Select Page

Απευθείας μετάδοση

Απευθείας μετάδοση

 

Αυγουστιάτικο πρωινό. Στέκεται ακίνητη και ανεπέρειστη καθισμένη στη σκουριασμένη μπίντα. Μια σταγόνα υγρής ουσίας χαράζει πορεία στο σώμα της. Καθισμένη ακίνητη έχει βρεθεί εκεί να δει όλα όσα είχες πει πως σήμαινε για σένα.

            Λίγο πριν είχε στριμώξει κομμάτια ύφασμα στη μικρή βαλίτσα της· φθαρμένες ράντες στα φορέματα, ξεφτισμένα κρόσσια στα φουλάρια, τρύπιες δαντέλες στα εσώρουχα, ξεχειλωμένους πόντους σε κάλτσες μονές.

            Της είχες χαρίσει εκείνο το αλλόκοτο φουλάρι σε μια ηλιόλουστη κυριακάτικη διαδρομή· Ερμού-Θησείο. Και ένα μπουκετάκι γιασεμιά. “Για σε μια”. Όχι εκείνη πια. Κάποια άλλη θα ξεφλουδίσει τον καρπό σου μασώντας σε για να φτάσει στα κουκούτσια σου.

            Τώρα θα ψωνίζει μόνο για κείνη, θα μαγειρεύει μόνο για κείνη, θα χρωστάει μόνο για κείνη. “Μόνη. Ένα, δύο, ένα”. Ένα μειδίαμα ξαφνιάζει τους μύες του προσώπου της. Μόνη. Ακόμα και το αλατόνερο αρνείται τον αντικατοπτρισμό της.

            “Είσαι το λιμάνι μου”, της είχες πει.

            Είναι εκεί αγκυλωμένη να δει όλα όσα ήταν για σένα. Για σένα τον έναν. Ταξιδιώτες πηγαινοέρχονται· πιτσιρικάδες φορτωμένοι με σλίπινγκ μπαγκς, μια παρέα από ξεμυαλισμένες ζωντοχήρες, γριές ακροβάτες στα ξύλινα μπαστούνια τους. Φασαρία- “Πόσο δε σου άρεσε η φασαρία”- και αποχαιρετισμοί μ’ οργισμένα μαντήλια. “Ξεμακραίνω”.

            Ο μισός νους της κάνει τα δικά του ταξίδια. Σύννεφα πυκνά, κύματα αγριεμένα, ράγες σκουριασμένες, άσφαλτος πληγωμένη. Μονόδρομοι σημαδεμένοι σε χάρτες σκισμένους. Στροφές· ποτέ δε θα μάθεις τι μυστικά κρατούν στις θηλυκές καμπύλες τους. Η οσμή της ηδονήςτους δε θα εισχωρήσει ποτέ στα επιλεκτικά ρουθούνια σου. “Ανόητε!”

            Ο άλλος μισός κάνει απεργία. Κρύβεται στο εύθραυστο σκαρί του. Αρνείται να δουλέψει. Αρνείται να παράξει. Αρνείται. Απλώς αρνείται. Μη γελάς. Μιμείται το πείσμα και την απάθειά σου. “Πάθος μου”.

            Τα μηνίγγια της χορεύουν στο ρυθμό της φλέβας της. Τίποτα δεν μπόρεσες να ξεστομίσεις. Καθόσουν στο παράθυρο με το ένα πόδι κρεμασμένο, ίδιος πρωταγωνιστής σ’ ασπρόμαυρη ταινία, και κοιτούσες πλάνα με τη φλόγα των ματιών σου. Στάχτες παντού. Μικροί στροβιλισμοί στο υφαντό του ήλιου. “Διάλυση”. Λύση δια σου; Μπορεί, μα όχι ακόμα.

            Στέκεται εκεί σου λέω -κάβος θαλασσοδαρμένος, άλυτος- κουλουριασμένη στον ανεμοστρόβιλο του είναι της. “Χθες, προχθές, σήμερα, τότε, τώρα, κάποτε.” Σημάδια στο χρόνο γίναν όλα κουβάρια -νήμα πάνω στο νήμα, χρώμα πάνω στο χρώμα· πλέξη μπλεγμένη. Αναδρομές φευγάτες. Την άνοιξη άνθιζες ανεμώνες σε χαμόγελα και χάδια, καθώς η βασίλισσα σε κέντριζε με λήθης κεράσματα. “Μη με ξεχνάς”.

            Και να θες δεν θα μπορέσεις. Έχεις εγκλωβιστεί στη φτηνή κολώνια της. Δεν ξέρεις εσύ· πριν σε συναντήσει παρφουμαριζόταν ξανά και ξανά -μέχρι να σφραγιστεί και ο τελευταίος πόρος της- μην τυχόν ξεθυμάνει το άρωμα λεμονανθού. Φανταζόταν σκηνές όλο ρομάντζο -σαν αυτές που διαβάζει στα λυτρωτικά Άρλεκιν πριν κοιμηθεί· πως τάχα ζαλίζεσαι από τη μυρωδιά της και τη χορεύεις εκστασιασμένος στη μέση του δρόμου ή της κάνεις ερωτική εξομολόγηση στη μέση του πάρκου ή τη φιλάς παθιασμένα στη μέση της πλατείας. “Χωρίζω”.

            Δυο παιδιά τρέχουν ταλαιπωρώντας ένα ξεχαρβαλιασμένο παιχνίδι. “Έπαιζες”. Ναι δίκιο έχει· έπαιζες. Έπαιζες στον γεμάτο γαρδένιες κήπο τής νιότης της με τα σαραβαλιασμένα, καλογυαλισμένα παιχνίδια σου. Αδιάφορα αναστάτωνες αργότερα και τα κιτρινισμένα ξεκούρδιστα πλήκτρα της. Η ηχώ τους ακόμα γαργαλάει τις χορδές της. “Μι, ρε, σι. Σόλο.”

            Κάποιος γέρος την προσπέρασε κουτσαίνοντας -“Ποια ιστορία να κρύβουν οι ρυτίδες του;”. Και τα δικά της κύτταρα κάνουν τώρα αθόρυβα τη δουλειά τους. Διαγράφουν ανήλιαγα φαράγγια στο μέτωπο, ανάμεσα στα φρύδια, στα χείλια. Χείλια ζωγραφισμένα, δεσμοφύλακες στα θέλω της. Λέξεις που δεν δραπέτευσαν ποτέ. Τα κύτταρά της ύπουλα τσαλακώνουν μονοπάτια.

            Είναι εκεί ασάλευτη γαντζωμένη στις φθορές της. Ασάλευτη με δυο μάτια υγράνα καθρεφτίζουν τις εναλλαγές των φθινόντων χρωμάτων. “Πόσο άλλαξες”. Ένα σύννεφο σκοτεινιάζει το μισό της πρόσωπο, το μισό της χέρι, το μισό μισοφόρι της, το μισό ηλιοκαμένο πόδι της. “Ξεθωριάζω”.

            Ο ουρανός ξεπλένει τα πινέλα του. Το μαβί είναι το αγαπημένο σου χρώμα. Δεν κάνω λάθος. Ένα σούρουπο βαμμένο της τό ’χες ψιθυρίσει στο αριστερό αυτί της- εκεί πιάνουν, λες, περισσότερο τα φλογερά τα λόγια- “Είσαι το λιμάνι μου”. Χαμογέλασε, σε κοίταξε κατάματα και σου πρόσφερε τους κόκκινους κλειδοκράτορές της. “Mavie”.

            Οι κλειδώσεις της απολαμβάνουν την αργία τους. Ο αμφιβληστροειδής έχει φτάσει στη νιρβάνα του. Ένας λυγμός χοροπηδά στο λαιμό της. Ο δρόμος αδειάζει. Μια ζητιάνα μόνο σέρνει το βρώμικο καρότσι της σε μαύρο φόντο. “Σέρνομαι”. Σερνόσουν στο σώμα της και συ. Σςςς μη μιλάς, άκου μόνο. Σύμη, Σαμοθράκη, Σέριφος. Όλες γεύτηκαν στα σπλάχνα τους το σπαρτάρισμά της. Σπαραγμός. “Σκουλήκι”.

            Ταράζεται με τη ίδια της την έσω φωνή. Οι παλάμες της ταξιδεύουν αυτόματα στη μύτη, το στόμα, τ’ αυτιά. Δεν το εννοεί, δεν μπορεί να το εννοεί, δε θέλει να το εννοεί. Από το στόμα της ξεχύνονται άλφα μαζεμένα. Η κάψα του καλοκαιριούραγίζει. Δυο περιστέρια ξεγελούν τη βαρύτητα σκορπώντας τα ψίχουλά τους.

            Κρυμμένη στις χούφτες της, φωλιασμένη στην ταλάντευση του κορμιού της είναι εκεί να δει τι σήμαινε για σένα. “Σε μισώ”. Μισός κι συ μισή και κείνη στέκεστε, όχι μαζί- ποτέ πια μαζί-, αλλού ο καθένας σας σαν άλλοι, αλλοτινοί, αλλότριοι και αλλοτριωμένοι. “Αντίο”.

            Ήταν εκεί να δει τι σήμαινε για σένα. Το μόνο που είδε ήταν αφίξεις και αναχωρήσεις.

            Μην κλαις.

 

 

γράφει η Βίκη Κοσμοπούλου

 

Η Βίκη Κοσμοπούλου γεννήθηκε στο Μόντρεαλ του Καναδά από γονείς μετανάστες. Ξεκινά και ολοκληρώνει τη σχολική της φοίτηση στην Καλαμάτα. Φοιτά στο τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πάντειο στο γνωστικό αντικείμενο “Ψυχολογία και ΜΜΕ”.

Έχει εργαστεί ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων κ΄ επικοινωνίας και κειμενογράφος σε ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά έχει προσφέρει και εθελοντική εργασία σε δημόσιες δομές στον τομέα της ψυχικής υγείας. Σήμερα εργάζεται σε ιδιωτικά κέντρα ψυχοπαιδαγωγικής υποστήριξης στους τομείς της αποκατάστασης ειδικών μαθησιακών δυσκολιών και της ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης.

Η ενασχόλησή της με τη συγγραφή ξεκινά από τα φοιτητικά της χρόνια. Έχει γράψει ποιητική συλλογή για παιδιά δημοτικού, ποιήματα και στίχους, οι οποίοι έχουν μελοποιηθεί και παρουσιάζονται από μουσικό σχήμα. Συχνά αρθρογραφεί για διάφορα θέματα σε τοπικές εφημερίδες και διαδικτυακά περιοδικά. Τέλος είναι αθλήτρια τοξοβολίας στη δεύτερη κατηγορία ολυμπιακού τόξου.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Πολύ καλό ! Βγάζει ευαισθησία και συναισθηματισμό στα νοήματα αλλά
    νομίζω οι πολύ πομπώδεις εκφράσεις και οι εξεζητημένες λέξεις που επιλέγει για να αποδώσει τις εικόνες, δυσκολεύουν κάπως τον αναγνώστη να παρακολουθήσει το νόημα …
    Εν πάση περιπτώσει όμως, σε κάνει να συμμετέχεις σ΄αυτό που διαδραματίζεται και αποδίδει παραστατικά την εικόνα που περιγράφει !!!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      είναι το πρώτο μου εγχείρημα και σαν τέτοιο ίσως ενέχει ένα βαθμό υπερβολής… 🙂

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!