full_moon

 

 

 

 

 

 

 

Πίστευε... πίστευε πως μαζί με την ανατολή του ηλίου

θα ‘ρθει και η δική του ανατολή. Δεν ζητούσε πολλά.

Κάτι πολύ απλό. Κάτι πολύ μικρό. Ζητούσε ένα σκοπό.

Ζητούσε το νόημα των λέξεων, των πράξεων. Ήταν για

αυτόν κάτι σαν ιδανικό στη ζωή του. Ένα φιλί, ένα σ' αγαπώ

αν μη τι άλλο θα μπορούσε παραπέρα να σημαίνει; Όμως δεν

γνώριζε! Ζητούσε πίσω τις στιγμές εκείνες, τις νύχτες

που ξάπλωνε, κοιτούσε το ταβάνι και γέμιζε η ψυχή του

με μιαν ικανοποίηση. Ήξερε πως η αυριανή μέρα και η κάθε

επόμενη μέρα θα τον έφερνε πιο κοντά σε αυτό που επιθυμούσε.

Ήταν το όνειρο που ζούσε μέσα του και τον έκαιγε σα φωτιά.

Έβλεπε να ζει ευτυχισμένα κάνοντας πράγματα που αγαπά και

που θα ξεχείλιζαν την ψυχή του λευτεριά. Όμως που να ξερε...

 

Περίμενε την ανατολή να έρθει και μαζί να ‘ρθει η δική του.

Δεν ζητούσε πολλά. Μόνον τον εαυτό του πίσω. Να τον έχει

μαζί του θαρραλέο, τολμηρό και έξυπνο, στοχαστικό όπως

τον είχε συνηθίσει τόσα χρόνια. Τον ήθελε μαζί του να

συζητάνε για κείνα, τα ατέλειωτα, τα άπειρα. Τώρα μονάχα

δεν του αποκρίνεται, ούτε λέξη... Σαν λαβωμένος στέκει

και τον κοιτάει. Να ναι άραγε νεκρός; Δεν το γνώριζε.

 

Περίμενε την ανατολή του να ‘ρθει. Έβλεπε σε ανθρώπους

γύρω του τον ήλιο τους να δύει. Δεν το σκέφτηκε πολύ.

Θα τους δώσω τη δική μου αγάπη, την δική μου ζεστασιά.

Ακόμα και αν δεν γνωρίζουν την αγάπη θα τους δώσω την

δική μου. Είπε. Έτσι είπε. Όμως δεν γνώριζε!

 

Περίμενε την ανατολή του να ‘ρθει. Μαζί με την ανατολή

του θα ‘ρθει και ένας σκοπός. Θα ‘ρθει εκείνο το νόημα.

Για κείνο που ξημέρωνε και Βράδιαζε! Μα τώρα να προσποιηθώ

πως τους ανθρώπους δεν τους γνώρισα; Μάταιο. Να προσποιηθώ

πως δεν με λύγισαν; Αδύνατο. Να πω πως δεν με άδειασαν;

Δύσκολο.

 

Η ώρα έξι και τριάντα. Περίμενε! Περίμενε τη δική του

ανατολή. Πιο άδειος από ποτέ. Πιο μόνος από ποτέ. Γιατί

δεν γνώριζε...

 

_

γράφει ο Χριστόφορος Κανδρεβάς

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!