Σαν Θεός γυρεύω της αγάπης αφορμή,

στους μικρούς αυτού του κόσμου και στου πόνου την ορμή.

 

Τη λησμονιά μη φοβηθείς,

στην ψυχή μου να σταθείς,

σα βελόνα στην κλωστή.

 

Κι αν για ένα όνειρο πονάς,

τι που ακόμα εσύ βαστάς,

κάθε ανθρώπου τη χλωμιά.

 

Ξόρκισα τ’ ανθρώπου τη φτωχή του τη στιγμή,

πίκρα να φυσήσει στ’ άλλου ανθρώπου τη ρωγμή.

 

Στην παγωνιά μην κρατηθείς,

κι έλα απόψε να ντυθείς,

την πληγή μου τη ζεστή.

 

Κι αν με το φεγγάρι ξαγρυπνάς,

τι που εσύ θα περπατάς,

στης ματιάς την ερημιά.

 

Θέλω στο ποτάμι της ψυχής σου τ’ αλμυρό,

να’ μπω και ν’ αρπάξω απ’ τον πάτο της σταυρό.

 

Μέριασε λίγο να σου πω,

πως αχ πόσο σ’ αγαπώ,

πως μακριά σου αναζητώ,

 

να’ βρω ένα αστέρι φυλαχτό,

και μ’ αυτό να βουτηχτώ,

στου καημού σου το ουρλιαχτό.

Με κοιτάς χαμένη και τρομάζει η αστραπή,

παραπονεμένη που ματώνεις τη σιωπή.

 

Ποτέ μην πάψεις ν’ αγαπάς,

το δρομάκι της καρδιάς,

που το λένε Γολγοθά,

 

γιατί μ’ Ανάσταση αν μεθάς,

σαν Χριστός θα προσπερνάς,

κάθε ημέρας το φονιά.

 

_

γράφει ο Παναγιώτης Σκοπετέας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!