Select Page

Ασυγχώρητη

Ασυγχώρητη

 

 

"Μαρία, κόκκαλα έχει αυτός ο καφές, γαμώ την αγανάκτηση;"

Και ήρθε ο καφές και το νε ρούφηξε ο Πασάς, έκανε και το τσιγαράκι του... έστειλε ανορθόγραφα μηνύματα καπνού να συναντήσουν το λερό ταβάνι και να σκορπίσουνε ολούθε... ομορφιές... μέγκλα. Είδε μετά τ' αθλητικά του, έριξε και τα μπινελίκια του στα ριπλέι, λες και θα μπαίνανε τα γκολ στην επανάληψη.

"Ρε βάλτο ρε Κερατά, ...ΝΑ" , κι έδειχνε τις παλάμες του ανοιχτές, σε παίκτες και διαιτητή.

Εκείνη κλεισμένη στο ναό της, αέριζε να φύγει η φαγητίλα απ το μαγείρεμα κι έπλενε τα πιάτα...μια βουβή και μια τραγουδώντας, μα πάντοτε

...άψυχη.

Κείνες τις ώρες, η ψυχή της ταξίδευε σε παλιές καλύτερες μέρες...

Από την ασφάλεια του βυθού των αναμνήσεων, με τα πάντα ήρεμα νερά, τη νε τράβαγε με τα βία αυτός, με τις φωνές του...μέσα κι όξω . Σα τους μαφιόζους που για να τιμωρήσουν το χαφιέ το νε βουτάνε στην τουαλέτα και πριν να πνιγεί το νε βγάνουνε ίσα ν ανασάνει και πάλι και πάλι , μέχρι να ξεράσει τη βρώμα του.

Έτσι ένοιωθε.

Τη μέρα ήταν μια μηχανή... έτσι είχε μάθει... αλλιώς πώς;

Τη νύχτα όμως... αχ ,όταν ερχόταν η κυρά Νύχτα, το μαρτύριο τελείωνε... προσωρινά.

Χάζευε τα μωρά που κοιμόντουσαν όμοια μ’ αγγέλους, έκανε κι εκείνη το τσιγαράκι της σα τον σκοπό που παραφυλάει μην έρθει έφοδος... κι ετοιμαζότανε για το ταξίδι.

Αυτό το μικρό θάνατο που θα της χάριζε λίγη ηρεμία... λήθη και υπομονή.

Ο ύπνος ήταν ο καλύτερος φίλος της...γ ι αυτό την αγάπαγε τη Νύχτα η Μαριώ.

Για δε βλαστήμαγε, δε χτύπαγε... δεν κοιτούσε ειρωνικά και φευγαλέα το κορμί της να της πει κείνο το... "Πως είσαι έτσι μωρή..." που τόσο την ξεμάτωνε...

Τίποτα.

Από το μαρτύριο της μέρας. Την απουσία ανθρωπιάς, κατανόησης και συντροφιάς, κείνη η Νύχτα ήτανε βάλσαμο.

Έπεσε κι απόψε αφού άναψε το καντήλι κι έκανε την προσευχή της.

"Ως εν Ουρανών κι επί της Γης..."

"Πώς είσαι έτσι μωρή;"

"Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός..."

"Βάλτο το κωλο πέναλτι ρε... "

"...Αμήν"

"Στο διάολο κι εσύ και τα μπάσταρδά σου..."

Κόλαση η ζωή της... λες και πιάσαν οι ευχές του

---

Γλυκά την έκλεψε τη σκέψη ο Μορφέας

η Νύχτα είναι Βάλσαμο...

η Νύχτα...

...που ένα βράδυ ήρθε στα σκοτάδια και της ζήτησε συγγνώμη για τη λήθη που της χάριζε.

Τη σκούντησε και της είπε: "Μη μ αγαπάς μωρή και μη με περιμένεις,

Ξύπνα... σήκω παρ τα παιδιά και φύγε... Ζήσε... μωρή μ ακούς;"

---

Μα η Μαριώ που δεν ήτανε τέτοια η φτιασά της, ούτε την άκουσε, ούτε έφυγε...

το χυδαίο της συνήθειας είχε ποτίσει το μέσα της...

ούτε και τη νε συγχώρεσε ποτέ...

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    δύσκολες οι αποφάσεις..της κάθε Μαριώς…όταν το χυδαίο της συνήθειας έχει ποτίσει μέσα τους. Για άλλη μια φορά ένα δυνατό σας κείμενο…

    Απάντηση
  2. Maria Nikolaidou

    Ο Δημήτρης Μποσκαίνος είναι σε όλα του τα κείμενα ένας μοναδικά δυνατός και συνάμα ευαίσθητος συγγραφέας. Οι λέξεις και οι εικόνες του σε αρπάζουν σα σιδερένιο χέρι και σε κρατούν αιωρούμενο στην ατμόσφαιρα των συναισθημάτων και των σκέψεων ως την τελευταία τελεία.

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Κλεισμενη σε μια φυλακη με ανοιχτή την πορτα……..της λενε πετα μακριά αλλα αυτη μενει εκει!γιατι????ακομη μια φορα παραστατικοτατος!και τοσο αληθινος!!!

    Απάντηση
  4. Καμαριανού Ελένη

    Φίλε μου Δημήτρη
    όπως πάντα……αυτά που γράφεις…..
    είναι μια πνιχτή γροθιά στο στομάχι…..
    ένα αθόρυβο χαστούκι στο μάγουλο!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!