jail

Ο διαπεραστικός ήχος που κάλυψε το κτίριο κι έμοιαζε με σειρήνα, δεν κατάφερε να την ξυπνήσει ούτε και σήμερα. Και δεν κατάφερε, όχι γιατί δεν ήταν δυνατός ή δεν είχε τα κατάλληλα χαρακτηριστικά που έσπαγε την ησυχία στα δύο. Ήταν που η Χαρούλα ήτανε πάντα ξυπνητή.

Επτά χρόνια τώρα κι ο ήχος την έβρισκε πάντα ξύπνια. Επτά χρόνια κι ούτε μία φορά δεν χρειάστηκε η δύναμή του για να την ξυπνήσει και να της κόψει το όνειρο ή τον εφιάλτη στη μέση. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της και κοίταξε την Μαρία που είχε καλύψει το κεφάλι της για μια ακόμη φορά, πιέζοντάς το με το μαξιλάρι. Γέλασε... Τέσσερα χρόνια μοιραζόταν οι δυο τους αυτό το κελί, τέσσερα χρόνια τρόφιμος των φυλακών για φόνο και η Μαρία(είχε σκοτώσει τη φίλη της για έναν γκόμενο) κι ακόμη δεν είχε συνηθίσει την καθημερινότητα της φυλακής. Η πτέρυγα σε λίγο θα γέμιζε ζωή, η φύλακας που είχε βάρδια σήμερα το πρωί, ακουγόταν ήδη που φώναζε.

«Έξι και μισή... άντε λουλούδια μου, άντε. Χειρότερα απ’ τα βόρεια προάστια καταντήσαμε εδώ μέσα! Άντε κυρίες μου, μη με αναγκάζετε να αλλάξω τροπάριο... κι απ’ τις έξι και τριάντα να ψάλλω το τροπάριο της Κασσιανής! Άντε κουνηθείτε! Μη μπερδεύεστε αστέρια μου, δεν είμαστε στις σουίτες του King George! Στο Κορυδαλλός Beach βρισκόμαστε που είναι λιγάκι παραδίπλα. Βρε Δωροθέα θα σηκωθείς καμιά φορά στην ώρα σου; Άκου Δωροθέα! Αν εσύ είσαι «δώρο» Θεού που καθάρισες τον άντρα σου και τον εραστή σου τότε εγώ τι είμαι;» αναρωτήθηκε εύλογα η φύλακας. «Ελάτε τώρα κορίτσια, μη με φέρνετε στο αμήν, συνέχισε χτυπώντας με το γκλοπ τα κάγκελα των κελιών. «Πόσες φορές θα σας πω, ότι θέλω να λειτουργούμε εδώ μέσα σαν κολέγιο. Τι κολέγιο... τι εκκλησία...μοναστήρι!...»

Αυτή ήταν η Ευγενία, σκληρή σαν βούτυρο. Φώναζε, τσίριζε, αλλά μέσα στο στήθος της έκρυβε μια καρδιά, μικρού παιδιού. Όχι ότι είχε κολλητιλίκια με τις κρατούμενες, μα ήταν δίκαιη και με όσες ήταν φρόνιμες και δεν προκαλούσαν προβλήματα στις υπόλοιπες ή την ίδια, ήταν και καλή. Η «ψυχοπονιάρα» όπως την αποκαλούσαν οι υπόλοιπες συναδέλφισσές της. Η Χαρούλα χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά και τράβηξε το μαξιλάρι από το κεφάλι της Μαρίας. «Έλα ρε κορίτσι, ξύπνα επιτέλους», της είπε και της σκούντησε απαλά τον ώμο. «Αφού την ξέρεις την Ευγενία, τα θέλει όλα στην ώρα τους.» Η Μαρία γύρισε και την κοίταξε, το αριστερό της μάτι, έτσι αλλήθωρο που ήταν, έμοιαζε τα πρωινά μετά τον ύπνο, λίγο πιο θολό και λίγο πιο ξεστρατισμένο από όσο ήταν συνήθως.

«Τι σκατά τους κάναμε και παίζουν την ίδια κασέτα κάθε μέρα;» ρώτησε μα ήταν περισσότερο σαν να το ρωτούσε στον εαυτό της. « Τι σκατά θα αλλάξει δηλαδή, αν σηκωθούμε μια μέρα μετά τις εξίμιση, πύραυλο θα εκτοξεύσουμε και πρέπει να είμαστε πάντα με το χρονόμετρο στο χέρι; Η Χαρούλα την κοίταζε τόση ώρα χαμογελώντας με το ύφος της, μα δεν της απαντούσε. Ήταν που δεν μιλούσε και πολύ, κόμισσα τη λέγανε αυτές που δεν την πήγαιναν (κι ήταν πολλές) κι ακατάδεχτη ή ξινομούρα γιατί δεν ανακατευόταν ποτέ στις κόντρες και τους καυγάδες που είχαν μεταξύ τους. «Κοίτα», ήρθε η απάντηση από έξω από το κελί κι έκανε τα δύο κορίτσια να στραφούν προς το μέρος της. «Δεν έχει φτάσει ακόμη η φήμη από τη χάρη σου στη NASA, αλλά δεν ξέρεις ποτέ! Με τόσα προσόντα μαζεμένα, όλο που θα ακουστείς και μέχρι εκεί! Και τότε, περίμενε να σου ‘ρθει πακέτο το συμβόλαιο για υπογραφή. Από ό,τι έμαθα μάλιστα, ψάχνουν για χειριστή πυραύλων όποτε μην πάει χαμένο τέτοιο ταλέντο, μόνο που είναι ισόβια κι εκεί, δεν πιστεύω να σε χαλάει;» Η Μαρία δεν είχε τι να πει κι επειδή καταλάβαινε πως δεν την έπαιρνε έκανε μόκο και βάλθηκε να ετοιμάζεται. «Καλημέρα», συνέχισε η Ευγενία κοιτώντας τούτη τη φορά στα μάτια την Χαρούλα. «Καλημέρα», απάντησε κι η Χαρά και έστρωσε την τελευταία άκρη της κουβέρτας της. «Τι είναι Χαρά μου, πάλι δεν κοιμήθηκες το βράδυ;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον η φύλακας. «Δεν είναι τίποτα κυρία Ευγενία», είπε η Χαρά. «Θα κοιμηθώ απόψε». Και βοήθησε τη συγκρατούμενή της να στρώσει το κρεβάτι της για να κατέβουν μαζί με τις άλλες στο θάλαμο που σερβιριζόταν το πρωινό τους. Πήραν τους μεταλλικούς δίσκους με το πρωινό τους και κάθισαν μαζί με τις υπόλοιπες. Η Χαρούλα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Ο ήχος από τις γυναικείες φωνές, σκέπαζε τα πάντα, ακόμη και την εικόνα. Δεν είχε όρεξη σήμερα και δεν της κατέβαινε ούτε μπουκιά από αυτό που είχε μπροστά της. Επτά χρόνια στη φυλακή κι ακόμη δεν είχε αποβάλει από πάνω της, από μέσα της, τα χρόνια της «φυλακής» που είχε ζήσει έξω! Τα χρόνια που είχε ζήσει πριν μπει εδώ μέσα.

Θα μου πεις υπάρχει κάτι πιο σκληρό στη ζωή (εκτός από τον θάνατο φυσικά) από τη φυλακή; Ναι, για εκείνη υπήρχε! Πίστευε μάλιστα πως ορισμένες φορές η ζωή έξω ήταν πιο σκληρή, από αυτήν της φυλακής. Μια τέτοια ζωή είχε κι εκείνη έξω. Δεν θυμόταν, ή ίσως και να μην είχε ζήσει ποτέ της έξω από εκείνη τη φυλακή. Πάντως από όταν άρχισε να έχει μνήμες σαν παιδάκι κι αυτή, η μνήμη της δεν είχε καταγράψει ούτε μία καλή στιγμή.

Η μάνα της, η Φρόσω, τη γέννησε στα δέκα εννιά της κι ήταν σαν να μην τη γέννησε. Ποτέ δεν τη νοιάστηκε, ποτέ δεν την κανάκεψε, ποτέ δεν την γέμισε μ’ αυτή την αγάπη που έβλεπε σε άλλες μάνες, που ένιωθε να εισπράττουν τα άλλα παιδιά. Ο πατέρας της δε, ήταν ανομολόγητος. Γιατί πώς αλλιώς να αποκαλέσεις έναν πατέρα που δεν υπήρχε καθόλου, δεν υπήρχε πουθενά! Που είχε περάσει μόνο μια φορά από το σπίτι τους, κάπου στα δέκα της. Καυγάδισε με τη γυναίκα του, τη μάνα της κι έφυγε χωρίς να γυρίσει να ρίξει ούτε ένα βλέμμα στο παιδί του. Έφυγε χωρίς να ρίξει μια ματιά επάνω της, δίχως να της πει μια λέξη. Μια λέξη. Καλή ή κακή δεν την ένοιαζε, φτάνει να απευθυνόταν σε εκείνη φτάνει να την είχε αρθρώσει μόνο για κείνη.

Η Χαρούλα ακόμη και σήμερα, ακόμη και τώρα, μετά από ό,τι είχε κάνει, δεν ήξερε ποιος από τους δύο γονείς της ήταν ο πιο σκληρός! Η μάνα της που την κρατούσε στη ζωή της, μα την αντιμετώπιζε πάντα σαν εμπόδιο ή ο πατέρας της που δεν υπήρχε ποτέ και πουθενά; Τι ήταν πιο σκληρό για ένα παιδί; Η κακοποίηση ή η αδιαφορία;

Τα χρόνια πέρασαν, σβήνοντας μια για πάντα τα χρόνια της παιδικής της αθωότητας. Ήταν πια στην εφηβεία, όταν η μάνα της άρχισε να μπάζει στο σπίτι τους, το καινούργιο της αμόρε τον Χριστόφορο. Έναν τεμπέλη πρώτης ποιότητας, το ‘γραφε και στην ούγια του. Κάποια στιγμή μάλιστα, οι λίγες ώρες που ερχόταν ο καινούργιος σπίτι τους, έγιναν μέρες κι οι μέρες βράδια και από κει και πέρα οριστικοποιήθηκε η διαμονή του μαζί τους κι έγινε μόνιμη.

Η μάνα της τότε, ασχολούνταν με καινούρια τρέλα, καλλιτεχνική αυτή τη φορά, μιας κι ήθελε να γίνει ηθοποιός και ο λεγάμενος έπαιζε το ρόλο του ατζέντη της. Στην αρχή, ο τύπος άρχισε να τη βοηθάει με τα μαθήματα, μετά της έφτιαχνε φαγητό και της έκανε παρέα όταν η μαμά της έλειπε. Η αλήθεια είναι ότι όλο αυτό την κέρδισε. Ένα παιδάκι που δεν του έχει δείξει και δεν του έχει δώσει κανείς το παραμικρό, τραβούσε επιτέλους την προσοχή και το ενδιαφέρον κάποιου. Ούτε που πήγαινε το μυαλό της φυσικά, ότι όλα αυτά, γινόταν βάση σχεδίου!

Κι έφτασε το μοιραίο βράδυ, που έλειπε και πάλι η μάνα της κι είχανε μείνει για μία ακόμη φορά μόνοι τους.

«Θέλεις να δούμε κάνα DVD;» τη ρώτησε ο Χριστόφορος κι έβαλε στο τραπέζι την πίτσα που μόλις είχε ετοιμάσει.

«Ναι γιατί όχι», είπε η Χαρά και στρώθηκε στον καναπέ.

Το έργο από την πρώτη στιγμή, της φάνηκε λίγο περίεργο γιατί οι σκηνές του ήταν άκρως ακατάλληλες για ανηλίκους, αλλά που να φανταστεί, που να πάει ο νους της. Δεκαέξι χρονών κορίτσι, χωρίς ερωτική εμπειρία ακόμη, πού να σκεφτεί ότι ο γκόμενος της μάνας της θα σκεφτόταν κάτι κακό για κείνη.

Ακόμη και σήμερα που τα είχε αναλύσει όλα χιλιάδες φορές μέσα στο μυαλό της, που είχε μείνει ξάγρυπνη αμέτρητες νύχτες για να το κάνει αυτό. Ακόμη και σήμερα δεν καταλάβαινε γιατί όταν φώναζε εκείνο το βράδυ, δεν ήρθε να τη σώσει και να τη βοηθήσει κάποιος ένοικος από τα άλλα διαμερίσματα. Τι στο καλό, είχαν κουφαθεί όλοι τους, ομαδικώς; Ή οι φωνές, το κλάμα και οι λυγμοί της έβγαιναν άηχοι και δεν έφταναν σε εκείνους;

Από κει και πέρα πάντως, άρχισε το μαρτύριο της. Στην αρχή, την απειλούσε ότι θα πει στη μάνα της ότι του ρίχτηκε εκείνη. Μετά της έκοψε το σχολείο (με τη συναίνεση της μάνας της πάντα) και στο τέλος της έκανε κονέ με τους φίλους του. Έτσι κύλισαν κάποια χρόνια που τα αφύσικα μέσα στο μυαλό της έγιναν φυσικά. Μέχρι που έφτασε στα είκοσι κι ερωτεύτηκε έναν νεαρό. Ένοικο του διπλανού διαμερίσματός.

Ο νεαρός, Νίκος το όνομά του, ενδιαφερόταν κι εκείνος κι όπως ήταν φυσικό της ζήτησε να βγούνε. Όμως ο Χριστόφορος είχε αντίθετη άποψη και ξανάρχισε τις απειλές του, που αυτή τη φορά είχανε μέσα τους και το νεαρό.

«Αν πας να τον βρεις», της είπε,  «εκτός από τη μάνα σου, θα μάθει για μας κι ο Νικολάκης σου».

Έκλαψε, φώναξε, έπεσε στα πόδια του εκλιπαρώντας τον να την αφήσει επιτέλους ήσυχη. Όμως εκείνος είχε βρει την «κότα με τα χρυσά αυγά», τόσα χρήματα του έφερνε «αφορολόγητα» η μικρή. Άσε που όποτε γουστάριζε έκανε και το κέφι του μαζί της, οπότε δεν άκουγε τίποτα.

Λόγο στο λόγο όμως και με την αγανάκτηση της μικρής να έχει πιάσει κόκκινο, ήρθαν στα χέρια. Τα υπόλοιπα δεν τα θυμόταν! Πότε τον έσπρωξε και το κεφάλι του βρήκε στη γωνία του τραπεζιού, πότε άνοιξε η πόρτα και τη βρήκε η μάνα της να κάθεται ένα κουβάρι δίπλα του κι εκείνος να είναι ξαπλωμένος πάνω σε μια λίμνη αίματος, δεν θυμόταν. Ούτε κι αργότερα θυμόταν τι είχε πει η ίδια στην αστυνομία, ούτε και στο δικαστήριο! Μόνο τα ουρλιαχτά της μάνας της ότι της σκότωσε τη μεγάλη της αγάπη και το δικαστή θυμόταν και το μένος του, όταν της έριξε 20 ολόκληρα χρόνια, για ανθρωποκτονία. Και πώς να γινόταν αλλιώς, αφού κι η μάνα της στη λίστα με τους μάρτυρες κατηγορίας ήταν. Κι ούτε ένας δεν βρέθηκε, ούτε ένας, από όλους αυτούς τους κουφούς που ήταν γεμάτη η ζωή της, που είναι γεμάτη η ζωή μας, να πει μια καλή κουβέντα για κείνη! Ίσως γιατί πιθανότατα δεν υπήρξαν ποτέ τους κουφοί, ούτε τυφλοί αλλά ήταν από γεννησιμιού τους δειλοί! Κι αργότερα, θυμόταν και το Νίκο που είχε έρθει στο επισκεπτήριο και τον εαυτό της, που μόλις τον είδε γύρισε την πλάτη της και έφυγε από το χώρο.

Έξι και μισή! Πάλι άδικα χτυπούσε το κουδούνι της φυλακής! Τη Χαρά, τη Χαρούλα, δεν θα την ξύπναγε κανένας πια…

 

_

γράφει η Σοφία Ντούπη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!