taxi_waiting

Ταξί…

Το ταξί αποτελεί πλέον είδος πολυτελείας που χρησιμοποιείται ωστόσο για να μειώνει τις αποστάσεις και να μας εξυπηρετεί όταν δεν οδηγούμε ή όταν δε βολευόμαστε με τα υπόλοιπα μέσα μεταφοράς. Πλέον οι ταξιτζήδες είναι άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε εθνικότητας και οι ιστορίες τους μπορεί να είναι αστείες, διασκεδαστικές με τα ευτράπελα της καθημερινότητας, μπορεί να είναι οι γνωστές και αναμενόμενες κλισέ ιστορίες - συζητήσεις για τον καιρό, γκρίνια για όλη την κατάσταση που βιώνουμε με καταγγελτικό ύφος.

Πλέον, τα ταξί είναι πολλά και η πιθανότητα να πετύχεις τον ίδιο άνθρωπο, είναι αρκετά δύσκολη. Μα πρόσφατα, μου έτυχε να πέσω πάνω στον ίδιο ταξιτζή δυο φορές και μου έκανε εντύπωση ότι και τις δύο αυτές φορές άκουσα την ίδια ιστορία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τα ίδια λόγια, με την ίδια γλύκα…

Την πρώτη φορά, ήταν θαρρώ Δεκέμβριος, εκείνες τις μέρες που όντως νιώσαμε χειμώνα, και έχω βρεθεί στο Χαλάνδρι, καθημερινή βράδυ. Πηγαίνω στην πιάτσα καθώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος να επιστρέψω στο σπίτι και μπαίνω στο πρώτο ταξί της ουράς. Ο οδηγός, ένας κύριος μεγάλης σχετικά ηλικίας. Ευγενικός, ήρεμος, πράος, άκουγε ειδήσεις χωρίς να εκνευρίζεται με το μπροστινό οδηγό που καθυστερούσε στο φανάρι, χωρίς να σχολιάζει την επικαιρότητα και τους φόρους. Η συζήτηση ξεκίνησε από τον καιρό βλέποντάς με με γάντια και παλτό, με κασκόλ σφιχτά τυλιγμένο γύρω μου και σκέφτηκα πάλι μία από τα ίδια- ο κλασικός τρόπος να αρχίσει ψιλο-κουβέντα, μα εκείνος έδειξε ενδιαφέρον γιατί είμαι τέτοια ώρα με τόσο κρύο έξω και δεν είμαι σπίτι, στους γονείς μου μιας και φαίνομαι αρκετά μικρή για να είμαι παντρεμένη – και σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι μεγάλης ηλικίας αλλά το φλερτάκι το κάνει, ξενερώνοντάς με ακόμα περισσότερο. Απαντώντας λοιπόν ότι επιστρέφω από τη δουλειά, ότι δεν είμαι τόσο μικρή και ότι είμαι παντρεμένη, ξεκινάει η συζήτηση για την σημερινή κατάσταση, μα με εντελώς διαφορετικό τρόπο. «Να δουλεύεις και να κάνεις το σταυρό σου που έχεις δουλειά. Να μη βαρυγκωμάς και να προσπαθείς για το καλύτερο με τον άντρα σου».

Εντύπωση μου έκανε που δεν τα έβαλε με τους εργοδότες, που δεν άρχισε τις θεωρίες περί καταπάτησης των δικαιωμάτων, περί της κρίσης. Συνεχίζοντας την ψιλο-κουβέντα που δε σας κρύβω ότι με βαριά καρδιά συνέχιζα, ενώ χάζευα στο κινητό μου, μου είπε ότι εκείνος έχει τρεις κόρες. Η μεγάλη, η πρώτη στη σειρά, και η πιο έξυπνη και μορφωμένη, μετακόμισε στη Νορβηγία με τον άντρα της και δουλεύει ως ναυπηγός. Έφυγε λόγω της κρίσης, «αλλά δεν πειράζει γιατί είναι εκεί με τον άντρα της που τη λατρεύει και κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για το μέλλον της. Τι τα κάνουμε τα παιδιά; Για να μας γηροκομήσουν; Ανοίχτε τα φτερά σας και πιάστε τη ζωή από τα μαλλιά». Λόγια που αν τα άκουγαν οι γονείς μου, θα είχαν φρίξει και θα έλεγαν: «Μα είναι δυνατόν να πας στο εξωτερικό; Κι εμείς; Μεγαλώνουμε. Τι θα γίνει αν συμβεί κάτι;».

Άφησα το κινητό και άρχισα να προσέχω τα λεγόμενά του λόγω της διαφορετικής προσέγγισής του. Συνέχισε, λέγοντας μου ότι η δεύτερη κόρη του – κι αυτή παντρεμένη- εργάζεται εδώ σε μία τράπεζα. Δύσκολο περιβάλλον και αρκετά ανταγωνιστικό αλλά αφού «έχει δουλειά, αυτό μετράει. Προσπαθεί για παιδάκι και δεν υπάρχει περιθώριο να μείνει άνεργη ψάχνοντας τη δουλειά των ονείρων της. Αυτά τελείωσαν». Εντύπωση μου έκανε πόσο προσγειωμένος είναι. Πόσο πατάει στα πόδια του αυτός ο άνθρωπος. «Και η τρίτη;» τον ρώτησα όλο περιέργεια πια. «Α, η τρίτη, αυτή είναι το μικρό, το στερνοπούλι, η κούκλα μου» και τσουπ μου εμφανίζει μία φωτογραφία με μια κοπέλα γύρω στα 20 σωστό μοντέλο. «Το μικρό μας δεν είχε έφεση στα γράμματα. Τελείωσε το σχολείο και αποφάσισε να βρει δουλειά για να καλύπτει τα έξοδά της και να μη μας επιβαρύνει. Τώρα της ετοιμάζω τα χαρτιά για να βγάλει και δίπλωμα οδήγησης, αλλά ούτε για τα σήματα δε στρώνεται. Μα δεν πειράζει, θα βρει κι αυτή το δρόμο της. Δε θα χαθεί γιατί της έχουμε δώσει σωστές αρχές και βάσεις. Μένει ακόμα μαζί μας και δε σταματά να με πειράζει σαν να είμαι φίλος της.  Και μου μιλάει και για το φιλαράκο της. Καλό παιδί και την προσέχει». Ήταν τόσο δυνατές οι περιγραφές του που άρχισα να σκέφτομαι αν ο δικός μου μπαμπάς έχει μιλήσει ποτέ για μένα έτσι σε κάποιον άλλο. Με τόση περηφάνεια και με τόση γλύκα. Για την κάθε μία είχε να πει κάτι καλό. Για την κάθε μία ένιωθε τόσο όμορφα που σχεδόν η φωνή του είχε λυγίσει από τη συγκίνηση.

Και φτάσαμε και στη γυναίκα του. «Το αφεντικό» όπως το αποκάλεσε. Με τη γυναίκα του, που εκείνη μεγάλωσε και τις τρεις, δίπλα τους σε όλα και βράχος στο σπίτι, παραμένει τρελά ερωτευμένος. Το καλοκαίρι, που η μέρα είναι μεγαλύτερη, την παίρνει και πηγαίνουν στην παραλία για ψαράκι και κρασάκι, ακόμα και τις καθημερινές μετά τη δουλειά. «Η ζωή δεν περνάει αλλιώς και τώρα που τα παιδιά πήραν το δρόμο τους, νιώθουμε όπως πριν κάνουμε οικογένεια. Τότε που φλερτάραμε και κάναμε βόλτες και συζητήσεις για το μέλλον μας. Βγαίνουμε, βλέπουμε τους φίλους μας, βλέπουμε ο ένας τον άλλον». Πόσο γλυκό... Μετά από τόσα χρόνια γάμου; Μετά από τρία παιδιά; Με τις σημερινές συνθήκες, με το άγχος και την πίεση;

Έχοντας ακούσει όλα τα παραπάνω κι έχοντας βουρκώσει ακούγοντας από έναν άνθρωπο να μιλάει έτσι για την γυναίκα του και τις κόρες του, ένιωσα δικός του άνθρωπος κι αυθόρμητα ρώτησα αν είχε μεγαλώσει σε μεγάλη οικογένεια με τόση αγάπη όση εκπέμπει εκείνος. Κι εκείνος μου απάντησε ότι μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο γιατί οι γονείς του δεν τον ήθελαν. Μεγάλωσε σε ένα ίδρυμα, που όμως όλοι τον αγκάλιασαν και οι υπεύθυνες εκεί, είναι οι μόνες μανάδες που γνώρισε αλλά τον έκαναν να σέβεται και να εκτιμάει τις γυναίκες, του «γέννησαν» τη θέληση να κάνει ο ίδιος οικογένεια και να αγωνιστεί να την κρατήσει μαζί, να φέρει ολοκληρωμένους ανθρώπους στην κοινωνία. Κι εκεί δε σας κρύβω, ότι βούρκωσα. Βούρκωσα γιατί αυτός ο άνθρωπος αν και στερήθηκε αγάπης στα παιδικά του χρόνια, κατάφερε να τη μοιράσει απλόχερα στα παιδιά του. Αν και μια σημαντική γυναίκα της ζωής του τον εγκατέλειψε, η μάνα του, ο ίδιος λάτρεψε και λατρεύει τη γυναίκα που τον έκανε πατέρα και που είναι μαζί της τα τελευταία 40 χρόνια.

Αυτή την ιστορία – που δε σας κρύβω την πρώτη φορά ότι θεώρησα ότι είναι υπερβολικά όμορφη και συγκινητική για να είναι αληθινή- την ξανά άκουσα από τον ίδιο άνθρωπο, με τα ίδια λόγια σε μια επόμενη κούρσα που τον πέτυχα πάλι στην πιάτσα του Χαλανδρίου. Και πάλι έμεινα προσηλωμένη όση ώρα μου τα έλεγε όπως ακριβώς την πρώτη φορά για να βρω μήπως πει κάποιο ψέμα ή κάποιο λάθος. Μα πάλι η φωνή του λύγιζε στα ίδια σημεία, μιλώντας για τα καμάρια του και «το αφεντικό» του. Κατάλαβα τότε ότι όντως είναι αληθινός.

Και είναι από αυτές τις ιστορίες που σου μένουν ανεξίτηλα στη μνήμη και εύχεσαι να καταφέρεις κι εσύ να κάνεις μια τέτοια οικογένεια και ο σύζυγός σου να είναι περήφανος για σένα, αλλά και για όσα έχετε μαζί καταφέρει με ανόθευτη και αληθινή αγάπη….

 

_

γράφει η Βασιλική Π.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!