Αρχαίες ψυχές, απόσπασμα έβδομο

17.12.2015

 

 

atzemoglou 7

Η πόλη, ένας μεγάλος φάρος φώτιζε από μακριά.

Πέφτοντας από τον ουρανό, τα φτερά της ψυχής μου, προσθαλασσώθηκαν.

Πρόβαλα το κεφάλι από τα παγωμένα νερά και αντίκρισα όχι και πολύ μακριά, το άγαλμα της Ελευθερίας. Ελευθερίας μου.

Ξεπλύθηκα από την αστρική σκόνη και το μάτι μου περιπλανήθηκε στα νερά.

Γλαροπούλια με είχαν κυκλώσει και ψάρευαν με το ράμφος τους τ΄ απομεινάρια από ψίχουλα που επέπλεαν από το φέρι που είχαν ρίξει οι επιβάτες στην αγκαλιά της.

Αναρίγησα από το παγωμένο νερό και κολύμπησα ως την ακτή. Οι ψυχές είναι αυτές που πάντα κολυμπούν, μέχρι το χείλος της αντοχής τους. Είναι αυτές που επιδεικνύουν δίψα και θάρρος ζωής σε κάθε περίσταση.

Έφτασα εξαντλημένη στο λιμάνι. Το κρύο διαπεραστικό. Λίγες ακόμη ώρες και θα ξημέρωνε. Χτύπησα διστακτικά και μετά όλο και με μεγαλύτερη ένταση την πόρτα του νυχτοφύλακα του λιμανιού. Μου έδωσε μια ζεστή μάλλινη κουβέρτα να τυλιχτώ. Μου πρόσφερε μια κούπα αχνιστό τσάι, με δυναμωτικές σταγόνες λεμονιού και μπόλικο ρούμι που μου έκαψε τα σωθικά. Μια γλυκιά κούραση απλώθηκε σε όλο μου το σώμα και χωρίς να το καταλάβω έπεσα στην αγκαλιά του Μορφέα.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έκαναν την εμφάνιση τους από το τζάμι του μικρού φυλακίου. Η πόρτα μισάνοιχτη και το ελαφρύ αεράκι με ξυπνούσε. Ο φύλακας έλειπε, ίσως για μια επιθεώρηση, στο λιμάνι. Σηκώθηκα με βαριά καρδιά και κατευθύνθηκα στον νιπτήρα. Στην πάνω σειρά ντουλαπιών άνοιξα, ψαχουλεύοντας για καφέ και ζάχαρη. Έφτιαξα μια γερή δόση, για να με ξυπνήσει για τα καλά.

Σε άλλον αιώνα βρέθηκα και πάλι. Ταξίδεψα μέσα από την ίδια σκοτεινή σήραγγα και ξέπλενα την ψυχή μου στα νερά της σοφίας των ψυχών.

To ξυπνητήρι χτυπούσε σαν δαιμονισμένο και εγώ συνεχώς άλλαζα πλευρό. Πετάχτηκα από τ’ όνειρο που ολοζώντανο ακόμη σπαρταρούσε. Έπρεπε, ως εκτιμήτρια έργων τέχνης να μεταβώ το αργότερο σε μια ώρα, σε μια γκαλερί ζωγραφικής στο Μανχάταν. Είχα ταξιδέψει εκεί για λίγες μόλις μέρες. Έπαιζα τον πανικό στην ντουλάπα του ξενοδοχείου μου. Πέταξα αρκετές μπλούζες μέχρι να βρω την κατάλληλη, μια δαντελωτή άσπρη και δίπλα κρεμασμένο το γκρι μου ταγιέρ, μια στενή μακριά φούστα και το ίδιο κομψό σακάκι, που με έσωζε σε αρκετές περιστάσεις επαγγελματικών ραντεβού.

Οι ουρανοξύστες με κοίταζαν επιβλητικά, σαν νάνο που φύτρωσε στην δικιά τους ιδιόκτητη περιοχή. Μου έριξαν μια υποτιμητική ματιά που καταπατούσα το βασίλειό τους. Όσες φορές και να επισκεπτόμουν αυτή την πόλη με ξετρέλανε. Ο ρυθμός της σε συνέπαιρνε. Τα φώτα. Η λάμψη. Οι δρόμοι. Τα φανάρια που έκοβαν την αναπνοή κάθε φορά που ρύθμιζαν την κυκλοφορία και τ΄ αυτοκίνητα σταματούσαν σε απόσταση αναπνοής μπροστά από τα πόδια μας. Πάνω απ΄ όλα ο αέρας της ελευθερίας. Όλα στροβίλιζαν, πολύχρωμο καρουσέλ που ενθουσιάζει την ψυχή.

 

Πάτησα το κουμπί για τον ανελκυστήρα. Τα κουμπιά αναβόσβηναν, κόκκινο πράσινο σ΄ ένα παιχνίδι, ποιό από τα δυο θα υπερισχύσει.

Το ασανσέρ σταμάτησε απότομα και η βαριά ασημένια πόρτα του άνοιξε διάπλατα. Οι υπόλοιποι που το περίμεναν εξίσου ανυπόμονα για να τρέξουν στις δουλειές τους, με έσπρωξαν και πάτησα με δύναμη το πόδι του άντρα που βρισκόταν χωμένος στο βάθος. Με κεραυνοβόλησε με το σκοτεινό του βλέμμα.

Μετά, μας κατάπιε όλους πάλι ο σκοτεινός και αποπνικτικός θάλαμος του ασανσέρ. Ώσπου, πάτησε το πόδι του στο στοπ. Κάποιος, από τους συνεπιβάτες του χώρου του, το είχε ακινητοποιήσει.

 

Τότε μόλις αντιλήφτηκα, πως το τακούνι μου είχε σφηνώσει καθώς έτρεχα να προλάβω το ραντεβού στην μοντέρνα υπέρκομψη γκαλερί που θα με φιλοξενούσε στον 13 όροφό της. Το τακούνι έλειπε. Η κομψή γόβα μου, ελαφρώς πιο ταλαιπωρημένη ξεπρόβαλε δειλά από την κρυψώνα της, καθώς ήμουν στριμωγμένη στον γεμάτο θάλαμο. Πανικόβλητη για την μικρή, αλλά σημαντική απώλεια παρέμεινα εγκλωβισμένη και πάλι στην αγκαλιά του σκοτεινού ασανσέρ και ξαναπάτησα για ισόγειο. Άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί στον χώρο του και σε μια γωνιά κοντά στην στριφογυριστή είσοδο, περιχαρής το εντόπισα. Προσπάθησα να το στερεώσω, στην μικρή εγκοπή του τακουνιού μου, αλλά μάταια.

Ωραία, θα πήγαινα λοιπόν στο ραντεβού ελαφρώς πατώντας στον αέρα, σαν πρίμα μπαλερίνα, στηριζόμενη σχεδόν στις μύτες των ποδιών της, προσπαθώντας να ισορροπήσει. Αυτή την φορά το ασανσέρ ανέβηκε αστραπιαία και ανοίγοντας την πόρτα της γκαλερί, ανάμεσα σε αναρίθμητα πολύχρωμα έργα τέχνης ξεπρόβαλε το κεφάλι πάλι, του άντρα μου μόλις πριν λίγη ώρα είχα την τύχη να με κεραυνοβολήσει άγρια, καθώς το πόδι του είχε υποστεί κάκωση γερού πατήματος. Άφησα ένα ελαφρύ επιφώνημα και από την ταραχή, μου έπεσε το κομμάτι του τακουνιού που είχε ξεμείνει στα χέρια μου μπροστά στα πόδια του. Προφανώς, ήταν ο ζωγράφος που ήθελε να εκτιμήσω τα έργα του. Τα κομψοτεχνήματά του, τους μικρούς του θησαυρούς όπως πιθανώς, θα τους αποκαλούσε.

Σε αυτά τα μάτια, καθρέφτισες πάλι την Ρώμη της νεανικής μας τρέλας. Στο Παρίσι πάλι, την Τέχνη. Ναι, ήσουν εσύ. Αποκωδικοποίησα το μήνυμα της ψυχής σου στο ταξίδι της ανάμνησης μέσα στον χρόνο, με τόπο, το τώρα.

Λίγες μέρες αργότερα στην πτήση με ενδιάμεση στάση το Χίθροου, η εξέταση ήταν εξονυχιστική με επίδειξη ταυτότητος με το αποτύπωμα της ίριδος. Κατευθείαν μες στα μάτια, τις πύλες της ψυχής.

 

_

γράφει η Ανδρονίκη Ατζέμογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

Ιστορίες καραντίνας

Ιστορίες καραντίνας

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - Ι. ΤΙ ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ; Είναι Κυριακή. Όχι είναι Τρίτη. Αποκλείεται να είναι Κυριακή σήμερα, γιατί τότε σημαίνει πως χθες που έκανα φασόλια ήταν Σάββατο. Δεν είναι μέρα για φασόλια το Σάββατο. Και αν χθες ήταν Σάββατο κι εμείς...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου