Να γράψω για τον έρωτα, να γράψω για τους άλλους;

μήπως να πω για τα παιδιά και ταπεινούς δασκάλους;

Είναι καλά θαυμάσια, μα πολυφορεμένα,

θα γράψω για πανέμορφα και ζώα λατρεμένα.

 

Είχα την τύχη και να βρω, έναν μικρό γατούλη,

του δωσα στέγη και τροφή και τον φωνάζω Ρούλη.

Είμαι γατί με κούτελο, έχω πολλά προσόντα,

θέλω στην τσάρκα το πρωί, να με φωνάζουν Νώντα.

 

Να  με φωνάζεις Μιστοκλή, να με βαπτίσεις Θράσο,

το Ρούλης είναι ελαφρύ, έχω πολλά να χάσω.

Κάτι που να ναι μαγικό και να με κάνει άντρα,

μην μου φωνάζουν στα στενά, καλώς την τη γαλιάντρα.

 

Δεν έχω μούτρα να σταθώ, πως να με φοβηθούνε;                               

θέλω να νιώθω άρχοντας, για να με σεβαστούνε.

Να περπατώ καμαρωτός, να με θαυμάζουν όλοι,

στη νύχτα να με δέχονται όπως τον Αποστόλη.

 

Στο θέμα ήταν κάθετος, δεν σήκωνε αστεία,

ήθελε σώνει και καλά, να φτιάξει δυναστεία.

Δεν συζητώ παλιόγατο και πάψε να γκρινιάζεις,

βαρέθηκα τις κλάψες σου, σταμάτα να διατάζεις.

 

Τον έντυσα τον στόλισα και έγινε σπουδαίος,

ήταν θαρρώ στη γειτονιά, μακράν ο πιο ωραίος.

Σιγά-σιγά συνήθιζε και ζούσε σαν κουκλάκι,

όλη τη μέρα έτρωγε, κοιμόταν σαν πουλάκι.

 

Για κάθε παρεξήγηση, στους άπιστους Θωμάδες

γινόταν άφαντος συχνά, τον έψαχνα βδομάδες.

Το Ρούλης μη σας ξεγελά, το λέω το δηλώνω,

είχε μακρύ κατάλογο, είχε μοιράσει πόνο.

 

Kυκλοφορούσε στις σκεπές, γυρνούσε στα σοκάκια,

οι γάτες όλες του Θεού, ήταν απλά γατάκια.

Εκούρσεψε τη γειτονιά, τον έμαθαν στην πόλη,

μα τράκαρε η μοίρα του, πάνω στον Αποστόλη.

 

Αυτός ήταν φουρόγατος, γυρνούσε στο λιμάνι,

δεν σήκωνε παλικαριές, της Τρούμπας το αλάνι.

Ο μάγκας τον περίμενε με άλλους τρεις λεβέντες,

και μια βραδιά τον άρπαξε, του πε δυο κουβέντες.

 

Ήταν σαν να τον πάτησε, ένα μεγάλο τρένο,

κάτι που έτρεχε πολύ κι είχε σπασμένο φρένο.

Με μια ματιά κατάλαβα, πώς ήταν τσαντισμένος,

ένα ρημάδι και μισό, μπαρουτοκαπνισμένος.

 

Τι έγινε ρε μάστορα, γιατί μυρίζεις μέντα;

τον πήρε το παράπονο, δεν έβγαλε κουβέντα.

Είχε τα μάτια χαμηλά και την ουρά στα σκέλια,

αν ήμουν ξένος σίγουρα, θα έβαζα τα γέλια.

 

Δεν έτρωγε δεν έπινε, καθόταν σαν τον Βούδα,

ακίνητος σε λήθαργο, σαν τη λευκή αρκούδα.

Παράτησε τις εκδρομές, έκοψε τις φιλίες,

θρονιάστηκε στον καναπέ και έβλεπε ταινίες.

 

Ρούλη καλέ, Ρούλη χρυσέ, πες μου τι έχεις πάθει,

κανείς δεν είναι τέλειος κι οι γάτες κάνουν λάθη.

Με κοίταξε αμίλητος και με θλιμμένο βλέμμα

κι αμέσως τηλεφώνησα, στη φίλη μου την Έμα.

 

Να κλείσω ένα ραντεβού, να δω για την καρδιά του,

φοβήθηκα και τρόμαξα, δεν ήταν στα καλά του.

Την άλλη μέρα πήγαμε, με χίλια παρακάλια,

καθότανε στον καναπέ και άλλαζε κανάλια.

 

Έμα, της λέω κοίταξε, δεν είναι λυπημένος;

που ναι ο Ρούλης ο παλιός, ο τρισχαριτωμένος;

Του φόρεσε στο σώμα του, πολύχρωμα λαμπάκια

και του ‘βαλε στο στόμα του, κάτι μικρά χαπάκια.

 

Περίμενε τη δράση τους, να βγάλει την αιτία,

ήταν μια ώρα δύσκολη, δεν ήτανε αστεία.

Όσο λοιπόν περίμενα, το χάπι για να δράσει,

ο ασθενής τριγύριζε, λίγο να ξεμουδιάσει.

 

Η τύχη χαμογέλασε και του φερε μαντάτα

και βρήκε στο διάδρομο, μια στολισμένη γάτα.

Ήταν μοντέλο όμορφο, ψηλή σαν κυπαρίσσι,

τα πάνω- κάτω να βρεθούν, δεν θα της το χαρίσει.

 

Θέλω δυο λόγια να σου πω, ωραία μου κυρία,

θα είναι κρίμα να χαθεί μια τέτοια ευκαιρία.

Να σου σφυρίξω στο αυτί, φωνήεντα και τέτοια,

είμαι καιρό σε αποχή και έχω πολλά σεκλέτια.

 

Να μην σας τα πολυλογώ, αυτός ήταν ο λόγος

και επανήλθε γρήγορα, ως μέγας γυρολόγος.

Το πάθημά του μάθημα, αυτό το ξέρουν όλοι,

και προσευχόταν να μην δει, ξανά τον Αποστόλη.

 

Αυτά που γράφω στο χαρτί, είναι μια φαντασία,

είναι εικόνες του μυαλού για κάποια εργασία.

Να κλείσω λέγοντας αυτό, κάτι σαν κατακλείδα:

Τα ζώα θέλουν ανθρωπιά, αγάπη και φροντίδα.

 

Δημήτρης Σούρλας

 

Κράτα το

Κράτα το