Select Page

Ακροβάτης σιωπής

Ακροβάτης σιωπής

 

 

-Καλησπέρα σας! είπε με σχεδόν τραγουδιστή φωνή η πελάτισσα που έμπαινε φουριόζα στο φαρμακείο, ενώ στα αυτιά του χορωδία ουράνιων αγγέλων έστηνε τρελό πανηγύρι.
-Κλείσατε; συνέχισε η οπτασία που λικνιζόταν μπρος στα μάτια του βλέποντάς τον να κατεβάζει τα ρολά της μεγάλης τζαμαρίας.
-Όοοχι, όχι ψέλλισε αδύναμα σχεδόν συρτά μέσα από τα χείλη του. Τι θα θέλατε; Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος; αποκρίθηκε έτοιμος να λιποθυμήσει ο νεαρός ιδιοκτήτης του φαρμακείου.
-Ένα υγρό φακών επαφής. Αν δεν έχετε, θα αρκεστώ γι’ απόψε σε φυσιολογικό ορό.
-Έχω, πώς δεν έχω, συνέχισε κομπιάζοντας αυτός και τα μάτια του ταξίδευαν στο πρόσωπο της κοπέλας που απρόσμενα το βράδυ αυτό του’ στειλε η Θεά Τύχη.
-Ποιο, ποιο παίρνετε τραύλισε; Έεεχω το ReNu MultiPlus Solution, το Opti-Free και το Novasoft την ενημέρωσε σηκώνοντας ταραγμένος τα μυωπικά γυαλιά του.
-Το ReNu. Ουφ! Με σώσατε. Δεν πρόλαβα να το αγοράσω νωρίτερα και αγχώθηκα. Να είστε καλά! Τι σας οφείλω; συνέχισε η τσαχπίνα κοπέλα που αναστάτωσε βραδιάτικα την ύπαρξή του.
-Δέκα ευρώ αποκρίθηκε εκείνος και τα χέρια του τινάχτηκαν στο άγγιγμα των δικών της τείνοντάς το καλοφτιαγμένο χέρι της, για να του δώσει τα χρήματα.
-Ευχαριστώ πολύ! Καλό σας βράδυ! Μ’ ένα χορευτικό σάλτο γύρισε την πλάτη της και έφυγε.
Α! καλά το είχα υποπτευθεί, χαμογέλασε μονολογώντας με αυταρέσκεια η κοκκινομάλλα βγαίνοντας από το φαρμακείο. Πρέπει να είναι ζαβός ο φαρμακοποιός. Δεν εξηγείται διαφορετικά το χαζεμένο βλέμμα του, το ελαφρύ κεκέδισμά του. Γι’ αυτό είναι πάντα κοντά του η μεστωμένη κυρία, που βλέπω κάθε φορά περνώντας από τη συγκεκριμένη γειτονιά, σκέφτηκε θυμούμενη τα τερτίπια του νεαρού, αν τύχαινε και διασταυρώνονταν τα βλέμματά τους κοιτάζοντάς τον να αιωρείται σαν φιγούρα του Καραγκιόζη πάνω στο μπερντέ.
-Παναγίτσα μου! Τι γυναικάρα είναι αυτή! φώναξε ο μισολιπόθυμος Χριστόφορος και αμέσως σχημάτισε το νούμερο της Αναστασίας, της γειτόνισσάς του, που νωρίτερα του τηλεφώνησε να μάθει την ώρα που θα έκλεινε, ζητώντας να περιμένει λίγο, για να πάρει υγρό φακών επαφής η καθηγήτρια Αγγλικών της κόρης της.
-Ναι; την άκουσε να του απαντά μετά το τρίτο κουδούνισμα.
-Αναστασία, είμαι ο Χριστόφορος. Η κοπέλα που ήρθε για το υγρό των φακών της, είναι φίλη σου; Ελεύθερη, δεσμευμένη, παντρεμένη; άρχισε να τη βομβαρδίζει ανελέητα με ερωτήσεις που ζητούσαν άμεση απάντηση.
-Ελεύθερη και ωραία! Είναι η καθηγήτρια που κάνει Αγγλικά στην Ελπίδα, την άκουσε να λέει και ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον πλανήτη Γη.
-Γιατί ρωτάς; Έγινε κάτι;
-Θέλω να τη γνωρίσω, της είπε ξέπνοα. Κανόνισε να βγούμε σύντομα. Πότε θα πάμε; Πού;
-Μπα, σε καλό σου! Τι έπαθες καλέ νυχτιάτικα; τον ρώτησε. Τι σε τσίμπησε;
-Σε παρακαλώ, θέλω να τη γνωρίσω. Κάνε μου τη χάρη. Βασίζομαι πάνω σου. Θα περιμένω νέα σου. Πότε θα με πάρεις; της είπε λιγωμένα.
- Ηρέμησε παιδάκι μου. Θα το κανονίσω και θα σε ενημερώσω.
-Θα περιμένω. Καλό βράδυ!
Η Αναστασία έκπληκτη πληκτρολόγησε το νούμερο της Μαριέττας και όταν την άκουσε να της απαντά με τη χαδιάρικη φωνή της, τη ρώτησε:
-Ποιος νομίζεις κοριτσάρα μου, ότι τηλεφώνησε για χάρη σου; Ο γείτονάς μου ο φαρμακοποιός, που μου’ λεγες πως μοιάζει με παρωδία του Σαρλό.
-Τι ήθελε; τη ρώτησε κρυφογελώντας το πονηρό θηλυκό.
-Ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί για λόγου σου.
-Τι; Δεν καταλαβαίνω τι μου λες, αντιγύρισε κάνοντας την ανήξερη.
-Αυτό που σου λέω είναι πως θέλει να κανονίσω έξοδο και μάλιστα χωρίς χρονοτριβή.
-Είμαι μέσα, την άκουσε να απαντά και τα’ χασε.
-Μα πώς; εσύ έλεγες πως σου φέρνει περισσότερο για μαριονέττα παρά για άνθρωπος, όταν με είχες ρωτήσει, αν είναι καλά ο γείτονάς μου.
-Το έλεγα, δε λέω, αλλά από κοντά είναι πολύ χαριτωμένος, αν και μιλάει λίγο κομπιαστά. Δε χάνω τίποτα της απάντησε τραγουδιστά, να τον γνωρίσω καλύτερα.
Η μουσίτσα προσπαθούσε εδώ και καιρό να την ψαρέψει, για να καταλάβει, αν ο νεαρός ενδιαφερόταν για κείνη ή ήταν λωλός. Πάντα με δόση αδιαφορίας, της έριχνε μικρό δολωματάκι να μάθει όλο και περισσότερα μια και δεν ήθελε να της ανοιχτεί. Είχε πιάσει τις «άγαρμπες» κινήσεις του και ήθελε να καταλάβει, αν ήταν από ενδιαφέρον ή από αδεξιότητα. Απόψε μάλιστα μετά την επίσκεψή της στο φαρμακείο του σχεδόν βεβαιώθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Η έξοδος με το μαγικό χεράκι της Αναστασίας κανονίστηκε δυο μέρες αργότερα. Στην παρέα ήταν ασφαλώς και ο Μιχάλης, αγαπημένος συνοδοιπόρος στη ζωή της. Η αυλή ενός νεοκλασικού σπιτιού, που λειτουργούσε ως μπαράκι, ήταν το σκηνικό της πρώτης γνωριμίας. Οι πρώτες συστάσεις έγιναν και η βραδιά κυλούσε ήρεμα και ευδιάθετα. Ο Χριστόφορος λιγωνόταν κοιτάζοντας το κορίτσι, που εξιστορούσε ιστορίες και απρόοπτα με τους μαθητές της. Τα χείλη του κρέμονταν από τα δικά της και όταν ήρθε η ώρα του αποχωρισμού τη συνόδεψε στο αυτοκίνητό της ζητώντας να ξαναβγούν μόνοι τους.
-Το είπα μονολόγησε τρομαγμένα η σκέψη του μυαλού του!
-Όποτε θες, αποκρίθηκε η ζουμερή Μαριέττα. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και τον καληνύχτισε. Θα περιμένω  τηλεφώνημά σου, του ψιθύρισε κλείνοντας με νάζι το μάτι.  
-Τώρα τι κάνουμε; ξεφύσησε ο νεαρός μπαίνοντας σαν κυνηγημένος στο αυτοκίνητό του.
Αν και πετούσε στα ουράνια, γιατί από τη στιγμή που εμφανίστηκε η ύπαρξή της στην απέναντι γωνία από το φαρμακείο, είχε μείνει μετέωρος να την κοιτά, η έμφυτη συστολή, τού χτύπησε επικίνδυνα το καμπανάκι.
-Πώς θα τα καταφέρω; Η προοπτική να της ζητήσει να βγουν οι δυο τους ραντεβού, φάνταζε ανέβασμα βουνοκορφής.
Οι μέρες κυλούσαν, τα μαθήματα συνεχίζονταν και ο λιγωμένος Χριστόφορος καρδιοχτυπούσε στη θέα της, Μόλις την έβλεπε να ξεπροβάλλει, χιμούσε μέσα από τον πάγκο ως λαβωμένος ταύρος, πεταγόταν έξω και ρωτούσε με σιροπιασμένο βλέμμα.
-Πότε θα συναντηθούμε;
-Όποτε με πάρεις τηλέφωνο απαντούσε χαμογελώντας και λικνίζοντας τους γοφούς, χανόταν στην είσοδο του σπιτιού της Αναστασίας.
Είχε περάσει ένας μήνας μα ο φαρμακοποιός δεν έλεγε να βάλει το χέρι του, για να σχηματίσει το νούμερό της. Εκνευρισμός και σμήνος τα αναπάντητα γιατί, πηγαινοέρχονταν  στο μυαλουδάκι της στροβίλιζοντας την ύπαρξή της. Δεν υπήρχε λογική εξήγηση σε όλο αυτό το σκηνικό. Κάθε φορά η ίδια κατάσταση.
Οι μέρες περνούσαν, το φθινόπωρο της πρώτης γνωριμίας έδωσε τη θέση του στο χειμώνα, αλλά αυτός τίποτα. Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση. Το ανεμόβροχο, το κρύο, ο χιονιάς σκέπασαν την πόλη και την καρδιά της.
Η Μαριέττα άρχισε να αδιαφορεί, να μην κοιτάει πια προς τη μεριά του φαρμακείου. Περνούσε, χάνονταν στο σκοτεινό στενό. Ούτε μια ματιά, ούτε ένα χαμόγελο. Ζήτησε διέξοδο στο χορό, τη μοναδική της αγάπη, όπως συνήθιζε να λέει στους δικούς της και στους φίλους της. Απίστευτες ώρες ξόδευε στη σχολή της αγαπημένης της δασκάλας, για να μη σκέφτεται. Το ξύλινο δάπεδο φιλοξένησε τον πόνο κι άρχισε σιγά σιγά να γιατρεύει την πληγωμένη της καρδιά. Μετά από αρκετά χρόνια πίστευε πως θα έκανε μια καινούρια αρχή κοντά στο Χριστόφορο, που ήταν τόσο καλό παιδί, όπως τη διαβεβαίωσε και η Αναστασία κάμπτοντας ενδοιασμούς και ανασφάλειες. Να όμως που η τύχη, η μοίρα, τα ανεμοστροβίλιζε όλα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Τώρα ακόμη χειρότερα. Τα πράγματα στράβωσαν από την αρχή! Μα τι είχε πάει λάθος; Μήπως έκανε κάτι πού τον πείραξε; Μα και όταν τον πήρε τηλέφωνο αόριστες υπεκφυγές, υπόσχεση για έξοδο. Δεν μπορούσε να τον καταλάβει.
Ο Χριστόφορος από την άλλη, που στεκόταν ανέντιμα στις υποσχέσεις του, μαράζωνε. Άρχισε να καμπουριάζει. Του άρεσε η κοκκινομάλλα τόσο πολύ. Του είχε πάρει τα μυαλά από την πρώτη στιγμή που την είδε να περνά το δρόμο απέναντι από το φαρμακείο του. Η ματιά του έφευγε κλεφτά γλιστρώντας πάνω της. Ήξερε τις μέρες και την ώρα που θα ερχόταν. Την καρτερούσε, για να του δώσει ζωή το χαμόγελό, το γλυκό της πρόσωπο. Μα φοβόταν, φοβόταν τόσο πολύ. Πώς να της πει, πως δεν είχε εμπειρία με τις γυναίκες; Πώς να της πει, ότι τρέμει σαν το ψάρι και φοβάται, μην τα θαλασσώσει; Όχι, αυτό δε γινόταν να της το εκμυστηρευτεί, καλύτερα να πίστευε, πως δε νοιάζεται γι’ αυτή, πως την κορόιδεψε, πως έχει άλλη. Ας σκεφτεί, ό, τι θέλει, μονολογούσε σκύβοντας την ήδη κυρτή πλάτη του, αφού δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος της ανασφάλειας και να βρεθεί μόνος μαζί της.
Οι μήνες ταξίδεψαν γοργά. Η ζωοδότρα άνοιξη ξεπρόβαλλε πάλι στη γη. Μαζί της, το χαμόγελο στα χείλη της Μαριέττας. Όχι, δεν είχε γνωρίσει το μεγάλο έρωτα, αυτό τον έρωτα που περίμενε από καιρό, ούτε συναντήθηκε με το φαρμακοζαβό, όπως τον αποκαλούσε. Απλά έγινε δεκτή στο Πανεπιστήμιο του Essex και θα έφευγε για διδακτορικό στην Αγγλία. Τα πόδια της πετούσαν, μόλις φάνηκε στη γνωστή γωνία. Το βλέμμα της πέρασε τη βιτρίνα του φαρμακείου και καρφώθηκε στη γνωστή φιγούρα. Τίναξε πίσω το μαλλί της που χύθηκε καυτή λάβα στις πλάτες της, με χορευτική πιρουέτα πέρασε το δρόμο. Η ματιά της παγωμένη λεπίδα καρφώθηκε στα μάτια του Χριστόφορου, κερώνοντάς τον. Τον προσπέρασε…
-Μα γιατί δεν της το είπα; μονολόγησε δυνατά αυτός και καμπούριασε ακόμη περισσότερο πάνω στη συνταγή, κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα την έκπληκτη ηλικιωμένη κυρία που του χάριζε ναζιάρικο χαμόγελό με τα ζαρωμένα χείλη της.  
-Μπράβο Μαριεττάκι, φώναξε η μικρή φωνούλα μέσα της. Είδες που φοβόσουν να τον κοιτάξεις κουτούτσικο; Μην ξεχνάς κοριτσάκι μου μα πάντα να θυμάσαι πως «Η ζωή είναι σαν ένα κουτί με σοκολάτες. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου τύχει». Μπορεί να σου ’τυχαν οι πικρές μα έχουν μείνει μέσα οι γλυκές και είναι όλες για σένα.

 

_

γράφει η Μαριάνθη Παπάδη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

8 Σχόλια

  1. Σουλελέ Χριστίνα

    Γι αυτό η ζωή είναι ωραία γιατί είναι απρόβλεπτη. Σαν ένα κουτί με σοκολάτες . Ανάκατες η γλύκα με την πίκρα μαζί. Αλλιώς θα ήταν μονότονη και βαρετή. Μπράβο Μαριάνθη!

    Απάντηση
  2. Μαριάνθη Πλειώνη

    Γέλιο,πίκρα, ερωτηματικά,σκέψεις αρνητικές μαζί με τη γλύκα,την αγάπη για τη ζωή και την ελπίδα! Όλα μπερδεύτηκαν γλυκά,ζωντανά,με συναίσθημα και μπρίο στην πανέμορφη αυτή ιστορία!!!! Το κουτί με τις γλυκές σοκολάτες που ζωγράφισες με την πένα σου μας χάρισε κάτι πολύτιμο.Την ελπίδα μαζί με μια ευχή… Μπράβο!!!!!

    Απάντηση
  3. Μαριάνθη Παπάδη

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα γλυκά σας σχόλια. Εύχομαι η ελπίδα που γεννήθηκε στη ζωή της Μαριέττας να γίνει ευχή και μήνυμα αισιοδοξίας για το ξημέρωμα μιας νέας χρονιάς γεμάτη σοκολατένιες στιγμές!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  4. ΚΟΜΠΟΧΟΛΗ ΣΟΦΙΑ

    Η ζωή έχει τις όμορφες και τις άσχημες στιγμές της. Συναισθήματα χαράς, λύπης και θυμού. Σαν ένα κουτί από γλυκές και πικρές σοκαλάτες, όπως λες, που δεν ξέρεις πότε θα είναι η γλυκιά ..Με υπομονή και θετική σκέψη ξεπερνάμε κάθε εμπόδιο και αναμενουμε την ελπίδα όπως αυτή γεννήθηκε στη ζωή της Μαριέττας!!Εξαιρετικό!!!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Μαριάνθη Παπάδη

      Ακριβώς όπως τα λες Σοφία μου!!!!!!! Σ’ ευχαριστώ πολύ και σου εύχομαι ολόψυχα η σοκολάτα που θα πιάσεις, όταν ανοίξεις το δικό σου κουτί να είναι σκέτη γλύκα!!!!!!

      Απάντηση
  5. Γωγώ Παναγιωτοπούλου

    Τι ακροβάτης και αυτός! Να μην θέλει σοκολάτες.Τελικά όποιος δεν τολμά ούτε σοκολάτες ούτε τσίχλες! Έχει η ζωή τον τρόπο της.Πάντα κερνά αρκεί να το εκτιμούμε, όπως σοφά αναφέρεις. Πάντα δημιουργική να’σαι και να μας εκπλήσεις!

    Απάντηση
  6. Φωτεινή Παπουλιάκου

    Εξαιρετικό !!!! Ένα έχω να πώ…. Ευχαριστώ το σύπαν που μας φέρνει τις πικρές σοκολάτες γιατί μόνο όταν δοκιμάσεις κάτι πικρό στην ζωή σου μπορείς να εκτιμάς την γλύκα ….. (ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟΥΣ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΟΚΙΜΑΖΟΥΜΕ). Εύγε αγαπητή Μαριέττα για την ΤΟΛΜΗ των πράξεών σου !!!

    Απάντηση
  7. Ανώνυμος

    Μαριάνθη Παπάδη
    Ευχαριστώ πολϋ!!!!!!!! Εύχομαι η ζωή να έχει φυλάξει για όλους, μόνο γλυκές σοκολάτες!!!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!