Ταξιδιάρικο πουλί η θύμηση, φτεροκοπά πάνω στις βουβές ώρες, πάντα μ’ έναν ήχο αναχώρησης διαπεραστικό να τη σφραγίζει. Όπως αλλάζει απότομα ο ζεστός νοτιάς, φορώντας του βοριά το πανωφόρι και μ’ ένα σφύριγμα κλείνει την πόρτα  στο καλοκαίρι, δίχως κανείς ν’ αντισταθεί.

Πλάνη μεγάλη πως ο χρόνος γρήγορα περνά, λόγια παρηγοριάς πάνω από φωτογραφίες με χαμόγελα, σαν τις στιγμές, παγωμένα.

Συλλαβιστά να διαβάζονται οι λέξεις στο βιβλίο της ξενιτιάς, για ν’ αποκτούν το νόημα που τους πρέπει. Δεν είναι χρόνος εκείνο το χέρι που μηχανικά φυλλομετρά το ημερολόγιο κι αλλάζοντας εικόνες μας φέρνει πιο κοντά σ’ εκείνο που καρτερούμε.

Είναι η πνοή της παρουσίας, είναι τ’ όνειρο, οι ανάσες που γεμίζουν τα δωμάτια, τα βλέμματα που ζωγραφίζουν τους τοίχους, η ζωή με τα τρία γράμματα και τις άπειρες στιγμές, η έγνοια, είναι το γέλιο που ρουφάει τον αέρα κι αυτές ακόμα οι σιωπές που λουφάζουν τρομαγμένες στις γωνιές.

Στο δρόμο της απουσίας, που το βήμα της χωρίς βιασύνη σέρνει, συλλαβίζοντας να την προφέρουμε. Για να είναι διπλή η χαρά την ώρα που με σπουδή θα γράψουμε, σαν μαθητούδια στο σχολειό, την ακριβή τη λέξη ¨παρουσία¨.

 

_

γράφει η Μαριάνθη Πλειώνη 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!