Select Page

Αρχαίες ψυχές, απόσπασμα έβδομο

Αρχαίες ψυχές, απόσπασμα έβδομο

 

 

atzemoglou 7

Η πόλη, ένας μεγάλος φάρος φώτιζε από μακριά.

Πέφτοντας από τον ουρανό, τα φτερά της ψυχής μου, προσθαλασσώθηκαν.

Πρόβαλα το κεφάλι από τα παγωμένα νερά και αντίκρισα όχι και πολύ μακριά, το άγαλμα της Ελευθερίας. Ελευθερίας μου.

Ξεπλύθηκα από την αστρική σκόνη και το μάτι μου περιπλανήθηκε στα νερά.

Γλαροπούλια με είχαν κυκλώσει και ψάρευαν με το ράμφος τους τ΄ απομεινάρια από ψίχουλα που επέπλεαν από το φέρι που είχαν ρίξει οι επιβάτες στην αγκαλιά της.

Αναρίγησα από το παγωμένο νερό και κολύμπησα ως την ακτή. Οι ψυχές είναι αυτές που πάντα κολυμπούν, μέχρι το χείλος της αντοχής τους. Είναι αυτές που επιδεικνύουν δίψα και θάρρος ζωής σε κάθε περίσταση.

Έφτασα εξαντλημένη στο λιμάνι. Το κρύο διαπεραστικό. Λίγες ακόμη ώρες και θα ξημέρωνε. Χτύπησα διστακτικά και μετά όλο και με μεγαλύτερη ένταση την πόρτα του νυχτοφύλακα του λιμανιού. Μου έδωσε μια ζεστή μάλλινη κουβέρτα να τυλιχτώ. Μου πρόσφερε μια κούπα αχνιστό τσάι, με δυναμωτικές σταγόνες λεμονιού και μπόλικο ρούμι που μου έκαψε τα σωθικά. Μια γλυκιά κούραση απλώθηκε σε όλο μου το σώμα και χωρίς να το καταλάβω έπεσα στην αγκαλιά του Μορφέα.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έκαναν την εμφάνιση τους από το τζάμι του μικρού φυλακίου. Η πόρτα μισάνοιχτη και το ελαφρύ αεράκι με ξυπνούσε. Ο φύλακας έλειπε, ίσως για μια επιθεώρηση, στο λιμάνι. Σηκώθηκα με βαριά καρδιά και κατευθύνθηκα στον νιπτήρα. Στην πάνω σειρά ντουλαπιών άνοιξα, ψαχουλεύοντας για καφέ και ζάχαρη. Έφτιαξα μια γερή δόση, για να με ξυπνήσει για τα καλά.

Σε άλλον αιώνα βρέθηκα και πάλι. Ταξίδεψα μέσα από την ίδια σκοτεινή σήραγγα και ξέπλενα την ψυχή μου στα νερά της σοφίας των ψυχών.

To ξυπνητήρι χτυπούσε σαν δαιμονισμένο και εγώ συνεχώς άλλαζα πλευρό. Πετάχτηκα από τ’ όνειρο που ολοζώντανο ακόμη σπαρταρούσε. Έπρεπε, ως εκτιμήτρια έργων τέχνης να μεταβώ το αργότερο σε μια ώρα, σε μια γκαλερί ζωγραφικής στο Μανχάταν. Είχα ταξιδέψει εκεί για λίγες μόλις μέρες. Έπαιζα τον πανικό στην ντουλάπα του ξενοδοχείου μου. Πέταξα αρκετές μπλούζες μέχρι να βρω την κατάλληλη, μια δαντελωτή άσπρη και δίπλα κρεμασμένο το γκρι μου ταγιέρ, μια στενή μακριά φούστα και το ίδιο κομψό σακάκι, που με έσωζε σε αρκετές περιστάσεις επαγγελματικών ραντεβού.

Οι ουρανοξύστες με κοίταζαν επιβλητικά, σαν νάνο που φύτρωσε στην δικιά τους ιδιόκτητη περιοχή. Μου έριξαν μια υποτιμητική ματιά που καταπατούσα το βασίλειό τους. Όσες φορές και να επισκεπτόμουν αυτή την πόλη με ξετρέλανε. Ο ρυθμός της σε συνέπαιρνε. Τα φώτα. Η λάμψη. Οι δρόμοι. Τα φανάρια που έκοβαν την αναπνοή κάθε φορά που ρύθμιζαν την κυκλοφορία και τ΄ αυτοκίνητα σταματούσαν σε απόσταση αναπνοής μπροστά από τα πόδια μας. Πάνω απ΄ όλα ο αέρας της ελευθερίας. Όλα στροβίλιζαν, πολύχρωμο καρουσέλ που ενθουσιάζει την ψυχή.

 

Πάτησα το κουμπί για τον ανελκυστήρα. Τα κουμπιά αναβόσβηναν, κόκκινο πράσινο σ΄ ένα παιχνίδι, ποιό από τα δυο θα υπερισχύσει.

Το ασανσέρ σταμάτησε απότομα και η βαριά ασημένια πόρτα του άνοιξε διάπλατα. Οι υπόλοιποι που το περίμεναν εξίσου ανυπόμονα για να τρέξουν στις δουλειές τους, με έσπρωξαν και πάτησα με δύναμη το πόδι του άντρα που βρισκόταν χωμένος στο βάθος. Με κεραυνοβόλησε με το σκοτεινό του βλέμμα.

Μετά, μας κατάπιε όλους πάλι ο σκοτεινός και αποπνικτικός θάλαμος του ασανσέρ. Ώσπου, πάτησε το πόδι του στο στοπ. Κάποιος, από τους συνεπιβάτες του χώρου του, το είχε ακινητοποιήσει.

 

Τότε μόλις αντιλήφτηκα, πως το τακούνι μου είχε σφηνώσει καθώς έτρεχα να προλάβω το ραντεβού στην μοντέρνα υπέρκομψη γκαλερί που θα με φιλοξενούσε στον 13 όροφό της. Το τακούνι έλειπε. Η κομψή γόβα μου, ελαφρώς πιο ταλαιπωρημένη ξεπρόβαλε δειλά από την κρυψώνα της, καθώς ήμουν στριμωγμένη στον γεμάτο θάλαμο. Πανικόβλητη για την μικρή, αλλά σημαντική απώλεια παρέμεινα εγκλωβισμένη και πάλι στην αγκαλιά του σκοτεινού ασανσέρ και ξαναπάτησα για ισόγειο. Άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί στον χώρο του και σε μια γωνιά κοντά στην στριφογυριστή είσοδο, περιχαρής το εντόπισα. Προσπάθησα να το στερεώσω, στην μικρή εγκοπή του τακουνιού μου, αλλά μάταια.

Ωραία, θα πήγαινα λοιπόν στο ραντεβού ελαφρώς πατώντας στον αέρα, σαν πρίμα μπαλερίνα, στηριζόμενη σχεδόν στις μύτες των ποδιών της, προσπαθώντας να ισορροπήσει. Αυτή την φορά το ασανσέρ ανέβηκε αστραπιαία και ανοίγοντας την πόρτα της γκαλερί, ανάμεσα σε αναρίθμητα πολύχρωμα έργα τέχνης ξεπρόβαλε το κεφάλι πάλι, του άντρα μου μόλις πριν λίγη ώρα είχα την τύχη να με κεραυνοβολήσει άγρια, καθώς το πόδι του είχε υποστεί κάκωση γερού πατήματος. Άφησα ένα ελαφρύ επιφώνημα και από την ταραχή, μου έπεσε το κομμάτι του τακουνιού που είχε ξεμείνει στα χέρια μου μπροστά στα πόδια του. Προφανώς, ήταν ο ζωγράφος που ήθελε να εκτιμήσω τα έργα του. Τα κομψοτεχνήματά του, τους μικρούς του θησαυρούς όπως πιθανώς, θα τους αποκαλούσε.

Σε αυτά τα μάτια, καθρέφτισες πάλι την Ρώμη της νεανικής μας τρέλας. Στο Παρίσι πάλι, την Τέχνη. Ναι, ήσουν εσύ. Αποκωδικοποίησα το μήνυμα της ψυχής σου στο ταξίδι της ανάμνησης μέσα στον χρόνο, με τόπο, το τώρα.

Λίγες μέρες αργότερα στην πτήση με ενδιάμεση στάση το Χίθροου, η εξέταση ήταν εξονυχιστική με επίδειξη ταυτότητος με το αποτύπωμα της ίριδος. Κατευθείαν μες στα μάτια, τις πύλες της ψυχής.

 

_

γράφει η Ανδρονίκη Ατζέμογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!