργυράκο, που όλοι τον φώναζαν Αγυρτάκο και ξεκίνησαν τις ετοιμασίες.

Κομβικό ρόλο στο σχέδιο έπαιζε η Ραλλού η Ψειραλού, ένα κοριτσάκι τρεισήμισι ετών, της οποίας το καστανόξανθο βρωμερό κεφαλάκι με τα τραχιά, πεταχτά μαλλιά παρουσίαζε την εξής μαγική ιδιότητα: Οι ψείρες που ζούσαν εκεί μεγάλωναν ταχύτατα και γεννούσαν αμέσως, σα να τους είχες ρίξει λίπασμα. Μάταια η κυρα - Ασπασία, η μάνα της, την κυνηγούσε να την πλύνει, εκείνη το ‘νιωθε και εξαφανιζόταν, κι όταν κατόρθωνε να την πιάσει και να τη λούσει, η ψιλή χτένα μπλεκόταν κι έσπαζε στο γερό μαλλί της και στις ατίθασες ψείρες. Μα και πάλι σύντομα το κεφαλάκι της Ραλλού τραβούσε τις ψείρες σα μαγνήτης και μόλις αυτές θρέφονταν με τα ευεργετικά συστατικά που πρόσφερε το κεφάλι της γίνονταν βιονικές.

Τον Αγυρτάκο τον είχαν μόλις ξυρίσει γουλί κι έτσι δεν θα μπορούσε να παίξει άλλο ρόλο, πέρα απ’ αυτόν του οργανωτή. Πέντε μόνο γυφτάκια είχαν αρκετά πυκνά και φουντωτά μαλλιά – αυτά θα ήταν η αιχμή του δόρατος στην επιχείρηση. Έβαλαν τη Ραλλού στη μέση και ένωσαν μαζί της τα κεφάλια τους γελώντας προκαταβολικά. Έπειτα ξεκίνησαν για τον σταθμό του Μετρό.

Κάθισαν ήσυχα όλοι μαζί οι πέντε προσπαθώντας να μην ξύνονται  στην άκρη ενός βαγονιού και περίμεναν να φτάσουν στη στάση Πανεπιστήμιο που μάζευε τον καλό κόσμο. Εκεί απλώθηκαν, τάχα αδιάφοροι, δίπλα στους επιβάτες. Μπορούσες να δεις τις σούπερ-ψείρες να πηδάνε απ’ τα κεφάλια τους μέχρι και ένα μέτρο ψηλά και να προσγειώνονται πότε στα άσπρα σφιχτοπιασμένα σε κότσο μαλλιά μιας καθιστής γριούλας, πότε σ’ έναν μαλλιά φοιτητή, πότε σε μια περιποιημένη δόκιμη δικηγόρο, σε κάποιον γκριζομάλλη μηχανικό με τον χαρτοφύλακα στο χέρι και το φαρδύ μπουφάν του, σε δυο βαμμένες ξανθές νοικοκυρές που ετοιμάζονταν να πάνε για καφέ στην Ομόνοια, σε όλους. Εκτός βέβαια από δυο - τρεις ξυρισμένους γουλί, εύσωμους κυρίους με σοβαρές άγριες φάτσες ντυμένους στα μαύρα.

Μόλις τέλειωσαν τη δουλειά τους τα γυφτάκια πήγαν στο πίσω μέρος του βαγονιού και περίμεναν.

Σιγά-σιγά έβλεπες κάποιους διακριτικά να αρχίζουν να ξύνονται. Σε δευτερόλεπτα οι βιονικές ψείρες, τρώγαν, αγκαλιάζονταν και γεννούσαν. Μεγάλωναν, τρώγαν, αγκαλιάζονταν και γεννούσαν και γίνονταν περισσότερες.

Τα τρομερά γυφτάκια μαζεμένα δίπλα στον αρχηγό τους προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους καθώς έβλεπαν πια τους επιβάτες να χάνουν την αυτοσυγκράτησή τους, να κοιτούν πότε με θυμό και πότε με ντροπή τους διπλανούς τους που ξύνονταν κι αυτοί. Κι έπειτα νικημένοι από την τρομερή φαγούρα, έχοντας ξεπεράσει τις αναστολές τους άρχισαν όλοι με τα δυο τους χέρια να ξύνονται: η αξιοπρεπής γριούλα, ο μαλλιάς φοιτητής, η περιποιημένη δόκιμη δικηγόρος, ο πολυάσχολος γκριζομάλλης μηχανικός με το φαρδύ μπουφάν, οι δυο βαμμένες ξανθές νοικοκυρές, - όλοι με τα δυο τους χέρια ξύνονταν. Όλοι εκτός από τους δυο - τρεις ξυρισμένους γουλί, εύσωμους κυρίους με τις σοβαρές άγριες φάτσες  και άλλους λίγους φυσικούς φαλακρούς.   

Τα γυφτάκια, μη μπορώντας να αντέξουν άλλο, σκάγαν στα γέλια κρατώντας τις κοιλιές τους. Το γέλιο των μικρών αυτών κατεργαρέων ήταν τόσο πηγαίο, τόσο ζωντανό, που μεταδόθηκε αμέσως στους αναστατωμένους επιβάτες – ξύνονταν και γελούσαν όλοι εκτός εαυτού – όλοι, και οι φυσικοί φαλακροί, εκτός από τους δυο-τρεις, ξυρισμένους γουλί, εύσωμους κυρίους, τους ντυμένους στα μαύρα, που εξακολουθούσαν να κοιτούν μπροστά τους σοβαροί, αγριεμένοι, έτοιμοι να ρίξουν μπουνιές, γιατί νόμιζαν ότι οι άλλοι γελούσαν μαζί τους…

_

γράφει ο Πάνος Παπαμιχάλης

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!