Select Page

Από σώμα σε σώμα (aka: The Body Changers)

Από σώμα σε σώμα  (aka: The Body Changers)

 

boskainos-13-1-16

Φωτό: Γιάννης Αβραμέας

Ένωσαν τα κορμιά τους με εκείνο το πάθος της παράνομης συνεύρεσης.

Το δωμάτιο, από εκείνα τα θεματικά των fuckmotels, (γαμηστρώνων νεοελληνιστί) ντυμένο υπερβολή κακογουστιά και κιτς. Τι σημασία είχε; Ποιος νοιάζεται για όλα αυτά μετά τα πρώτα λεπτά της εισόδου; Μετά το απαραίτητο …ντους, μιλάει η φύση στην πιο πρωτόλεια κι αρχέγονη μορφή της. Σ’ εκείνο το ημίφως που ακολουθεί, τα χρώματα και οι ήχοι μπερδεύονται κι αφήνουν συγκεχυμένες εικόνες να γίνουν θολές αναμνήσεις.

Τη φιλούσε άγαρμπα και βιαστικά… παντού και φτιαχνόταν βλέποντάς τη ν’ αντιδρά με κάθε χάδι και κάθε φιλί του. Μπήκε μέσα της χωρίς πολλά προκαταρκτικά. Ήταν έτοιμη. Ο ρυθμός άλλοτε γρήγορος και ζωώδης, άλλοτε αργός με μια στοργική σχεδόν κίνηση. Τα μάτια γυάλιζαν μισόκλειστα. Ένοιωθε μια έντονη ταχυκαρδία κι ένοιωσε και τη δική της καρδιά να χτυπά το ίδιο γρήγορα, πιο γρήγορα… όλο και πιο γρήγορα… μέχρι που εντελώς ξαφνικά… χάθηκαν.

Συνήλθε ανάσκελα σε μια ληθαργική χαύνωση. Ένοιωθε διαφορετικός και δεν είχε την παραμικρή ανάμνηση, του σβησίματος που προηγήθηκε. Τεντώθηκε κι έφερε τα χέρια του σε γροθιές να κοιτούν το ταβάνι... Κόντεψε να πάθει συγκοπή. Αυτά δεν ήταν τα χέρια του. Λεπτά και μακριά ντελικάτα δάχτυλα με βαμμένα και μακριά κόκκινα νύχια.

Τι είδους αστείο ήταν αυτό;

Άνοιξε το στόμα του μετά δυσκολίας και με τρεμάμενα χείλη από τον πανικό ψέλλισε… «Πώς;»

Μια συλλαβή μόνο. Μια και μοναδική συλλαβή ήρθε και τον χτύπησε με τέτοια δύναμη που τινάχτηκε. Ούτε τη φωνή του άκουσε, μιλώντας.

Γύρισε πανικόβλητος αριστερά και αντί για την ερωμένη του είδε τον εαυτό του με σάρκα και οστά να τον κοιτά το ίδιο αποσβολωμένος. Νέο τίναγμα… αυτή τη φορά λίγο έλειψε να πέσει από το στρογγυλό κρεβάτι, ενώ το στρώμα νερού τον έκανε να κουνιέται με τρόπο αστείο σε σχέση με την παράδοξη κατάσταση που είχε επέλθει.

Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το κορμί του ...απέναντι, σε τρεις διαστάσεις κι όχι από καθρέφτη. Τελικά δεν τον έχω και τόσο μικρό σκέφτηκε. Τα αιώνια άγχη των αρσενικών... Με το τίναγμα στο κρεβάτι ένοιωσε να πάλλονται στήθη γυναικεία και βαριά κάτω από το στέρνο του. Τα έπιασε και τα ακινητοποίησε έντρομος. Και πιο κάτω; Κάτι έλειπε. Κοίταξε το περιποιημένο εφηβαίο που έχασκε ανάμεσα στα πόδια του και ούρλιαξε…

Άκουσε τη μπάσα φωνή του να βγαίνει από το ανδρικό σώμα δίπλα του… «Μωρό μου… τι διάολο μας συμβαίνει;»

 

***

 

Ο Μάνος ήταν ένας γοητευτικός σαραντάρης με κρίση μέσης ηλικίας. Οι ανασφάλειες και ο πολυετής γάμος του, του δημιουργούσε έντονα την ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης. Κανονικά τόσο το δέσιμό του με την υπέροχη οικογένειά του, όσο και τα γυναικεία φλερτ που αύξαναν με την ηλικία του, δεν θα έπρεπε να τον οδηγούν να ψάχνεται. Στα σαράντα του όπως είχε ξυπνήσει μέσα του, ένας εαυτός που αγνοούσε. Ένας χαρακτήρας, που βρίσκονταν εντός του σε ύπνωση και κάποιες στιγμές, - άντε και με κάνα δυο ποτά σε κάμψη των τελευταίων του αναστολών - ξυπνούσε και τότε… τα ‘παιρνε όλα ο διάολος….

Με την Άννα γνωρίστηκαν σε ένα μπαρ. Τη βρήκε τόσο όμορφη που δεν πίστευε ότι θα γυρνούσε να τον κοιτάξει δεύτερη φορά… που να ‘ξερε ότι κι εκείνη τον είδε και σκέφτηκε περίπου τα ίδια. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν αρκετές φορές εκείνο το βράδυ και ήταν πλέον θέμα λίγων μηνυμάτων, λεκτικού παιχνιδιού και γέλιου να έρθουν κοντά. Τόσο κοντά, που η ατμόσφαιρα γέμισε ένταση, ηλεκτρισμό και κιτρινογάλαζες σπίθες…

Η Άννα ελεύθερη, στο κατώφλι των σαράντα κι εκείνη, με πολλές περγαμηνές σπουδών και πολλές κόκκινες πινέζες επισκέψεων στον παγκόσμιο χάρτη… στα προσωπικά της, ερχόταν από έναν πολυετή δεσμό απηυδισμένη και κουρασμένη μέχρι αηδίας… αισθανόταν ότι έχασε το χρόνο της περιμένοντας κάτι που δεν ήρθε πότε παρά τις καλύτερες των προθέσεων από πλευράς της. Ήταν όμορφη με υπέροχο σώμα , θηλυκότητα και χιούμορ. Ο Μάνος της έκανε κλικ… και τον ήθελε αμέσως χωρίς να σκεφτεί σοβαρά ούτε οικογένειες ούτε το μέλλον. Απλά τον ήθελε… κι έτσι έγινε το κακό.

Σ αυτά τα πράγματα… δεν θέλει και πολύ.

 

***

 

Σάββατο απόγευμα σε ένα Καφέ (τρεις μέρες μετά την… αλλαγή)

«Τα έχω παίξει τελείως, θέλω το σώμα μου πίσω ρε Άννα… τι σκατά έγινε;»

«Έλα ρε μωρό μου… τι να πω κι εγώ που τη νύχτα μου κάνει κι… επιθέσεις η γυναίκα σου»… χαμογέλασε πονηρά.

«Ευτυχώς που είσαι ελεύθερη… δεν θα άντεχα κανέναν τριχωτό να τρίβεται επάνω μου, θα του έσπαγα τα μούτρα… Θεέ μου η Γεωργία δε σε κατάλαβε;»

“Κοίτα Μάνο, η αλήθεια είναι ότι με κοιτάζει λίγο περίεργα ώρες - ώρες… από χθες το βράδυ όμως την έχω… μην ανησυχείς πια για εκείνη….»

«ΠΑΣ ΚΑΛΑ;» ούρλιαξε και η μισή καφετέρια γύρισε και τους κοίταξε. «ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΕΚΑΝΕΣ; ΔΕΝ ΕΙΠΑΜΕ… ΟΧΙ ΣΕΞ;»

«Ηρέμησε Μάνο, ναι… το είπαμε, μα οι ισορροπίες είναι τόσο λεπτές… μην ξεχνάς ότι βασικό μέλημά μας είναι να μην καταλάβει κανείς ούτε τη σχέση μας ούτε αυτό το απίστευτο που μας συνέβη. Ειδικά το δεύτερο, το οποίο μάλιστα εάν είναι και μη αναστρέψιμο να ετοιμάζεσαι να κάνουμε τα πειραματόζωα σε κάποια εργαστήρια για το υπόλοιπο της ζωής μας… έτσι δεν είναι ;»

«Σκατά, σκατά, σκατά… σκατά εις την νιοστή…»

«Οπότε», συνέχισε εκείνη με τη φωνή του, «μέχρι να μπορέσουμε να βρούμε μια άκρη σ όλο αυτό, πρέπει να κάνουμε πως όλα βαίνουν καλώς, να φερόμαστε φυσιολογικά μ’ ότι αυτό σημαίνει για τα σώματα και τις μορφές που έχουμε πια… Κοίτα να δεις, δε σου λέω να το γλεντήσεις κιόλας… σε καταλαβαίνω, μα καλύτερα μια παράξενη για ένα διάστημα, ζωή από την… Καθόλου». Σηκώθηκε πάνω κι έκανε ότι τον παρατηρεί από κοντά μ΄ ένα όργανο παρατήρησης, χρησιμοποιώντας το άδειο της νεροπότηρο…

Του την έδινε στα νεύρα που ήταν πάντα πιο ψύχραιμη, πιο ψυχικά δυνατή και πιο λογική από αυτόν… χαρακτηριστικό δείγμα του ...φύλλου της, μα είχε μεγάλη αγωνία κι ίσως και μια κρυφή ηδονοβλεπτική περιέργεια για το τι συνέβη χτες βράδυ μεταξύ της Άννας – με το σώμα του πια – και της γυναίκας του.

«Εντάξει… άσε τη φιλοσοφία τώρα και λέγε τι έγινε χτες βράδυ… Όλα, με κάθε λεπτομέρεια…»

Στένεψε τα μάτια της πονηρά και σύντομα πήρε μια έκφραση γλυκιάς αναπόλησης κάτι ωραίου…

«Αν θες να μιλήσω όπως αρμόζει στο νεοαποκτηθέν ανδρικό σώμα και στις ανάγκες που αυτό προσάγει…»

Τη διέκοψε…

«Μίλα Ελληνικά γαμώτο…»

«Λοιπόν με δυο λόγια… να τη χαίρεσαι τη γυναίκα σου μεγάλε. Κουκλάρα η άτιμη και στο κρεβάτι... φωτιά και λαύρα»

Του ήρθε να σηκωθεί πάνω και να την αρχίσει στις γρήγορες. Το στομάχι του σφίχτηκε παρασυρμένο από μια ανδρική του παρόρμηση που θα μπορούσε να μεταφράσει σε… ζήλεια. Σχεδόν ταυτόχρονα όμως σκέφτηκε… Τι διάολο εμένα ζηλεύω; (καθώς απέναντι του είχε το σώμα τη φωνή και το βλέμμα του).

Η κατάσταση ήταν κατ’ ελάχιστον… tres chaotique!

 

Του περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τις ερωτικές περιπτύξεις με τη γυναίκα του. Ως γυναίκα και η ίδια ήξερε καλύτερα από κάθε αρσενικό τα μυστικά της γυναικείας ευχαρίστησης κι έτσι δεν ήταν δύσκολο να της χαρίσει ένα βράδυ αξέχαστης ηδονής και πάθους. Πάθους, πασπαλισμένου βέβαια, με την απαραίτητη ποσότητα αγαρμποσύνης ώστε να μην εκτεθεί ανεπανόρθωτα απέναντί της. Η αλλαγή έπρεπε να δείχνει κατά το δυνατόν φυσική…

Τα συναισθήματά του Μάνου ήταν έντονα και ταλαντεύονταν διαρκώς μεταξύ οργής, ζήλειας και ερεθισμού. Αυτό το τελευταίο και ειδικά το επί του νέου του σώματος, απο τύπωμα τον τάραξε ακόμη περισσότερο κι από τη… ροζ εξιστόρηση. Έντρομος αισθάνθηκε τις ρόγες του να σκληραίνουν και το εσώρουχό του (της) να μουσκεύει… Ένοιωσε άβολα και δυστυχώς… υπέροχα ταυτοχρόνως.

 

***

 

Οι μέρες κυλούσαν ζόρικα.

Ο Μάνος βρισκόταν ψυχικά στα όρια της κατάρρευσης.

Απέφευγε το καμάκι στο δρόμο βρίζοντας άσχημα από μέσα κι απ’ έξω του. Κάποια αρσενικά, σάστιζαν που έβλεπαν μια τέτοια κούκλα να βρίζει σα τελειωμένος νταλικέρης. Κάποιοι λίγοι, φτιάχνονταν περισσότερο και τον έπαιρναν από πίσω. Προέκυψαν ελάχιστα τετ α τετ, αλλά όλα έληγαν (ευτυχώς), αναίμακτα, καθώς το κοκτέιλ θυμού κι απόγνωσης που ξεχείλιζε από τα μάτια του διέλυε τις προσδοκίες και του πιο αποφασισμένου υποψήφιου επιβήτορα. Αυτό το βλέμμα του είχε κάτι το «ξένο»…

 

***

 

Τρίτη πρωί, κάπου στο Κέντρο, (17 μέρες μετά την αλλαγή)

Κατευθυνόταν στην τράπεζα για μια ανάληψη. Φορούσε το εφαρμοστό τζιν της που τόνιζε τα υπέροχα σε σχήμα καρδιάς οπίσθιά της… δεν έπαψε να σκέφτεται ότι έπρεπε να ανανεώσει την γκαρνταρόμπα της με ρούχα που θα την (τον) έκαναν πιο αδιάφορη… που θα έκρυβαν τα κάλλη της, πριν γίνει κανένας χαμός και καταλήξει με αίματα σε κανένα νοσοκ…

Μόλις που άκουσε το γδούπο καθώς ο εγκέφαλος του για να προφυλαχτεί, έκλεισε τον «γενικό».

Συνήλθε ξαπλωμένος και δεμένος σε ένα φορείο μέσα σ ένα ασθενοφόρο που διέσχιζε ένα δρόμο με τη σειρήνα να ουρλιάζει.

Ο νοσοκόμος τον κοιτούσε κατάματα και με προσοχή, αν κι όλο και του ξέφευγαν κάποιες ματιές σ’ αυτό το υπέροχο σώμα που κουβαλούσε πια…

«Μην ανησυχείτε δεσποινίς…»

«Μάννν…» παραλίγο να του ξεφύγει…

«Ορίστε;»

« Άννα»… (απογοήτευση και απορία)

«Χάρηκα Άννα, είμαι ο Μάρκος βρίσκεσαι σε ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ προσπάθησε σε παρακαλώ να παραμείνεις ψύχραιμη… μας είπαν ότι βάδιζες αφηρημένα και σε χτύπησε ένα μικρό βαν. Ο οδηγός του έπαθε σοκ… Δεν φαίνεται να έχεις κάτι σοβαρό και μάλλον δεν έσπασες τίποτα… έπαθες μια μικρή διάσειση κι έχασες για λίγο τις αισθήσεις σου… Κατευθυνόμαστε στο νοσοκομείο για τις απαραίτητες εξετάσεις….»

«Εντάξει…» έπιασε πίσω στην κωλότσεπη με προσοχή… πιο πολύ φοβόταν παρά πονούσε. Το κινητό μου… πού πήγε το κωλοκινητό;

Γύρισε νοιώθοντας την ένταση και τα μάτια του συνάντησαν εκείνα του νοσοκόμου, που επίσης τον κάρφωναν λαίμαργα. Έκανε να ψελλίσει κάτι και τότε έφαγε μια δυνατή νοητική κατακεφαλιά. Ζαλίστηκε, καθώς το υποσυνείδητο έβγαλε από το τζουκ μποξ της μνήμης του, τα ίδια εκείνα βλέμματα μεταξύ του ίδιου και της Άννας, λίγο πριν την αλλαγή.

Ένοιωσε να προσγειώνεται με κάποια πίεση των γοφών του πάνω σε κάτι μεταλλικό. Καθόταν. Κοίταξε τα χέρια του και φορούσε μια φόρμα του ΕΚΑΒ… μπροστά του η Άννα… το σώμα της δηλαδή και μέσα της ο… νοσοκόμος.

Ο νέος ξενιστής του σώματος της Άννας ανάσαινε σαν ψάρι έξω από το νερό. Ίσα που πρόλαβε να του κλείσει το στόμα για να μην ουρλιάξει.

Με γρήγορες κινήσεις έβγαλε από το τσεπάκι της φόρμας, που εξείχε, το κινητό του νοσοκόμου.

«Σσσσσσσς μη φοβάσαι… το ξέρω είναι σοκαριστικό μέχρι θανάτου αλλά δεν πεθαίνεις… είμαι ο Μάνος κι αφού ΑΥΤΟ ξαναέγινε, σίγουρα θα ξαναγίνει… άσε με να βρω την αληθινή Άννα και θα μιλήσουμε σύντομα. Πάρε με αύριο από το νοσοκομείο στο τηλέφωνό σου…»

Δάκρυα τρόμου κύλησαν από τα μάτια του νοσοκόμου καθώς κοιτούσε τον εαυτό του απέναντι και δεν μπορούσε να πιστέψει μα ούτε και να δεχτεί την γυναικεία του υπόσταση. Το σοκ τον ξεπερνούσε σε βαθμό που το τζιν της Άννας άρχισε να σκουραίνει στον καβάλο.

«Θα τραβήξω το χέρι μου τώρα… προσπάθησε να μείνεις ψύχραιμος και να μη μιλήσεις σε κανέναν γι’ αυτό, διαφορετικά αντί να ξαναβάλεις τη φόρμα σου κινδυνεύεις να φορέσεις μόνιμα την άλλη τη λευκή με τα μακριά μανίκια… πάρε με στο νούμερό σου μέχρι το βράδυ…». Τη στιγμή εκείνη το ασθενοφόρο ήταν σταματημένο σ’ ένα φανάρι. Κοίταξε έξω από τα μικρά παράθυρα, είδε και τον οδηγό που κοιτούσε οπουδήποτε αλλού εκτός από τον εσωτερικό καθρέφτη και με μια αποφασιστική κίνηση, έστρεψε το πόμολο και την άνοιξε… Πήδηξε έξω και λίγο πριν την κλείσει ξαναφώναξε στον νοσοκόμο… «Ποιος είναι ο κωδικός στο κινητό σου;»

«Ελπίδα… Ελληνικά μικρά…» φώναξε από μέσα ο νεαρός με το σώμα και τη φωνή πια της Άννας.

«Έτσι», χαμογέλασε ο Μάνος, «κι ευτυχώς η πουτάνα πεθαίνει πάντα τελευταία…»

 

***

 

Απόγευμα

Νοσοκομείο Ευαγγελισμός

Β' Ορθοπεδική

Δωμάτιο 23

 

Παρακάλεσε την νοσοκόμα να του (της) δανείσει το κινητό της, λέγοντας ψέματα ότι μάλλον το έχασε στο ατύχημα. Είχε θολώσει εντελώς... τη μια στιγμή νοσοκόμος του ΕΚΑΒ και την άλλη γκομενάρα με διάστρεμμα (τελικώς) και γύψο, να νοσηλεύεται και να μην ξέρει τί διάολο συμβαίνει...Όλη αυτή η απίστευτη αλλαγή, σκεφτόταν πως πρέπει να είναι εφιάλτης, αλλιώς το... Δαφνί, φάνταζε ένα ιδανικό λιμάνι σε αυτή την παρανοϊκή καταιγίδα.

Πήρε το κινητό της νοσοκόμας και κάλεσε τον... αριθμό του. Στο δεύτερο χτύπημα το σήκωσε ο Μάνος με τη φωνή του. «Εμπρός... » Η σκέψη του κόλλησε σαν τσίχλα κάτω από σχολικό θρανίο. « Παρακαλώ; » ξαναρώτησε ο Μάνος. Δειλά, μέσα από ένα μείγμα τρόμου και πανικού κατάφερε να ψελλίσει με τη γυναικεία φωνή που του προσέδιδαν οι φωνητικές χορδές της Άννας... «Εγώ... είμαι...» Τον διαπέρασε ένα ρίγος και γρατζούνισε το μέτωπο του τρίβοντάς το με τα κατακόκκινα μακριά νύχια.

«Άκου φίλε» μπήκε αμέσως στο ψητό ο Μάνος, «Συμβαίνει κάτι απροσδιόριστο, κάτι εντελώς παράλογο και ξένο για όλους μας. Να καταλάβεις ουδείς γνωρίζει πως αλλά αυτή τη στιγμή... εσύ έχεις το σώμα και τη φωνή της δικιάς μου, εγώ είμαι εμφανισιακά... εσύ και η κοπέλα μου κόβει βόλτες στην πόλη με το δικό μου το κορμί... δεν ξέρουμε τι σκατά και πως συνέβη αυτό, αλλά το ότι αλλάξαμε οι δυο μας κάποιες μέρες μετά την αλλαγή που είχα εγώ με τη δικιά μου... δίνει ελπίδες... υπάρχει κάποιος μηχανισμός που είναι σίγουρα αναστρέψιμος. Μέσα σε μια στιγμή έντασης... δεν ξέρω... απλά συμβαίνει. Δώσε βάση, παίρνω την Άννα και ερχόμαστε αμέσως από εκεί... που ακριβώς είσαι; »

Του μίλησε και πάλι μαζεμένα μα τον κατατόπισε επαρκώς. Έκλεισαν και πήρε αμέσως την Άννα... Άκουσε τη φωνή του στην άλλη γραμμή αλλά τό χε συνηθίσει πια. Η Άννα στην αρχή δεν γνώρισε τη φωνή του νοσοκόμου και όταν της εξήγησε τι συνέβη έγινε έξω φρενών... «ΚΑΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΜΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;»

Έδωσαν ραντεβού στον Ευαγγελισμό, το έπαιξαν συγγενείς κι έχοντας μαζί τους όλα τα στοιχεία της Άννας και την φόρμα του ΕΚΑΒ,ήταν παιχνιδάκι να καταφέρουν να βρεθούν όλοι τους, στον - ευτυχώς - μονόκλινο θάλαμο.

Κοιταζόντουσαν και οι τρεις τους σαν χαζοί και δε μιλούσε κανείς.

Τρεις άνθρωποι... τρεις ψυχές σε τρία διαφορετικά σώματα... Αμπεμπαμπλόμ του κείθε Μπλομ = κουλουβάχατα, λοιπόν, καπως έτσι πήγανε η εξίσωση.

Πρώτη κινήθηκε η Άννα που κατευθύνθηκε στην τουαλέτα σε κατάσταση σοκ από τσαντίλα . Η κύστη της κόντευε να σπάσει και οι σωματικές λειτουργίες - no matter what - προηγούνται...

Ο Μάνος πλησίασε τον νοσοκόμο και κοίταξε βαθιά στα μάτια του... Ήταν η Άννα σωματικά, το πρόσωπο, τα μάτια... ακόμη και η μυρωδιά της... όμως και στο τρομαγμένο της βλέμμα... σκέφτηκε λίγο και σε μια στιγμή κορυφαίας - όσο και σπάνιας για τον ίδιο - έμπνευσης... έσυρε το χέρι του πίσω στον αυχένα της και της έδωσε ένα παρατεταμένο φιλί στο στόμα... ο Νοσοκόμος τσίτωσε λίγο στην αρχή μα όσο να πεις, το νεοαποκτηθέν γυναικείο ένστικτο και μια παράταιρη αίσθηση... μια περιέργεια του να δει πως ειναι να σε φιλάει ο εαυτός σου...

Αφέθηκε.

Καθώς φιλιόντουσαν με τα μάτια ανοιχτά, ο Μάνος ένοιωσε και πάλι εκείνη την παράξενη αίσθηση... Γίνεται... Συμβαίνει και πάλι...

Ο νοσοκόμος ένοιωσε ξανά οικεία στο σώμα του... κοιτάχτηκε λίγο και αναφώνησε... «Υπάρχει Θεός τελικά... εεεε... δεν χάρηκα καθόλου παιδιά... άντε ΜΠΑΙ... » κι έφυγε σα σίφουνας από το θάλαμο χτυπώντας πίσω του δυνατά την πόρτα.

Η Άννα βγήκε από την τουαλέτα και είδε το σώμα της ξαπλωμένο να την κοιτάζει χαρούμενη... δεν είχε καταλάβει... και ρώτησε. «Τί έγινε; Πού πήγε ο Μάνος; »

«Εγώ ειμαι μωρό μου» της απάντησε η φωνή της... «Ο Μάνος... απλά λίγο πιο ΚΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ από το φυσιολογικό" την περιέπαιξε λίγο πιάνοντας προκλητικά τα πλούσια στήθη της που κρεμόταν μπροστά του και κάνοντας μια προκλητική γκριμάτσα με σούφρωμα των χειλιών... «Κλείδωσε την πόρτα κι έλα εδώ τώρα... νομίζω έχω τη λύση"... της έκλεισε πονηρά το μάτι.

Άλλαξαν ξανά...

Ευτυχώς...

Κοίταζαν ο ένας τα μάτια του άλλου για ώρα... δεν ήξεραν αν έπρεπε να κλάψουν ή να γελάσουν, όμως η ζωή έδειχνε να επιστρέφει στο φυσιολογικό... (όπως το γνώριζαν τουλάχιστον).

Μετά την αλλαγή η Άννα στο σώμα της πια σηκώθηκε βρίζοντας από τον πόνο του διαστρέμματος και πήγε στην τουαλέτα... «Καθόλου δε με προσέξατε μαλάκες»... έφτυσε.

Μπήκε στον καμπινέ κι άφησε ανοιχτή την πόρτα. Ο Μάνος άκουσε τον θόρυβο που έκαναν τα ούρα στη λεκάνη καθώς έπεφταν με πίεση κι άνοιξε τα μάτια...

Δεν είναι δυνατόν... δε μπορεί... ποιος πούστης είναι αυτός τώρα;

Η Αννα, παρά το γυναικείο κορμί κατουρούσε όρθια και σφύριζε κιόλας σα νταλικέρης σε διάλειμμα... την άκουσε μέχρι και να κλάνει στο τέλος...

Γύρισε και τον κοίταξε κατακόκκινη και με το που είδε τη φάτσα του έσκασε στα γέλια.... «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ, αν είχες ένα καθρέφτη μόνο να δεις τα μούτρα σου γλυκέ μου... το χρειαζόσουνα το κρύο ντους... στο χρώσταγα για το γύψο».

Πήρε ένα μαρκαδόρο από το κομοδίνο κι έφτιαξε πάνω του μια καρδούλα... Ετοιμάστηκε να γράψει και τα αρχικά τους... τον ξανακοίταξε δήθεν σοβαρή και με προσποιητή, αντρική φωνή, του είπε «Έλα λέγε ρε μαγκάκι... τι να γράψω ναούμε;».

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Τιμάς το όνομα της στήλης σου με τον πιο έξυπνο και απολαυστικό τρόπο! Εύγε! Πάντα τέτοια

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    Μπράβο! Έξυπνο κείμενο με πολύ σωστή και ευχάριστη παρουσίαση! Διαβάζεται άνετα και αφήνει αίσθημα χαράς και ανακούφισης! Μπράβο, Δημήτρη!

    Απάντηση
  3. Alexandros Icydemon Koutroulis

    Απολαυστικό όπως πάντα, αν και δεν είμαι ιδιαίτερος λάτρης του φανταστικού – υπερφυσικού. Θα το ήθελα λίγο μεγαλύτερο, αλλά τι να κάνουμε, όλα τα ωραία τελειώνουν κάποτε 🙂

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!