Select Page

Το Ποτέ και το Πάντα

Το Ποτέ και το Πάντα

topotekaitopanta_mposkainos

Κάπου στον Κόσμο
2ος όροφος
Σκοτάδι βαθύ, τεχνητό… πίσσα-μαυρίλα, μέρα μεσημέρι. Κλειστές κουρτίνες, κατεβασμένα παντζούρια… ούτε υποψία φωτός. Έρεβος. Λάτρευε να χάνει την αίσθηση του χώρου και μετά από λίγο...  αυτή του χρόνου.
Ο Χάρης του… Πάντα.
Βασανιστήριο για τους άλλους, η δική του ασφάλεια. Η μήτρα του.
Μάτια ανοιχτά δίχως νόημα και οι αισθήσεις να καίνε. Άκουγε μύριζε κι αισθανόταν πράγματα που αφήνουμε απαρατήρητα όλοι εμείς οι… «φυσιολογικοί» στο φως της μέρας, όταν χρώματα και εικόνες βιάζουν τη σκέψη και διακόπτουν κάθε εσώτερη επαφή κι αντίληψη.
Γυρνούσε γυμνός μέσα στο σπίτι, στην αρχή σκόνταφτε, ακουμπούσε σε τοίχους κι αντικείμενα υπολογίζοντας λάθος τις αποστάσεις. Έβριζε κι έκανε να ανάψει τα φώτα. Ύστερα σιγά-σιγά συνήθισε. Κινούνταν σα τη γάτα ανάμεσα σε καρέκλες και δωμάτια. Μετά από λίγο ήταν σα να ’ταν πάντοτε αναμμένο το φως. Άπλωνε τα χέρια κι άγγιζε απαλά τα αντικείμενα με απόλυτη ακρίβεια. Χαμογελούσε που ήταν πάντα εκεί ακριβώς που υπολόγιζε.
Δε χρειαζόταν πια το φως. Όταν ήταν απολύτως απαραίτητο να φωτίσει κάποιες στιγμές του, τον ενοχλούσε κι έκλεινε τα μάτια του.
Κουβέντες λίγες, επιλεκτικά κάποια τηλέφωνα.
Είχε στήσει στο διαδίκτυο μια ολόκληρη αλυσίδα συναλλαγών. Έπαψε να βγαίνει έξω παράγγελνε, πλήρωνε λογαριασμούς και προμήθειες από τον υπολογιστή.
Η οξυμένη από την τεχνητή τύφλωση ακοή του τον βοηθούσε και δεν έπληττε. Ήξερε τα πάντα για το κορίτσι που είχε εδώ κι ένα χρόνο στο διαμέρισμα από κάτω του. Δεν κρυφάκουγε, στην αρχή τουλάχιστον… εκείνη φώναζε.

1ος όροφος
Το ράδιο έπαιζε μια μπαλάντα από τη δεκαετία του εξήντα.
Χτένιζε τα μαλλιά της στο μπάνιο αποφεύγοντας να κοιτάξει τον καθρέφτη.
Στα είκοσι τρία της δεν τα είχε βρει ούτε με το είδωλό της. Της προκαλούσε απέχθεια.
Ένοιωθε το πιο άσχημο πλάσμα του κόσμου. Ήθελε να ήταν μια… άλλη.
Τα πράσινα μάτια της ήταν κουρασμένα από το ξενύχτι. Σκούπισε το χθεσινοβραδινό μακιγιάζ με ένα κομμάτι βαμβάκι κι έπλυνε το πρόσωπό της με γαλάκτωμα. Το σκούπισε με μια λευκή πετσέτα κι έστρεψε το βλέμμα της ξανά στο πάτωμα. Ένα κλάσμα του δευτερολέπτου κράτησε το τελευταίο πέρασμα από τον καθρέφτη και είδε την ίδια σκυθρωπή μορφή που την είχε τόσο κουράσει ψυχικά.
Η Μυρτώ του Ποτέ.
Χάλια οι σχέσεις της με τους γονείς, την αδερφή και τις φίλες της. Αποτυχημένες οι σχέσεις της με τους άνδρες. Στην αρχή φλόγα, μα πολύ γρήγορα ψυγείο. Πίστευε ότι έφταιγε αυτή κι ας μη το παραδεχόταν παρά όταν ήταν μόνη της. Με τον καιρό το συναίσθημα αυτό γιγαντώθηκε σε βαθμό να την πνίγει. Η κακή ψυχολογική της κατάσταση πέρασε στο βλέμμα της σαν φίλτρο κι άρχισε να βλέπει το ποτήρι μισοάδειο. Στο κάθετι.

2ος όροφος
Την ένοιωθε δικό του άνθρωπο πια. Άκουγε τους τηλεφωνικούς τσακωμούς με τους γονείς της. Τα κουτσομπολιά με τις φίλες της. Ακόμα κι ερωτικά καβγαδάκια σε ζωντανή σύνδεση.
Έπαιρνε θέση, συμβούλευε και διαφωνούσε, κάποιες φορές, γελούσε… μα μόνο από μέσα του. Μια φορά πριν δυο μήνες ο δικός της σε ένα μεγάλο καυγά άρχισε να τα σπάει. Εκείνη έκλαιγε και φώναζε. Του ήρθε να κατέβει κάτω και να του σπάσει τα μούτρα. Δεν φοβόταν την αντίδρασή της ούτε την όποια σωματική διάπλαση του λεγάμενου. Το φως ήταν που τον τρόμαζε κυρίως και βαστιόταν. Σκέφτηκε να την πάρει τηλέφωνο. Κρατήθηκε πάλι. Σιγά-σιγά, άρχισε να ζει μέσα από εκείνη.

1ος όροφος 
Γύρισε από τη δουλειά της. Πέταξε τα παπούτσια της δίπλα στην είσοδο και σωριάστηκε κουρασμένη στον καναπέ. Τα νεύρα της είχαν τα χάλια τους. Χωρισμένη με το μαλάκα της και τσακωμένη άσχημα με το αφεντικό. Πνιγόταν.
Έβαλε όπως-όπως λίγη βότκα σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι και την κατέβασε σα νερό. Έβηξε κι έβαλε ένα cd στο στερεοφωνικό ανεβάζοντας την ένταση στη διαπασών.
Ακούστηκαν οι Βeatles στο “hard day’s night”. Άρχισε να χορεύει σαν έφηβη. Κι άλλη βότκα κι άλλος χορός. Πέρασε μπροστά από τον μεγάλο καθρέφτη στο χολ, που είχε καλύψει με μια αφίσα.
«Δε σε φοβάμαι ρε πούστη» του πέταξε και έσκισε το χαρτί στέλνοντας στον καθρέφτη τις χειρότερες και πιο άσχημες γκριμάτσες της, με τη γλώσσα έξω και μαλλιά να τρέχουν ατημέλητα στο πρόσωπό της. Ξέσπασε σε νευρικά γέλια.
Πέταξε με δύναμη το ποτήρι στον καθρέφτη και το μέρος γέμισε θρύψαλα και μύρισε οινόπνευμα. Έκανε μισή στροφή ακόμα κι έκατσε πέφτοντας με την πλάτη στον τοίχο. Έφερε το χέρι στα μάτια της. Είχε ματώσει λίγο. Το γέλιο της μετατράπηκε αυτόματα σε ένα βουβό (αρχικά) κλάμα απόγνωσης.
«Δεν μπορώ», ψέλλισε… «ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΑΛΛΟ»… ούρλιαξε.
Έβηξε και σκέπασε και με τα δυο της χέρια το πρόσωπο. Συνέχισε να κλαίει με λυγμούς, όταν ξαφνικά… Χτύπησε το τηλέφωνο…
Ρουφώντας τη μύτη και σιχτιρίζοντας από μέσα της τον όποιο ενοχλητικό-η τη διέκοψε: Ναι;
Έβηξε μια δυο φορές.
-Εμπρός ;
-Μυρτώ ; Είσαι καλά; ο Χάρης είμαι από τον 2ο όροφο…
-Ναι, καλά είμαι… ο Χάρης είπες;
-Σε ακούω άθελά μου καιρό… ηχομόνωση του κώλου, στην πολυκατοικία μας βλέπεις, που νιώθω σα να σε ξέρω, ε…ελπίζω να μη σε τρομάζω περισσότερο… άκουσα φωνές και σπασίματα και νόμιζα ότι κάποιος μπήκε στο σπίτι σου… και…
-Όχι δε με τρομάζεις
(Στην πραγματικότητα ξαφνιάστηκε κι ένοιωθε απόλυτα βιασμένη από την ξαφνική διακοπή αυτής της έντονης συναισθηματικά φορτισμένης στιγμής της). Κάτι στην φωνή του όμως τη χαλάρωνε, ήταν κι ο φόβος, η μοναξιά της, τα χάλια της που δεν φαίνονταν από το τηλέφωνο…
Αφέθηκε…

Έξι μήνες μετά
Εκείνος ακόμα στα... σκοτάδια του, Εκείνη να μη θέλει να τη δει άνθρωπος...Έχουν αναπτύξει τη σχέση τους χωρίς να ‘χουν συναντηθεί ποτέ ο καθένας με τις φοβίες του που τους εμπόδιζαν.  Άρχισαν να θέλουν τρελά να προχωρήσουν πέρα από τη φιλική κουβέντα και τη δια τηλεφώνου επαφή. Φοβόντουσαν όμως ακόμα...
Ο έρωτας όμως που ξεκαρδίζεται την ώρα που κάνουμε σχέδια... και κρύβεται σε γωνίες που του επιτρέπουν καίριες και κρυφές βολές, είναι δυνατότερος από το καθετί, πιο ισχυρός από τη λογική, το φόβο και την ίδια τη δύναμη...
Αποφάσισαν να βρεθούν... θα ανέβαινε εκείνη στο διαμέρισμά του.

2ος όροφος
Το κουδούνι χτύπησε κι ο Χάρης της φώναξε να σπρώξει την πόρτα ... είχε αφήσει ανοιχτά και καθόταν μισοπιωμένος στην πολυθρόνα του. Φορούσε τα μυωπικά γυαλιά του κι είχε χτενισμένα στο πλάι τα μαλλιά του που ήταν ακόμη βρεγμένα. Η Μυρτώ ήταν μια οπτασία κι ας μη μπορούσε ούτε να το δει ούτε να το δεχτεί. Είχε επιμελώς πιασμένα τα μαλλιά της πίσω και φορούσε ένα κοντό εμπριμέ φορεματάκι. Είχε αρωματιστεί μ’ ένα ελαφρά λουλουδένιο ανοιξιάτικο άρωμα.
Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε.
Το βλέμμα του στράφηκε προς την πόρτα.
Σκοτάδι...
Μηχανικά το χέρι της πήγε προς τα δεξιά του τοίχου, βρήκε το διακόπτη και τον γύρισε. Άναψε τα φώτα.
Τον είδε... ήταν όμορφος... πολύ πιο όμορφος απ’ ότι περίμενε... ήταν ο πιο όμορφος άνδρας που χε δει στη ζωή της... ντράπηκε και έπνιξε μια “Καλησπέρα”.
Εκείνος δεν είδε τίποτα...«Αν θες άναψε τα φώτα εκεί δεξιά», της είπε κι άπλωσε το χέρι του προς την κατεύθυνση αυτή για να της δείξει...
Τον πλησίασε μόνο και μόνο για να δει ότι τα μάτια του την κοιτούσαν μα δεν την έβλεπαν. Δεν κατάλαβε ότι τα φώτα ήταν ήδη αναμμένα... δεν έβλεπε.
Θα έπρεπε να συγκλονιστεί κανονικά αλλά μέσα της γαλήνεψε... δεν θα έβλεπε τη φανταστική της ασχήμια ούτε τώρα ούτε ποτέ.
Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε γλυκά τα δάχτυλά της στα χείλη του την ώρα που ετοιμαζόταν να ψελλίσει τ όνομά της....

«Σσσσσς», του ψιθύρισε, «μη μιλάς»… «δεν πειράζει».
Σηκώθηκε μουδιασμένος, άπλωσε τα χέρια του και τα τύλιξε στη μέση της.
Τύλιξε τα δικά της γύρω από το λαιμό του.
Χάθηκαν στο πιο βαθύ, υγρό και γεμάτο λήθη, φιλί.
Ευχαριστημένοι κατά τόσο ειρωνικό τρόπο και οι δυο τους που βρήκαν αυτό το άλλο μισό που έψαχναν.
Εκείνος μάτια να μη θέλουνε να δουν κι εκείνη μάτια που δεν έβλεπαν.
Και να που ταίριαξαν κάποτε....
το Ποτέ και το Πάντα.

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

 

(πηγή εικόνας)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

3 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Πολύ όμορφα γραμμένο Δημήτρη, ωραίες περιγραφές, τρυφερό….. Ανυπομονώ..για το θεατρικό!!!
    Καλή συγγραφή και στους 2 σας!

    συγχαρητήρια!

    Απάντηση
  2. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Μια μοναξιά είναι κακή… Δεύτερη μοναξιά είναι χειρότερη…Δυό συνταιριασμενες μοναξιές είναι ευλογία!!!!!!!!
    Πολύ ομορφη η ιστορία σας!
    Μπράβο , Δημήτρη!

    Απάντηση
  3. Αθηνά Μαραβέγια

    Τι όμορφο!!! “,,,Εκείνος μάτια να μη θέλουνε να δουν κι εκείνη μάτια που δεν έβλεπαν.
    Και να που ταίριαξαν κάποτε….”
    Ευχαριστώ πολύ γι αυτό το ρομαντικό διάλειμμά μου!!!!!!!!!!!
    Καλό Σαββατοκύριακο!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!