Ανθέων 6

24.05.2020

Ήταν 1945, τα Δεκεμβριανά νωπά κι ο Μήτσος ο Σελέντης ίσα που την είχε γλυτώσει. Ο φόβος κρεμόταν ακόμα πάνω απ’ την πόλη κι ο εμφύλιος μαγειρευόταν, όμως εκείνος πια είχε τρυπώσει στο δωματιάκι μιας μικρής αυλής στην Καλλιθέα και ψευτοζούσε. Νέος ήταν, θα τα κατάφερνε. Μικροπουλούσε ψευτοπράγματα όπου μπορούσε. Μια άπλωνε την κουβέρτα στο Κουκάκι, μια στο Ζάππειο, μια στην Πανεπιστημίου. Έβγαινε ο άρτος ο επιούσιος κι ως εκεί, ίσως και καμιά φορά περίσευε και για κανένα πιόμα στην ταβέρνα του Μανώλη, Σαββάτο βράδυ, τότε που κάποιοι μπατιρημένοι περιθωριακοί παίζαν τα τέλια τους.

Ήταν κι η Μαρία, μια Μαρία που δούλευε εργάτρια στη Βιβεχρώμ. Ήταν η μεγάλη του καψούρα. Νοικοκυροκόριτσο. Είχε χάσει τους δικούς της στην πείνα και βολόδερνε. Το σπίτι της ήταν στο Μοσχάτο.

Τον είχαν φάει οι ποδαρόδρομοι τον Μήτσο. Ανθέων έξι ήταν η διεύθυνση κι η σκουρασμένη σιδερόπορτα πάντα έτριζε όταν σου άνοιγε για την αυλή. Μανουριαζόντουσαν και πηγαινοερχόντουσαν με τη Μαρία. Πότε γκρίνιαζε εκείνη, πότε αυτός ζητούσε κάτι και δεν τόπαιρνε, όμως πάντα το λιμάνι του ήταν εκεί, Ανθέων έξι. Κάποιον καιρό που μάλωσαν εκείνος βρήκε μια Σούλα. Αγριογυναίκα ήταν με τρόπους δύσκολους.

Κάπνιζε κι έπινε σαν άντρας αλλά έδινε καλά ρουφηχτά φιλιά. Τι να το κάνεις, ο Μήτσος τη Μαρία σκεφτόταν κι ίσως κι εκείνη μόνο αυτόν. Κάποιο χάραμα, αρρωστημένος απ’την καψούρα άνοιξε το πορτάκι πούτριζε, εκείνο, στην Ανθέων έξι.

Μετά χτύπησε την παληά ξύλινη ταμπλαδωτή πόρτα. Η Μαρία έμοιαζε να το περιμένει. Δεν χρειάστηκαν πολλές κουβέντες για να ξαναζεσταθεί η αγάπη. Μια βδομάδα μετά, ο Μήτσος είχε κάνει την καλή πουλώντας κάποια περισσότερα από εκείνα τα μικροπράγματά του και πήγαν μαζί με τη Μαρία στο κουτούκι του Μανώλη.

Οι μπατιρορεμπέτες ήταν εκεί και βάραγαν τα τέλια τους. Κάποια στιγμή εκείνη η φουκαροκομπανία άρχισε να τραγουδάει ένα τραγούδι που καρφώθηκε στο μυαλό του Μήτσου… ”πριν το χάραμα” λεγόταν και ήταν σαν να είχε γραφτεί για εκείνον και τη Μαρία. Ήπιε πολύ εκείνη τη βραδυά και με το ζόρι έφτασε στην οδό Ανθέων.

Η Μαρία του θύμωσε για το πιώμα και τον έδιωξε. Του κόστισε πολύ κι είπε να μην ξαναπατήσει το πόδι του από εκεί.

Τό ’πε και τό ’κανε και πια έπεσε με τα μούτρα στις πραμάτιες και τα εμπόρια. Τό ’βαλε σκοπό να προκόψει και τό ’ξερε πως θα τα καταφέρει. Αλήθεια ήταν και φάνηκε κανά χρόνο αργότερα όταν πια έστησε μόνιμο πάγκο και λίγο πιο μετά κι ένα μικρομάγαζο στο κέντρο. Είχε αρχίσει πια να αισθάνεται δυνατός.

Π;vς τού ’ρθε μια μέρα να ξαναπεράσει από εκείνο το σπιτάκι της Ανθέων… Η θορυβώδης πόρτα ήταν κλειδωμένη. Του φάνηκε περίεργο, η Μαρία δεν κλείδωνε ποτέ. Μια γειτόνισσα του μίλησε.

”Έφυγε η Μαρία, παντρεύτηκε και πήγε στο Παγκράτι”.

Το μυαλό του Μήτσου σταμάτησε. Ένα δάκρυ πήγε να κατηφορίσει στο μάτι του μα το σκούπισε με την άκρη του μανικιού στα γρήγορα. Πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Στ’ αυτιά του έπαιζε εκείνο το μπατιροτράγουδο. Το ”πριν το χάραμα” είχε κολλήσει στο μυαλό του κι ας ήταν δειλινό. Ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος και τον βάδιζε πια μόνος, χωρίς τη Μαρία δίπλα του. Ήξερε πως δεν θα ξαναβρεί άλλη σαν κι αυτή, όμως ήξερε να παλεύει. Θα το ανέβαινε το ανηφόρι έστω κι έτσι κι ας βούιζε ακόμα στο μυαλό του εκείνο το άτιμο το ”πριν το χάραμα”…

γράφει ο Νίκος Νασόπουλος

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

Η Ωραία Θάσος

Η Ωραία Θάσος

- γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη - Θα ‘χε ένα χρόνο τώρα, ίσως και παραπάνω, που ο Σταμάτης ο Δακαρέμης είχε ανοίξει εκείνο το καινούργιο καφενείο στην πάνω γωνία του Νέου Φαλήρου. Προηγουμένως, ο χώρος αυτός ενοικιαζόταν για κάτι παραστάσεις χοροδράματος, δεν...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

  1. Αννα Π.

    Μολις ανακαλυψα το site σας ολως τυχαια !!! ( Ψαχνοντας για μια ακομη φορα την ορθογραφια του …σολομου η σολωμου !!!! )
    Διαβασα την αντιστοιχη μικρη ιστορια και συνεχισα μη μπορωντας να τις αφησω !!!!!!
    Υπεροχο !!!!!!!!!!και λογοτεχνια και συντομη και στο διαδικτυο !!!!!!!!
    Λυπαμαι που δεν το ανακαλυψα νωριτερα ιδιαιτερως κατα την διαρκεια της καραντινας ….
    Σας ευχαριστω πολυ !!!🙏🙏🙏

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου