Αρτάνη

3.10.2014

 

 

Η μοναξιά και η απελπισία μάχονταν στο προσκεφάλι του, θηρία κι οι δυο ανυποχώρητα. Ο ύπνος και ο θάνατος σκάλωσαν πάνω του διεκδικώντας μερίδιο. Τα δάχτυλα χαλάρωσαν, η τελευταία ρουφηξιά γλίστρησε στο ταβάνι, βουβό το στρώμα πάγωσε τον ήχο της, παραδόθηκε.

Το παράθυρο που δεν πρόλαβε ν’ ανοίξει, ο καπνός που κυρίευσε το δωμάτιο, όλη του η ζωή ένα σύννεφο που έφερνε πάντα βροχή. Οι μοίρες, οι θυγατέρες της νύχτας, έρχονταν πάντα βαθιά μεσάνυχτα σε κείνον, ποτέ πρωί. Όσο θυμόταν, ένιωθε τη ζωή του ταξίδι ματαιωμένο απ’ την αρχή. Ακόμα και τ’ όνομά του το πήρε στην τύχη. Ή καλύτερα σ’ ένα παιχνίδι της.

Όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του, τα χρόνια του εμφύλιου, η μάνα του ήταν έγκυος σ’ αυτόν. «Εμμανουήλ», τ’ όνομα του πατέρα του και το δικό του, για να τιμήσουν τη μνήμη του. «Στη γλώσσα του Χριστού, θα πει ο θεός μαζί σας, παιδί μου», του ‘λεγε η μάνα του, χωρίς πολλά λόγια, χωρίς εξηγήσεις, μνήμες, θυμό, μίσος.

Δεν είχε τελειώσει το Δημοτικό, όταν έπιασε δουλειά στις αλυκές. Εκεί μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι, που από τότε, ποτέ δεν έσβησε, χανόταν στο λευκό και το ασημί του αλατιού και ρούφαγε την αλμύρα του. Ρουφηξιές ήταν η ζωή του, ως τα βάθη της ψυχής του, αχόρταγες. Δεν το ‘θελε. Ήταν η φτιαξιά του τέτοια, ο ίδιος του εαυτός τον κυνηγούσε, αυτός νόμιζε πως ξέφευγε, παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι.

Στα δεκαοχτώ μπάρκαρε στα καράβια, με την ελπίδα της λύτρωσης στα πέλαγα. Λίγο πριν φουντάρει στον ωκεανό τον μάζεψαν, πέταξε την κουβέρτα που τον σκέπασαν, ζήτησε τσιγάρο.

Στα είκοσι, αγάπησε και κλέφτηκε κι όλοι έπεσαν πάνω του, αφού δουλειά δεν είχε, «τι τις ήθελε τις παντρειές». Σ’ ένα υπόγειο αυτός, η αγάπη του κι ένα παιδί, που η γειτονιά έλεγε πως δεν ήταν δικό του, κοντά στο τσιγάρο, έμαθε και το ποτό.

Όταν όλοι κι όλα τον εγκατέλειψαν, γύριζε εδώ κι εκεί και με δουλειές του ποδαριού και θελήματα πάλευε να επιβιώσει. Έξι σκαλοπάτια κάτω από τη γη, έβλεπε τις σόλες από τα παπούτσια των περαστικών και μάζευε τ’ αποτσίγαρα που πετούσαν. Τικ τακ ρυθμικό κάθε βράδυ ο ήχος των τακουνιών, που έμπλεκε με τη βροχή όταν χειμώνιαζε, κυλούσε αργά κι έσβηνε στο τέλος του δρόμου, παίρνοντας μαζί του και το τελευταίο ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.

Τις ώρες εκείνες που ήχοι και ανθρώπινες ανάσες έσβηναν, ονειρευόταν τη ζωή, τη στρωμένη, καλή, τακτοποιημένη ζωή, που το ψιλόβροχο βρίσκει τους περισσότερους, καθισμένους σε αναπαυτικούς καναπέδες, μπροστά σε μεγάλα παράθυρα, να ρεμβάζουν χαμογελώντας με ικανοποίηση για τις ομορφιές της φύσης, σχολιάζοντας -δήθεν μ’ ενδιαφέρον, στην ουσία αδιάφορα- για τις ξαφνικές αλλαγές του καιρού! Απότομα και νευρικά τις σκέψεις αυτές ακολουθούσε ένα τίναγμα στον ώμο, σαν να ήθελε να διώξει από πάνω του την σκόνη κι απ’ το μυαλό του τις ζωές των άλλων.

Το τριμμένο του πανωφόρι, συντροφιά στις περιπλανήσεις της ερημιάς, όταν χειμώνιαζε. Σερνόταν μαζί του στα πάρκα, στις πλατείες, στους δρόμους, εκεί που οι υπόλοιποι ζούσαν χαρές, λύπες, χαμόγελα, αγκαλιές, χωρισμούς, σμίξιμο. Με τα ξεροκόμματα που μάζευε τάιζε τ’ αδέσποτα, αποζητώντας εκείνο το βλέμμα, το γεμάτο ευγνωμοσύνη και ζεστασιά, να το φυλάξει για τις ώρες που πλάγιαζε μονάχος. Μ’ εκείνο το βλέμμα προσπαθούσε να σβήσει την εικόνα που τριβέλιζε στο μυαλό του, την αρτάνη, το συρματόσχοινο που τότε στα καράβια έδεναν και τραβούσαν τα φορτία, μα τον ήχο της που κροτάλιζε καθώς ανεβοκατέβαινε, δεν κατόρθωνε να τον αποδιώξει. Καθαρός όπως τότε, διαπερνούσε όλο του το κορμί, σέρνοντας τη φωνή του¨ρτρτρτρτρτρτρτρτ¨.

Όταν η σειρήνα της πυροσβεστικής αναστάτωσε τη γειτονιά, λίγο πριν ξημερώσει, πολλοί ήταν αυτοί που αναρωτήθηκαν με έκπληξη «μα καλά, ζούσαν άνθρωποι εκεί κάτω;»

Έξι σκαλοπάτια κάτω από τη ζωή, κουρνιασμένος σε μια γωνιά, με μια τελευταία ρουφηξιά να γέρνει στ’ ακροδάχτυλα, τυλιγμένος με το μισοκαμένο πανωφόρι της μοναξιάς του, δεν αρνιόταν πια τίποτα. Παραδόθηκε.

 

_

γράφει η Μαριάνθη Πλειώνη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

Μια Φιλία

Μια Φιλία

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Υπάρχει άραγε φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα; Αυτό ίσως είναι το πιο αμφιλεγόμενο και σίγουρα ακόμη αναπάντητο ερώτημα της ιστορίας του ανθρώπου. Πιο εύκολα τετραγωνίζεται ο κύκλος. Οι απόψεις χωρίζονται σε ομάδες σαν το...

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Η Ρίτα, φοιτήτρια στην Αρχιτεκτονική, στην επαρχιακή πόλη, χαιρόταν το επιτέλους κατάδικό της δωμάτιο, μια γκαρσονιέρα στο ισόγειο κεντρικής πολυκατοικίας. Έξι τα ξημερώματα ανυπόμονη για τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών και για τη μέρα που ερχόταν. Ανακουφισμένη...

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Διαβάστε κι αυτά

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Εκείνος παραφυλάει στη γωνία, επιμελώς κρυμμένος κάτω από μαύρη ρεντικότα, σκούφο και δερμάτινο χαρτοφύλακα που χάσκει σκισμένος. Την κοιτά με ματάκια μικρά. Τα ματογυάλια κρύβουν μια σπάνια εξαιρετική όραση. Με τρεμάμενο χέρι εκείνη βγάζει τα κλειδιά, κάνει να...

3 σχόλια

3 Σχόλια

  1. Γιάννης Καλαϊτζάκης

    περιγραφικότατη και γεμάτη από εικόνες συγκίνησης …. συγχαρτήρια για την πέννα σου … )

    Απάντηση
  2. Νίκος Γιαννακάκης

    Ολοζώντανη περιγραφή, εικόνα, συναίσθημα. Ματιά τέχνης για τους “Εμμανουήλ” της ζωής και για τον “Εμμανουήλ” ‘ως μέρος της ζωής, του εαυτού όλων μας.

    Απάντηση
  3. Niki Syrpa

    Εκπληκτικό κείμενο δοσμένο αριστουργηματικά από μία συγγραφέα με ιδιαίτερες ευαισθησίες.Με συγκινήσατε βαθειά.Συγχαρητήρια!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου