Φώναξε κάποιος στο δρόμο,

για συναυλία μουσική.

Ήπια μια γουλιά κρασί

και τον ρώτησα, τι έχει να μου πει

για τον έρωτα και την ψυχή.

Τραγούδησα δυνατά και θλιβερά

την αλήθεια που ένοιωσα βαθιά.

Στο τραπέζι μου σταμάτησα

και χαμόγελο αχνό, ξύλινο κράτησα.

Αναδύθηκα απ’ την ερημιά

παραπατώντας με το νοτιά.

Μεθυσμένη κοίταξα ξανά

το φως του ήλιου που ’ρθε απ’ τα παλιά.

Άφησα τα χρόνια τον ήλιο να μου κρύψουν

και έμειναν οι Κυριακές μοναξιάς γιορτές,

να πλαισιώνουνε το παρελθόν

να ματώνουν το παρών.

 

 

της Εύας Κασιάρου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!