«Ταξί, ταξί, ελεύθερος; Δόξα σοι ο Θεός που σε βρήκα αμέσως. Έλα και άρχισε η βροχή. Τι το ‘θελα να βγω απόψε;»

«Μμμ…»

«Παλικάρι μου, Βοτανικό πάμε. Η Πετρούπολη πού είναι, μου λες;»

«Στην Πετρούπολη…»

«Μάλιστα, κατάλαβα. Μόνο για κουβέντα δεν είσαι, κύριος. Και δεν μου λες, μπορώ να κλείσω το παράθυρο; Όχι να με ψοφήσεις και στο κρύο ε;

Μα και που το έκλεισα, τι κατάλαβα; Άνοιξες το δικό σου διάπλατα και ο αέρας κατ’ ευθείαν στο αυτί μου, Κλείστο, λίγο έστω Χριστιανέ μου, επίτηδες το κάνεις;»

«Άκου κυρά μου… Δε μιλώ δεν μιλώ, αλλά το τραβάει η όρεξή σου να τις ακούσεις. Δε μου λες, είμαι υποχρεωμένος να μυρίζω τα χνώτα των πελατών μου;»

"Αφού  σε πειράζουνε τα χνώτα των πελατών, ας έβαζες μια πινακίδα εδώ μπροστά στο παρ μπρίζ ή σε άλλο εμφανές σημείο  και να λες με ωραία ευανάγνωστα γράμματα: Καλούνται οι σεβαστοί επιβάτες που επιθυμούν παράθυρα κλειστά να φορέσουν μία αχρησιμοποίητη μάσκα που θα βρουν στο ντουλαπάκι δεξιά…".  Το πρόβλημά σου έτσι θα λυθεί αν και έχω βάσιμη υποψία ότι χρίζει ψυχιατρικής αντιμετώπισης η παραξενιά σου".

«Βρε για δες εξυπνάδες που μας λέει, γριά γυναίκα!!!»

«Δηλαδή κατά τη γνώμη σου, οι εξυπνάδες πρέπει να λέγονται από αγενείς νεαρούς σαν ελόγου σου; Εγώ δε λέω εξυπνάδες, προσπαθώ εδώ και μία αιωνιότητα, όπως φοβάμαι θα κρατήσει τούτη η κατά τα άλλα σύντομη κούρσα, να δω πού το πας. ‘Όλα τα έχω στη ζωή μου δει, αλλά αποστειρωμένο από ανάσες ταξί, πρώτη μου φορά το βλέπω. Και καλά να κάνει ζέστη, να πω ότι σε χτύπησε κατακούτελα, μα τώρα εκτός από την καταρρακτώδη βροχή είναι και το ψοφόκρυο. Παρεμπιπτόντως εγώ που ανασαίνω τη δική σου ανάσα γιατί δεν διαμαρτύρομαι, γιατί δεν ομιλώ;»

«ΤΙ δεν κάνεις; Δεν ομιλείς; Χα χα χαααα. Εσύ μανδάμ ούτε γλιστρίδα να είχες φάει. Τόσην ώρα το σκασμό δεν έχεις βγάλει, με αποτέλεσμα να παίρνω over dose από τις ανάσες σου”.

Ευτυχώς που φτάσαμε, άντε και κατέβα».

«Κάλιο το’ χα να είχα έρθει με τα πόδια μέχρι εδώ και την ψύξη από τα παράθυρά σου θα είχα αποφύγει και την αγένειά σου δε θα είχα υποστεί. Επαγγελματίας ταξιτζής είσαι εσύ αγόρι μου ή τρόφιμος που το έχει σκάσει από ψυχιατρείο; Συνήθως οι σχέσεις μου με ανθρώπους του σιναφιού σου είναι άριστες. Εργαζόμενα παιδιά και σκληρά μάλιστα είναι. Και όταν με πηγαίνουν στον προορισμό μου πάντα έχω να τους πω ένα ευχαριστώ και μια καλή και ζεστή ευχή για τη συνέχεια της βάρδιάς τους. Σε σένα όμως θα πω ’"στα τσακίδια" έτσι που με σύγχυσες απόψε».

Το ταξί δεν πρόλαβε να φθάσει μέχρι το άλλο τετράγωνο και ένας θόρυβος από σπασμένα γυαλιά και φρενάρισμα ακούστηκε…

Εμ, όταν κάποιος οδηγεί, το μυαλό του να το έχει στο οδόστρωμα και όχι στα πεζοδρόμια. Αυτά είναι για τους πεζούς. Ποιος του φταίει αν το βλέμμα του το τράβηξαν οι όμορφες νεαρές με τις πολύχρωμες ομπρέλες; Στραβομάρα. Αυτές τις είδε. Ολόκληρα δέντρα δεν τα είδε;

Ή μήπως κι έπιασε η ευχή μου;

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!