Η Αναστασία τον έκανε γούστο τον Αντρέα τον γαμπρό της, άντρα τής αγαπημένης της αδερφής. Όπου και αν τον έβλεπες, όπου κι αν βρισκόταν, θα τον άκουγες να παραπονιέται για αφόρητη κούραση. Το μοτίβο και η δικαιολογία του να ξαπλώνει στο καναπέ, με την TV στην διαπασών και με μια παγωνιέρα με μπυρίτσες να κολυμπούν ηδονικά μέσα της, στο πλαϊνό του τραπεζάκι.

Πασάς; Και λίγα λέω…

Μα αν πάλι τον έβλεπες στο σπίτι της μανούλας του δεν θα πίστευες τα ίδια σου τα ματάκια. Ακμαίος και χαρωπός, με μια τσάπα στα ανασκουμπωμένα μανίκια των χεριών του, με τον ιδρώτα να τρέχει εν είδει μικροπόταμου σε όλο το μήκος και το πλάτος του γεροδεμένου του κορμιού, να σκάβει και να ανανεώνει, να φρεσκάρει και να ξεσβολιάζει, το ήδη φρέσκο χώμα του κήπου ή του μικροχώραφου στο σπίτι πλάϊ.

Παράλληλα και ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας που συναντούσε με τίποτα κοτρόνια που Κύριος οίδε πώς βρέθηκαν στο ψιλοκοσκινισμένο χωματάκι, δοκίμαζε και τις φωνητικές του ικανότητες βγάζοντας με καμάρι και καμία από εκείνες τις κορώνες που σε κάνουν να σιχαίνεσαι τραγούδι και τραγουδιστές! Τον Αντρέα όμως δεν τον πτοούσε μήτε τσάπισμα, μήτε ακούρδιστο λαρύγγι και απολάμβανε το έργο χειρών και φωνητικών του χορδών, αψηφώντας τα χάχανα και τις κοροϊδίες φίλων και συγγενών. ’’Ψώνιο’’; Αυτό ακριβώς. Αν δε τύχαινε κάποια στιγμή να έρθει αντιμέτωπος με την πραγματικότητα και κατανοούσε τα πειράγματα, των φίλων κυρίως, έλεγε: ’’Μα βρε παιδιά πέστε μου, ΑΝ εγώ δεν κάνω αυτό που κάνω ποιος άλλος θα νοιαστεί;’’

Σαν να ’χε και κάποια δίκια ο Χριστιανός και του το αναγνώριζαν. Και να μην παραλείψουμε να προσθέσουμε ότι ήταν σαφώς μαμάκιας ο οποίος μεθούσε από ευτυχία, οσμίζοντας και μόνον τις μητρικές μυρουδιές τής κουζίνας, οι οποίες ποτέ δεν μπόρεσαν να επισκιαστούν από τις αντίστοιχες της κουζίνας της καλής του.

Όταν τέλος τελείωνε με τον κήπο και το χωραφάκι της μανούλας, όντας και δικαιολογημένα λιώμα, έπαιρνε το μπανάκι στο λουτρό της και κατέληγε μετά από μια δυο παγωμένες μπυρίτσες στην πολυθρόνα την μητρική, όπου έπαιρνε έναν μικρό, τόσο δα μικρό υπνάκο, για να αναλάβει λίγες από τις απολεσθείσες δυνάμεις του. Με λίγα λόγια αυτή ήταν η ημερήσια απασχόληση του, μετά το γραφείο του, βρέξει χιονίσει. Εννοείται ότι μετά τρίωρον αποχωρούσε μην αφήνοντας λίγη έστω από την κούραση στο σπίτι της μαμάς, την έπαιρνε όοοολη μαζί του για το σπίτι της συμβίας του, η οποία σε ελεύθερη μετάφραση σήμαινε ξάπλωμα στον καναπέ του σαλονιού άγνωστο για πόσο. Έμενε ακίνητος σαν πεθαμένος. Και την μπύρα του ακόμη από την παγωνιέρα, η Αρετή τού την άδειαζε στο ποτήρι, εκείνος δεν άπλωνε ούτε καν το χεράκι του.

«Αρετήηηηη»

Και η Αρετή έτρεχε να εκτελέσει τα χρέη του οινοχόου που τής δώρισε η Μοίρα!

Στην αρχή του γάμου τους η Αρετούλα έκανε τα στραβά τα μάτια και ανεχόταν, με το πρόσχημα τής αρχής τού εγγάμου βίου, την ενοχλητική ειλωτοκατάσταση, καθώς μάλιστα άκουγε παρόμοιες ιστορίες ανδρών που δεν έλεγαν να απογαλακτιστούν από την μητρική αγκαλιά, έκανε μιαν υπομονίτσα. Μα όσο ο καιρός περνούσε και εκείνη ενώ ήθελε αγκαλίτσες, εισέπραττε μίαν άρνηση τουλάχιστον προσβλητική, ήταν φυσικό να τα παίρνει στο κρανίο.

Νέες δικαιολογίες plus την κούραση: ο φόβος κανενός εμφράγματος που ελλοχεύει κάπου κοντά σε αρσενικά που πενηντάρισαν όπως ο Αντρίκος και τα αθλήματα της Αγάπης δεν ήταν άμοιρα ευθυνών!!! Αχ ΑΧ …Οι μεν ορμόνες της Αρετής σε οργιώδες ξεσάλωμα του δε Αντρίκου εν πλήρη υπνώσει. Πού θα πήγαινε τούτη η ιστορία;

Έφτασε η Αρετή, σε στιγμές έξαρσης της απελπισίας της να σκεφτεί ακόμη και την εκπαραθύρωσή του, το λιγότερο. Συνειδητοποιούσε ότι περνούσε τα καλύτερα χρόνια της ανέραστη, χωρίς εκείνος και να νιώθει την παραμικρή έστω τύψει ή ενοχή. Ζούσε σε ένα δικό του Σύμπαν με το ΕΓΩ ΤΟΥ κυρίαρχο και τα θέλω του αδιαπραγμάτευτα και ‘’σωστά,’’ με τον ίδιο να είναι μόνον 49 ετών. Με τους συνομηλίκουςτου άντρες να είναι στα ντουζένια τους που λένε.

Παιδιά, ευτυχώς η δυστυχώς, δεν είχαν κάνει, μη ρίχνοντας ο μεν στην δε και τούμπλαλιν την ευθύνη γι’ αυτό. Και αυτό ακόμη τους κούραζε να το συζητήσουν, ακόμη και αυτό.

Περίεργο, πολύ περίεργο ζευγάρι, που αδιαφορούσε ό ένας για τον άλλον που ΟΜΩΣ ουδέποτε διανοήθηκαν και να χωρίσουν από αυτήν την αφύσικη και αρρωστημένη κατάσταση.

Και τα χρόνια περνούσαν όπως το συνηθίζουν τα άτιμα, χωρίς και τίποτα να αλλάζει…

Και ξαφνικά ο Αντρέας άρχισε να ενηλικιώνεται και να ωριμάζει. ΤΟΣΟ ΑΠΟΤΟΜΑ όσο για να της πει ένα βράδυ που ’βρεχε που ‘βρεχε μονότονα:

«Αρετή βλέπεις κι’ εσύ ότι δεν πάει άλλο. Σαφώς και δεν σε αγαπάω πια, όπως σίγουρα εσύ εμένα. Χωρίζουμε».

«Και υπάρχει τρίτο πρόσωπο σε αυτήν την ξαφνική σου, απόφαση;»

«Και βέβαια όχι, δεν υπήρχε τρίτο πρόσωπο τότε που ήμουνα νέος και θα υπάρχει τώρα; Τι λες ρε συ Αρετή;»

«Βρίσκω απολύτως σωστό το ερώτημά σου»…

Και όμως το status quo της καημένης της ΑΡΕΤHΣ HΡΘΕ ΤΟ ΠAΝΩ ΚAΤΩ ΟΤΑΝ ΕΜΑΘΕ ΑΠO ΤΟΝ ΑΔΕΡΦO ΤΟΥ ΟΤΙ O ΞΑΦΝΙΚOΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ ΗΤΑΝ, ΓΙΑΤΙ Ο ΠΙΤΣΙΡΙΚΟΣ ΗΤΑΝ IN LOVE με μιαν άλλη κυρία, τουτέστιν γκόμενα!!! Και μπορεί στη ζήση του να μην ήθελε παιδιά και φασαρίες, η καλή του όμως χωρισμένη ούσα είχε δυο μικρά παιδάκια που όσο να ‘ναι και φασαρία θα έκαναν και ευθύνες θα είχαν. Αυτός θα τις άντεχε, που και την ευθύνη για την υιοθεσία σκύλου δεν επωμιζόταν; Τεσσάρων και δέκα χρόνων τα ψυχοπαίδια του και μάλιστα κορίτσια;…

Άβυσσος η ψυχή τ’ ανθρώπου…

Και η λεγάμενη δέκα χρόνια νεότερη και καθόλου διατεθειμένη από ό, τι έμαθε η Αρετή, να ανεχθεί ‘’κουρασμένη’’ λίμπιντο και ελλοχεύοντα εμφράγματα λόγω πηδήματος… Μα όπως την βεβαίωσε εκείνος την καινούρια του, όλα αυτά δεν υπήρχαν ει μη μόνο στην φαντασία της ζηλιάρας πρώην του!

Εδώ η Επιστήμη σηκώνει τα πόδια, συγγνώμη, τα χέρια, ψηλά. Αυτή (η επιστήμη) που όλα τα γνωρίζει, ακόμη και το ότι δεν υπάρχει ΘΕΟΣ, ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΣΤΗΝ Αρετή και τις αρετές της! Πόσο μάλλον στο ίδιο το υποκριτικό, το ψεύτικο ον, που μια ζωή υπήρξε ο Αντρίκος και η μάνα, που έτσι τον μεγάλωσε, μόνον να παίρνει ήξερε κατά πως τον συνέφερε τον ίδιο.

Τον μάθαμε πια αυτόν τον τύπο τού άνανδρου, του άκαρδου και ανελέητου άντρα.

Κι’ αν κάτι τού ευχόμαστε είναι, ότι αυτό το καράβι που Σέρνεται γνωστό από ΤΙ, ΝΑ ΣΥΡΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ Αντρέα για να αντιληφθεί έστω τι στέρησε από τη Αρετούλα μια ζωή και να πάθει τα ίδια από τη γκόμενα….

Δεν πρέπει να τιμωρηθεί με το ίδιο νόμισμα;

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου