Άσπροι κύκνοι, μαύροι κύκνοι (ή Περί ασπρόμαυρου σινεμά)

24.04.2020

γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη

Στη φύση, όλα τα φιόρα1 κάποτε στεγνώνουν και μαραίνονται. Το ίδιο συμβαίνει και στον παγκόσμιο χάρτη, με τους διάφορους πολιτισμούς. Μοιάζουν οι χώρες με ψηλοκρεμαστά στεντόρεια φαναράκια, που μέσα τούς γλυκανασαίνει2 φλεγόμενος ήσυχα κάθε πολιτισμός. Κι όπως κάθε φαναράκι έχει χρέος να περιφρουρεί τη φλόγα του, έτσι και κάθε χώρα οφείλει να περιφρουρεί τον πολιτισμό της σαν κάτι άγιο, σπουδαίο, μοναδικό. Για το χατήρι του να στέκει στην αγρύπνια, να το παραφυλά -μή και το λάδι τού σωθεί, μή κι η ομορφιά του λιώσει. Κι όμως. Τα φαναράκια των κρατών πήρανε να σβήνουν. Σιγά-σιγά, ένα προς ένα. Η σπίθα τους ανόστησε κι αρρώστησε. Και της χώρας μας το σιδερένιο, το λιγνό, το φτωχοκολλημένο φαναράκι; Τι γίνηκε με δαύτο; Έσβησε; Θα σβήσει; Και τότε, τι; Και τότε, πού; Και τότε, ποιός; Και τότε, πώς; Ερωτήματα που δύσκολα βρίσκουν απάντηση. Αξίζει όμως να θυμάται κανείς πως, όπως στη φύση κάθε λουλούδι -πριν πεθάνει- αφήνει πίσω τον σπόρο του, έτσι και στις διάφορες χώρες ο κάθε πολιτισμός πριν σβήσει αφήνει πίσω την παρακαταθήκη του. 

Για ‘μάς, λοιπόν, ένα σημαντικό κομμάτι εκείνης της παρακαταθήκης είναι το ασπρόμαυρο εκράν: ο παλιός καλός κινηματογράφος. Που γεννήθηκε στα ταπεινά μας χώματα πριν καμιά εβδομηνταριά χρόνια, με σκοπό να γλυκάνει το μόχθο, τούς καημούς και τα σεκλέτια μας. Αλλά -για να γελάσουμε και λίγο: «Νισάφι βρε παιδί μου!» θα πούνε μερικοί. «Αυτό το γκρι, στα πλάνα τόσων ταινιών. Πολύ κουραστικό. Ξεπερασμένο και μουντό». Εμένα πάλι, όταν τ’ ακούω αυτά, με πιάνουνε τα γέλια. Γιατί μού ‘ρχεται στο μυαλό εικόνα ο πρώτος -στην ιστορία του κινηματογράφου- Έλληνας σκηνοθέτης, να κάθεται όρτσα στο γραφείο του, πρωί-πρωί με μια αχνιστή κούπα γάλα, χαζεύοντας φιλμάκια και μουντζουρώνοντας σεναριόχαρτα3 μ’ ένα ψιλό πενάκι -από κείνα τα κοτοπουλίσια, που θέλουν κάθε τρεις και λίγο τσαλαβούτημα στο μελάνι. Κάποια ώρα, περνάει από δίπλα ένας κομπάρσος φορτωμένος κάτι δοκάρια για τα σκηνικά: τόν σκουντάει, χύνεται το γάλα, γυρνάει τούμπα και το μελανοδοχείο, και γίνοντ’ όλα – γραφείο, πάτωμα, χαρτιά, φιλμάκια, ιστορίες –η χαρά του γκρι. Στραβομάρα! Μα, δε βλέπει μπροστά του αυτό το παιδί; Κι είναι κι ανιψιός της κουμπάρας του, δε θέλει να τόν αποπάρει. 

-Άχου, καταστράφηκα! Άσ’ τα δοκάρια, και τράβα φέρε κάτι να πάρουμε τα πολλά-πολλά! 

-Χίλια συγνώμη, κύριε Σκηνοθετίδη μου! Δεν το ‘θελα..

-Αχ, τα φιλμάκια μου! Άχου, εδώ δες! 

-Βραχήκανε κι αυτά;

Βάγγο;; Σ’ έχουνε πάρει ποτέ στο κυνήγι με μελανοδοχείο

-Δεν έτυχε. 

-Φεύγα τότε, γιατί σήμερα θα τύχει! Στάσου πού πάς. Τι να σε κάνω -που σού ‘χω κι αδυναμία. Χαρτί κι άλλο φέρε. Εφημερίδες, ό,τι βρεις. Εκεί, στο πάνω ντουλάπι έχει. Α, μπράβο. Φχαριστώ, παιδί μου. Σιγάά.. μην πατάς πάνω στα μελάνια και μού κάνεις το πάτωμα σκακιέρα! Σκουπίσου κι εσύ. Και τα μανίκια έβρεξες; Λοιπόν, στο βεστιάριο -μέσα στα κορίτσια, κάτι θα βρεις. Έχουνε πουκάμισα μπόλικα. Αλλά, βρε λουκουμά… 

-…εμένα λέτε έτσι;

-Εσένα, ναι. Στο κόλλησε η Φιλιώ, προχθές που έριξες πάλι στη γιορτή το δίσκο με τα γλυκά.

-Ωραίο είναι..

-Καμαρώνει κιόλας! Ξέρεις βρε, πόσους μήνες μάς πήρε να γυρίσουμε αυτές τις ταινίες;

-Ε. Να τις ξαναγυρίσετε. Εταιρεία παραγωγής είστε. 

-Φχαριστώ για την πληροφόρηση. Αγόρι μου, οι ηθοποιοί έχουνε πληρωθεί κι είναι κλεισμένοι αλλού απ’ το καλοκαίρι. Έχουμε βγάλει και ρεκλάμες, αφίσες, δελτία τύπου. Με κοιτάει! 

-Ε, τι να κάνω κύριε Σκηνοθ..

-…να μού βρεις μια λύση, βρε! Αυτό να κάνεις. Να κάτσεις εδώ να σκεφτούμε μαζί. Όσο να ‘ναι, νεότερος είσαι -κάτι πιο φρέσκο θα σκαμπάζει η κούτρα σου.

-Τώρα, τα πιάσατε τα λεφτά σας.

-Έτσι, ε; Ωχ φουρτούνες. 

-Κύριε Σκηνοθετίδη μου. Μη στεναχωριέστε. Να σας δω; Το γιακαδάκι ισιώστε λίγο. Και το γαρουφαλλάκι στο πέτο. Εντάξει τώρα. Που λέτε, κάποια λύσις θα υπάρχει -δε μπορεί. Και πρώτα-πρώτα, τα φιλμ. Μπορεί να γλίτωσε κανένα.

-Δίκιο έχεις, στάσου να δω. Φερ’ την πετσέτα, πού τήν πας; Χμ, το ένα σώθηκε. Τ’ άλλο όμως…

-Μα, είν’ αδιάβροχα -δεν είναι; Και το γάλα δε βάφει.

-Βάφει όμως το μελάνι, Βάγγο παιδί μου. Κάτσε να τα δω και στο φως.. Πού είν’ ο προτζέκτορας; Βάλ’ τον στην πρίζα, σε παρακαλώ. Στη γωνία. Εκεί μπράβο. Πάτα και το διακόπτη, να χαρείς. Πώπω, ζημιάά! Εδώ κοίτα… Πάνε και τα τοπία, πάνε κι όλα.. Μέχρι κι οι ζαφειρίσιες ματάρες της Καρέζη φαίνονται πεζές. Και της Βουγιουκλάκη το παραμυθένιο μαλλί, εδώ δες.. δες πώς άσπρισε! Κι ο Μπάρκουλης, ο Παπαμιχαήλ, ο Αλεξανδράκης… σαν πιγκουίνοι στα κοστούμια τους. Αχ, θα μάς κάνουν μήνυση και θα ΄χουνε και δίκιο, τα παιδιά! Θα φάμε ξύλο, Βάγγο -στο λέω! 

-Γιατί δεν τήν προβάλετε έτσι, γκρι;

-Ποια; Την ταινία; Πώς γκρι, δηλαδή; 

-Όπως είναι.

-Και πώς θα τούς παρουσιάσω -κοτζαμάν φίρμες- μεθαύριο στο κοινό, σάματι πώς τούς τσιμέντωσε τούς ανθρώπους μπετονιέρα; Τι θα πω στον κόσμο, που θα ‘ρθει να τούς δει; 

-Μπορεί να τούς αρέσει. Το αποκλείετε;

Μωρέ, λες; Έξυσε το κεφάλι του. Σαν να ‘χε δίκιο, ο μικρός. Θα τήν πρόβαλαν έτσι, δοκιμαστικά για αρχή, σε μια-δύο αίθουσες. Κι ύστερα βλέπανε. Τι ύστερα. Δεν είχε ύστερα. Με το ανοίξαμε και σάς περιμένουμε, γίνηκε το πατείς με-πατώ σε. Θρίαμβος! Καλέ, αυτή δεν ήτανε ταινία -ήταν αριστούργημα! Πολύ προχωρημένη η άποψη του Σκηνοθετίδη περί του απόλυτου γκρι, λέγανε και ξαναλέγαν όλοι, και το ταμείο δεν πρόφταινε να κόβει εισιτήρια- μέχρι κι όρθιους έχωναν μέσα στη ζούλα, με τα μισά λεφτά. Έπιασε τότε ο Σκηνοθετίδης τον Βάγγο, τόν διπλοτριπλοσυγχάρηκε, τόν έκανε βοηθό σκηνοθέτη, και γύρισαν μαζί και δεύτερη ταινία γκρι. Και τρίτη. Και τέταρτη. Κι άλλες πολλές ακόμα, έτσι που στο τέλος ζήλεψαν κι οι υπόλοιπες εταιρείες παραγωγής και θέλαν κι αυτές να βγάλουνε έργα τέτοιας ποιότητας. Γιατί -κακά τα ψέματα: το γκρι εξαγνίζει το λευκό κι αναδεικνύει την πρωτοκλασάτη φινέτσα του μαύρου. Χώρια δηλαδή που κάνει τους ηθοποιούς να μοιάζουν.. πώς να το πω. Να μοιάζουν κύκνοι

Μάλιστα. Κύκνοι. Που ξεκινάνε για τη λίμνη της υποκριτικής με την αμφιβολία του ασχημόπαπου. Κάνουν για ηθοποιοί; Δεν κάνουν; Και τάπα-ταπ! παραπατώντας, πλησιάζουν κάποια ώρα στα ρηχά. Να βουτήξουν; Άντε και βούτηξαν. Κανένα δίλεπτο ρολάκι, καμιά ατάκα της στιγμής. Μετά από λίγο- καλά είναι εδώ στην ακρούλα, αλλά για φαντάσου λέει να πήγαιναν και λίγο πιο βαθιά! Και δεν πάνε; Μονόλογοι. Ψαγμένοι σεναριογράφοι και συγγραφείς. Α, εδώ το πράμα σοβαρεύει. Αυλαία και πάμε. Κλακέτα και πάμε. Κούραση, πρόβες ξανά και ξανά, μουσικές και φώτα, κινησιολογία που απαιτεί -εσύ μπαίνεις τώρα, ο άλλος ύστερα, πιο πάνω ο τόνος της φωνής, μπες λίγο πιο μέσα στην κατάσταση, ζήσε τον ήρωα. Και, μέρα τη μέρα, το κολύμπι στη λίμνη τούς αλλάζει, χωρίς να το καταλαβαίνουν4. Ώσπου μια ωραία μεσημβρία, σκύβει ένας τους μες στη λίμνη να τσιμπήσει καμιά αθερινούλα για κολατσιό -και τι να δει: έχει γίνει κύκνος! Θεέ μου, χαρά! Καλέ, πώς έγινε αυτό το πράμα; Δες εκεί κάτι τούλινα φτερά! Δες ράμφος κεχριμπαρένιο, δες σώμα αμύγδαλο! Δες κάτι βλέφαρα ολόμαυρα, μες στη σαγήνη! Το παίρνουνε πρέφα κι οι υπόλοιποι, κοιτιόνται πανικόβλητοι μεταξύ τους, κρά και κρά, καθρεφτίζονται και στη λίμνη, σηκώνουν από ‘δω τα φτερά, από ‘κει τα πόδια, κάνουνε και να κρώξουν παπιαδίστικα5 αλλά βγάνουν απ’ το λαρύγγι τους ένα τραγούδι-μέλι: Κύκνοι κι αυτοί! Όλοι τους! Οι μισοί μαύροι, οι άλλοι μισοί άσπροι. Βρε, μπας κι είν’ η κυκνοσύνη6 τίποτα κολλητική; Ο σκηνοθέτης δίπλα έχει σκάσει στα γέλια, γιατί ξέρει -βλέπει: τόσον καιρό, αυτός πάλευε πώς και τι να καθοδηγήσει βήμα-βήμα το «θαύμα» της αλλαγής τους. Κύκνοι, λοιπόν! Άσπροι και μαύροι κύκνοι -που καμπυλώνουν με καμάρι τους συρματένιους τους λαιμούς για να φανούν απάνω οι διαμαντοκολλημένοι7 ιδρώτες του κινηματογραφένιου μόχθου τους. Ενός μόχθου -ας τον πούμε ιερό. Άσπροι και μαύροι κύκνοι. Που τούς αρκεί η ομορφιά και η ασφάλεια ενός καλογραμμένου παραμυθιού, για να κάνουν τις αράδες του κειμένου δικό τους μαλαμοφωτισμένο υγροβιότοπο8. Κύκνοι, τρομάρα τους! Ξέρετε μωρέ τι πάει να πει κύκνος; Τι ομορφιά, τι χάρη κρύβει τούτο το αγγελένιο9 ζωντανό; Που μέρα-νύχτα χορεύει βαλς ανοιγοκλείνοντας με χάρη τ’ αφράτα του πουπουλώματα10 -σαν νούφαρα τετράφυλλα- επάνω στα νερά; 

Κύκνοι λοιπόν στεριώσανε το πρώτο ελληνικό σινεμά. Γι’ αυτό το κάναν έτσι όμορφο. Έτσι προσεγμένο και λιτό. Έτσι -τρόπον τινά- αθάνατο. Ένα σινεμά, που έσκυψε μ’ ενδιαφέρον πάνω απ’ τα πλίνθινα χαμόσπιτα των αθηναϊκών συνοικιών και τα παραθαλάσσια ψαροχώρια των νησιών -για να ζωντανέψει την ελιά, το αμπέλι και το καράβι μας11. Ένα σινεμά, που κατέβασε το ιστιόπανο απ’ τις μπρατσέρες του Ιονίου, και το ‘στησε στον τοίχο για να κάνει πολιτισμό. Τον δικό μας πολιτισμό. Αυτό το σινεμά (στην αρχή ασπρόμαυρο, κι ύστερα με χρώμα) είναι η «Κατερίνα» της Αλίκης Βουγιουκλάκη με την κόκκινη γλαδιόλα στα μαλλιά, και το παιχνιδιάρικο «τικ-τακ» της όταν αναρωτιέται «Αλήθεια βρε παιδιά, τι πράγμα είν’ η καρδιά;». Το «Χαμόγελο» του Δημήτρη Παπαμιχαήλ, με τον στραβό μαβή μπερέ και το φιλότιμο χάρτινο γέλιο. Το τρυφερό, φιλντισένιο «Μην τον ρωτάς τον ουρανό» της Τζένης Καρέζη. Οι ζωηρές «Θαλασσιές οι χάντρες» του Δημήτρη Χορν, και το νεραϊδίσιο «Στον ουρανό θα σε βρω» μαζί με την Έλλη Λαμπέτη. Η ναπολιτάνικη «Mamma Rosa» του Αλέκου Αλεξανδράκη. Τα ένα και δύο και τρία και τέσσερα «Παιδιά του Πειραιά» της Μελίνας Μερκούρη. Η διάφανη, κανταδόρικη «Χριστίνα» του Ανδρέα Μπάρκουλη. Το σμιχτοφρύδικο «Ναυσικάάά» του Διονύση Παπαγιαννόπουλου με το βιβλίο της Οδύσσειας στο χέρι και τα δασκαλίστικα γυαλιά μέχρι τη μέση της μύτης. Το ταχυδακτυλουργικό «προφιτερόλ» του Γιώργου Κωνσταντίνου μέσα στο «τσιμπημένο» ζαχαροπλαστείο. Η πληθωρική «Κέρκυρα με το Ποντικονήσι» της Ρένας Βλαχοπούλου. Το ρομαντικά τρυφερό «Πού πας χωρίς αγάπη» του Λάμπρου Κωνσταντάρα με το τρίγωνο μαντηλάκι στο πέτο και τη Μάρω Κοντού α λα μπρατσέτα. Το «Με κυνηγούν τ’ αδέλφια σου» του Ντίνου Ηλιόπουλου με τη Μαίρη Λίντα και το Μανώλη Χιώτη, αλλά και το «Χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα» όταν κάνει τσουλήθρα σαν παιδί μαζί με την «κακομαθημένη» Τζένη Καρέζη στα σκαλιά του Συντάγματος. Το «δίκανο» του Μίμη Φωτόπουλου. Το χαριτωμένα αλλήθωρο «Σπανοβαγγελοδημήτρης Νίκολας, του Νικόλα» του Βασίλη Αυλωνίτη. Το σκλαβωτικό «Καλέ μου άνθρωπε» του Θανάση Βέγγου. Οι «Καημοί της φτωχογειτονιάς» του Παντελή Ζερβού. Το βαρκάδικο «Τραγούδι του πατέρα» του Λαυρέντη Διανέλλου. Το κεραυνοβόλο «Μπουρλότο!» της Σαπφώς Νοταρά. Το εφευρετικό «Βαγγέλη» στην ανοιχτή πόρτα του Χρόνη Εξαρχάκου. Και το ολόχαρο, δροσερό «Όσο έχουμε τα νιάτα» του Κώστα Βουτσά και της παρέας του. Και πόσους ακόμα ξεχνώ, πεθαμένους και ζωντανούς. Να με συγχωρούν διπλά και τριπλά. Όλους τούς αγαπώ, όλους τούς έχω εξίσου στην καρδιά μου. 

Ύστερα βέβαια, θα πει κανείς -και δικαίως- πως κινηματογράφος δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί. Είναι κι οι μουσικοσυνθέτες κι οι τραγουδοποιοί. Ζαμπέτας, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Τσιτσάνης, Μπιθικώτσης και τόσοι άλλοι. Είναι κι οι σκηνοθέτες. Κι οι εικονολήπτες με τους ηχολήπτες. Κι οι σεναριογράφοι. Κι οι φωτογράφοι. Κι οι ενδυματολόγοι. Κι οι μακιγιέρ. Κι άλλοι πολλοί των ήσυχων ταπεινών παρασκηνίων. Και πάλι, πόσους ξεχνώ. Να με συγχωρούν κι εκείνοι. Τα σέβη μου, γιατί τ’ αξίζουν. Και φυσικά, ποιος μπορεί ν’ αρνηθεί πως κινηματογράφος είναι κι ο περιβάλλων χώρος; Το γύρω-γύρω. Το κλίμα, τα δέντρα, οι κάμποι, τα νερά. Κολυμπάει ποτέ ο κύκνος σε νερά λιγδωμένα; Ή σε έλη ξερά; Η φυσική ομορφιά του τοπίου -τότε και σήμερα, παραταγμένες η μια δίπλα στην άλλη: η πρώτη στην εποχή του παλιού καλού σινεμά, η δεύτερη στο εδώ και τώρα. Πόσο αλλιώτικες. Γιατί, άλλη χάρη είχε η ελληνική γη πριν από έξι-εφτά δεκαετίες, κι άλλη σήμερα. Σήμερα, που οι δρόμοι πια δεν έχουνε παρτέρια μαργαρίτες, αλλά κάδους σκουπιδιών και κολώνες με γκράφιτι. Που στις αυλές των σπιτιών δεν ξεφυτρώνουν μποστανάκια, αλλά ντενεκεδένια ντουλάπια και ξεκολλημένα φαράσια. Που η θάλασσα γέρασε, που τ’ αστεράκια σκλήρυναν, που το χώμα πικράθηκε. Δεν ήταν έτσι η ζωή, τότε. Οι παλιές ταινίες μιλούν. Οι ταινίες φωνάζουν. Η γη μας τότε ήτανε πιο αμόλυντη. Και μέσα σ’ εκείνη την αμολυντοσύνη12, οι άνθρωποι εύκολα βρίσκανε τη χαρά στο ελάχιστο: σε μια απλή εκδρομή στην εξοχή, στο γέλιο ενός ερωτευμένου, σ’ ένα ποτήρι νερό, μια γλάστρα, ένα μπεγλέρι: τα βάναν κάτω λοιπόν με μεράκι και σκάρωναν τραγούδια ωραία, δροσερά που ακόμα σήμερα τ’ ακούμε πολλοί κι αναγαλλιάζει η ψυχούλα μας.

Καλό το σινεμά. Μα, είναι στη μέση και το θέατρο. Πολιτισμός χωρίς θέατρο, γίνεται ποτέ; Είπα να μη μιλήσω σήμερα για δαύτο. Ν’ αφιερώσω τις φτωχές μου αράδες στο παλιό σινεμά. Το παλκοσένικο θέλει άλλο αφιέρωμα, ξεχωριστό, γιατί έχει άλλη στόφα, άλλη ποιότητα. Και άλλη αλήθεια -πιο πυκνή, πιο προσγειωμένη, ίσως και πιο διαχρονική. Φέρνοντας όμως στο νου μου όλους αυτούς τους ανθρώπους που άξια υπηρέτησαν την τέχνη τους εκείνα τα χρόνια, προσφέροντας χαρά, ομορφιά κι ελπίδα με τρόπο τόσο αυθεντικό ώστε αυτή η προσφορά να διαρκεί μέχρι σήμερα, δε μπορώ να μην αναρωτηθώ πού πήγαν. Πού πήγαν τόσοι κύκνοι μας; Γιατί -δεν ήσαν απλώς «κύκνοι». Ήσαν οι κύκνοι μας. Γαζώθηκαν με το παρελθόν του τόπου και με τις αναμνήσεις γενιών και γενιών, κι έγιναν κομμάτι της πολιτισμικής μας παρακαταθήκης -που λέγαμε και νωρίτερα. Πού πήγανε, λοιπόν;

Πεθάνανε, θα πεις. 

Το ξέρω. 

Αλλά, να.

Τα βράδια, όταν προσεύχομαι και κάνει ξαστεριά, ο φεγγίτης μου γεμίζει λόγια και μαλαματένιες στιγμές από Κατερίνες και τικ-τακ, χαμόγελα κι ανερώτητους ουρανούς, θαλασσιές χάντρες και ραντεβού στον ουρανό, Μάμες-Ρόζες και Παιδιά του Πειραιά, Χριστίνες και Ναυσικάδες, προφιτερόλ και Κέρκυρες με Ποντικονήσια, ζευγάρια που δεν έχουν πού να παν -ο ένας χωρίς την αγάπη τ’ αλλουνού, γαμπροί που τούς κυνηγούν τ’ αδέλφια της νύφης, χρυσόψαρα και δίκανα, αλλήθωρους Νικολήδες και καλούς μου ανθρώπους, καημούς της φτωχογειτονιάς και τραγούδια του πατέρα, μπουρλότα και Βαγγέληδες, μαζί μ’ ένα κελαρυστό γλυκό τραγούδι που σκίζει τον αέρα -σαν υπόσχεση πως «Μ’ ένα εύθυμο τραγούδι, μένουμε πάντα παιδιά!».

Αυτόν λοιπόν τον φεγγίτη, εγώ μια μέρα θα τόν σπάσω!

Δε μού γλιτώνει.

Θα τόν σπάσω -κι απ’ την τσαλακωμένη τρύπα με τα θρύψαλα, 

θα βγάλω το κεφάλι, να ρωτήξω όλο χαρά τον καλό μου τον Θεό 

για να μού πει

σε ποιο σημείο του Παράδεισου έβαλε μαζεμένους τόσους κύκνους.

Άσπρους κύκνους. Μαύρους κύκνους.

 

 

_____

  • φιόρα: λουλούδια (κερκυραϊκό ιδίωμα, δάνειο από την ιταλική).
  • γλυκανασαίνει (για φλόγα): ανασαίνει γλυκά, δηλαδή καίει ήρεμα.
  • σεναριόχαρτα: τα χαρτιά του σεναρίου μιας ταινίας. Το περιστατικό με τον Σκηνοθετίδη και τον Βάγγο είναι βγαλμένο απ’ τη φαντασία, κι έχει σκοπό να δώσει μια ευχάριστη, αστεία εκδοχή του πώς προέκυψαν οι πρώτες ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες.
  • το κολύμπι στη λίμνη τούς αλλάζει, χωρίς να το καταλαβαίνουν: Η φράση περιγράφει την ουσία της υποκριτικής τέχνης, που είναι η «μεταμόρφωση» του ηθοποιού από άχαρο ασχημόπαπο, σε δεξιοτέχνη κύκνο. Ειδικά εδώ, περιγράφεται η συγκινητική στιγμή της πρώτης «μεταμόρφωσης», που ο ηθοποιός συνειδητοποιεί την υπέροχα εξελικτική ομορφιά της τέχνης του. Η λίμνη συμβολίζει την υποκριτική. Τα ασχημόπαπα συμβολίζουν τους παλιούς καλούς ηθοποιούς, τον καιρό που ξεκινούσαν την καριέρα τους. Η μετεξέλιξή τους σε κύκνους (δηλαδή σε καλλιτέχνες διαχρονικούς, σπουδαίους) πιστοποιεί πως ήταν προορισμένοι γι’ αυτή την αλλαγή. Και το άσπρο με το μαύρο χρώμα συμβολίζουν τη φυσική ποικιλομορφία τους, δηλαδή το πόσο όμορφα διαφορετικοί ήταν μεταξύ τους: καθένας με τα χαρίσματά του.
  • παπιαδίστικα: σαν πάπιες.
  • κυκνοσύνη: η ιδιότητα τού να είναι κάποιος κύκνος.
  • διαμαντοκολλημένοι: κολλημένοι στο λαιμό, σαν διαμαντάκια. Η λέξη τονίζει την αξία που έχουν οι στάλες του ιδρώτα στο λαιμό των κύκνων-μεγάλων ηθοποιών. Στάλες που, επειδή προέρχονται από μόχθο «ιερό», αξίζουν όσο μικρά διαμάντια. Η ιερότητα του μόχθου εδώ είναι συμβολική και εξιδανικευμένη. 
  • μαλαμοφωτισμένο υγροβιότοπο: υγροβιότοπο φωτισμένο από ηλιαχτίδες χρυσές σαν μαλάματα. 
  • αγγελένιο: αγγελικό.
  • πουπουλώματα: φτερώματα που είναι παχιά, ζεστά και γεμάτα πούπουλα.
  • την ελιά, το αμπέλι και το καράβι μας: από τη γνωστή φράση του Οδυσσέα Ελύτη: «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις», Συλλογή «Μικρός Ναυτίλος», Εκδόσεις Ίκαρος, 1985. Αυτό που εννοεί εδώ η φράση είναι ότι το σινεμά της χρυσής εποχής ζωντάνεψε την Ελλάδα, ξεκινώντας την αναπαράστασή της από τα μικρά θεμελιώδη συστατικά της στοιχεία -που είναι η γη των βουνών και η θάλασσα των νησιών της.
  • την αμολυντοσύνη: την καθαρότητα. Και συνεκδοχικά: την αγνότητα.

 

_____

Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Η μοναδική αναφορά που γίνεται σε αληθινά πρόσωπα ηθοποιών έχει σκοπό να εκθειάσει το έργο τους και να αναδείξει την αξία της πολιτισμικής τους προσφοράς. Εκτός αυτών, όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε τυχόν ομοιότητα με πρόσωπα υπαρκτά είναι απολύτως συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Ζωτικό ειδύλλιο

Ζωτικό ειδύλλιο

-Αυτό είναι δικό σας, είπε ο πωλητής μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που αποκάλυψε τη λευκή οδοντοστοιχία του, δίνοντας στο Σταμάτη το κλειδί του αυτοκινήτου. Εκείνος το περιεργάστηκε στη χούφτα του με δέος, σα να κρατούσε το άγιο δισκοπότηρο. Κάθισε στη θέση του οδηγού και...

Στον καφενέ της μικρής πλατείας

Στον καφενέ της μικρής πλατείας

Ο Τάσος, ο καφετζής, έφτασε όπως πάντα στην ώρα του, ν’ ανοίξει αχάραγα τον καφενέ, που βρισκόταν σε μια γωνιά της μικρής πλατείας. Ήδη απ’ έξω ήσαν καθισμένοι, να τον προσμένουν, τα πρώτα μαστόρια, που είχαν για πιάτσα το μαγαζί. -Καλημέρα. Πρωινοί, πρωινοί, βλέπω....

Πέρσα – Στέφανος

Πέρσα – Στέφανος

Όταν γνώρισα την Πέρσα ήμουνα πολύ νέος, ίσως πολύ νεώτερος απ’ αυτήν, αλλά με τις γυναίκες ποτέ δεν ξέρεις. Μόλις είχα τελειώσει τις Πανεπιστημιακές μου σπουδές και μιας και δεν γινόταν καν λόγος για μεταπτυχιακές στο εξωτερικό, λόγω οικονομικής αδυναμίας, (σημ. στην...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου