church_sea_kostoglou

Φωτογραφία: Βάσω Κώστογλου

Ήσουν εκεί, στο γέλιο ενός παιδιού, που μου ‘φερε μια χούφτα θάλασσα
να βρέξω τ’ ακροδάχτυλά μου στη διάφανη αλμύρα.
Ήσουν εκεί, στο σύννεφο, που χάραξε με μια πινελιά στον καμβά του ουρανού
ολόλευκη κορώνα, ακριβώς πάνω από το Κέλυφος, το ερημονήσι.
Ήσουν εκεί, στο πέταγμα του γλάρου, που ισορροπώντας στη γραμμή του ορίζοντα, σαν λευκή βολίδα έσκιζε και χώριζε στα δύο
το μπλε της θάλασσας και του ουρανού.
Ήσουν εκεί, στη ρίζα του βράχου, που είχε με το κύμα πιάσει ψιλή κουβέντα.
Ήσουν εκεί, στο αεράκι, που ανάσαινε ρετσίνι πεύκου και θαλασσινό αλάτι.
Κρύφτηκα στη σκιά από ένα αλμυρίκι και κοίταξα ψηλά για να σε δω.
Η λάμψη σου μου χαμήλωσε το βλέμμα.
Το χαμόγελο σου χύθηκε ολόχρυσο ποτάμι, να λαμπυρίζει πάνω στα καταγάλανα νερά.
Ήσουν κι εκεί…
Ήσουν παντού και πάντα και για όλους
Σε ψάχνω…
Ποιος είσαι;
Τι είσαι;
Πού είσαι;
Έφτασε στ’ αυτιά μου ο λεπτός μεταλλικός ήχος της καμπάνας
απ’ το ξωκλήσι του  Αι Νικόλα, που έστεκε λευκό μαντήλι στο ακρωτήρι
και καλοτύχιζε τα πλεούμενα που πηγαινοέρχονταν στον κόλπο.
Εκεί ήσουν, και ήσουν… θεός.
Β.Κ.

Θεός ήσουν… πάντα εκεί άγνωστη φιγούρα αγγελική
τα χνάρια μου έγραφες στο χώμα πριν ακόμα τα πόδια μου σύρω
Σε έφερνε η θάλασσα σα χάδι και έγραφε πάνω μου όνειρα αλμυρά
ήσουν εκεί βαφτιστικός σταυρός και φυλαχτό κάτω από το μαξιλάρι
τα ψαροκάικα πάντα σε χαιρετούσαν στα δίχτυα τα ψάρια ζεστή υπόκλιση
ήσουν εκεί ανάμεσα στα κύματα που μέτραγαν οι δροσερές ευχές μου
μέθη από λιαστό κρασί μιας καταγάλανης μέρας καλοκαιρινής
ήσουν εκεί το αέρινο καλωσόρισμα σε μπλε μεταλλικό τραπέζι
το κεντητό στρωσίδι που μοσχοβολούσε νοικοκυροσύνη και σαπούνι
ήσουν εκεί στο άπλωμα της μέρας και στο παίδεμα της νύχτας
μυρωδιά από βασιλικό στο χέρι μου, μου χάραζες γραμμές
σε ψάχνω σε αναζητώ
ρωτώ ξαναρωτώ για το ποιος είσαι
μα μέσα στην καρδιά μου σουστάρουν οι παλμοί
και το όνομά σου δίνουν…
Μ.Τ.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!