tree_time

06.30

Εσύ ξυπνάς για τη δουλειά. Δένεις τη γραβάτα σου. Πίνεις στα γρήγορα δυο γουλιές καφέ και φεύγεις κλείνοντας την πόρτα δυνατά.

Εγώ πίνω το δεύτερο χάπι. Μη με ρωτήσεις ποιο είναι. Τα παίρνω όλα με μια σειρά. Χωμένα σε θήκες. Ξέρεις από αυτές τις χρωματιστές με τις μέρες επάνω. Μην τους το πεις μα δε μπορώ να τις διαβάσω. Καμιά φορά ξεχνώ και τη σειρά της εβδομάδας. Και τι μέρα έχει ο μήνας. Και ποιος είναι αυτός ο μήνας. Ανακατεύτηκε και ο καιρός και δε με βοηθά.

06.30

Χαϊδεύεις τα μαλλιά της και ανασαίνεις στο αυτί της. Τη φιλάς στο λαιμό. Και την ξυπνάς. Της κάνεις εκείνον τον πρωινό έρωτα που θα μυρίσει καφέ αχνιστό και τσιγάρο το δωμάτιο, σκορπώντας αγκαλιές Κυριακάτικες.

Εγώ θα σηκωθώ με το ζόρι από το στρώμα και θα κοιτάξω μια κορνίζα. Καμιά φορά, μην το πεις πουθενά και με πάνε και με κλείσουν, την παίρνω και αγκαλιά. Θα ‘θελα και να τη χορέψω μα δε με βαστούν τα πόδια. Τουλάχιστον με βαστά το αυτί μου. Ακούω ακόμα εκείνο το τανγκό σαν τότε. Παραμ παράμ παράμ παράμ στροφή και γέλιο. Και ένα φιλί στο λαιμό. Σαν το δικό σου νομίζεις.

06.30

Γυρίζεις μεθυσμένος, τρεκλίζοντας στο δρόμο. Στο αίμα σου κυλούν βότκες και κοκτέιλ και κάτι σφηνάκια. Ούτε που τα θυμάσαι. Παλεύεις να βρεις τα κλειδιά. Μα με τόσο μεθύσι δε βρίσκεις ούτε την πόρτα για να ανοίξεις.

Ξυπνώ από το θόρυβο της μηχανής σου και κατουρώ το κρεβάτι. Ντρέπομαι μα ευτυχώς είμαι μόνος. Κι αυτή η μοναξιά με κάνει να διαολοστείλω ετούτα τα σεντόνια που με το ζόρι τραβώ από το στρώμα.

06.30

Κοιμάσαι ακόμα. Βλέπεις εκείνο το όνειρο. Εκείνο το σχέδιο. Εκείνο το ταξίδι. Με ύπνο βαθύ και κορμί υποταγμένο στο Μορφέα. Θα γίνεις εκείνος και εκείνος. Θα φτάσεις. Δε θα φτάσεις. Θα κατορθώσεις. Κοιμάσαι ακόμα. Ονειρεύεσαι ακόμα.

Περιμένω έξω από την τράπεζα μες στο κρύο. Με λένε γεροντάκι. Με κοροϊδεύουν που φτάνω από τους πρώτους και τους κλέβω τη σειρά! Μα για να φτάσω εδώ κάνω αγώνα. Για να κρατήσω όρθιος κάνω αγώνα. Για να πάρω σειρά κάνω αγώνα. Για να πάρω τα λεφτά μου κάνω αγώνα. Για να τη βγάλω καθαρή με τούτα τα δίφραγκα κάνω αγώνα.

06.30

Είμαστε καθρέφτες. Σε ένα χρονικό παράλληλο σύμπαν. Μια αλλαγή παρτίδας αρκεί. Μια στροφή του χρόνου και αλλαγή του σκηνικού. Νέος και φευγάτος. Γέρος και φευγάτος. Μοιάζουμε, στην τρέλα που μας οδηγεί και στην τρέλα που μας βρίσκει στον προορισμό.

Σε ένα ξημέρωμα εσύ θα φύγεις για το όνειρο και εγώ -αν με αξιώσει ο Θεός- θα φύγω στο όνειρο μέσα. Να ‘ναι ένας ωραίος θάνατος. Έτσι δε λένε;

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!