Σε ένα σαπιοκάραβο επάνω μπάρκαρες την άδεια σου ζωή.
Γίναν λιμάνια ξένα και πολιτείες άγνωστες,
η νέα σου πατρίδα.
Στοιβάζοντας τα όνειρά σου σε μια παλιά βαλίτσα, 
ξημεροβραδιαζόσουν σε πανδοχεία φθηνά
μεθώντας με αλκοόλ έψαχνες για ελπίδα.
Μα όλα χάθηκαν μια κρύα νύχτα, 
λυσσομανούσε η θάλασσα θυμάσαι; 
Φοβέρα τότε μεγάλη πήρες
και αμέσως ρότα άλλαξες,
στεριά να ριζώσεις αναζητούσες 
και μια ζωή σαν ήρεμα καλοκαίρια εκλιπαρούσες. 
Δίχως χειμώνα, δίχως μοναξιά.

 

_

γράφει η Ελευθερία Σταματοπούλου 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!