ΛΙΚΝΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ 

Μητέρα,  

του λίκνου μου νανούρισμα 

και φάρε της ζωής μου. 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ 

Η εικόνα που αντικρίζω βλέποντας 

το πρόσωπό μου στον καθρέπτη είσαι εσύ.  

Τρομακτική η ομοιότητα μητέρα.  

Σε σημείο να θέλω να τον σπάσω  

σε σαράντα πέντε κομμάτια,  

και να αναρωτιέμαι αν είμαι εγώ  

ή εσύ το είδωλο που βλέπω απέναντί μου.  

Σου μιλώ με τη σιωπή μου.  

Πες μου φέρθηκα σωστά;  

Πες μου σε στεναχώρησα,  

σε πόνεσα, σε πίκρανα;  

Με τα λόγια μου , τις πράξεις μου…  

Με ένα σ’ αγαπώ που δεν σου είπα; ενώ εσύ περίμενες;  

Πες μου αν ένοιωθες την έλλειψη της παρουσίας μου,  

σε άφηνα μόνη; αν δε σε καταλάβαινα πες μου.  

Ήμουν η ζωή σου, μου έδινες τη ζωή σου.  

Σου αφαιρούσα χρόνια για να τα προσθέτω στις μέρες μου.  

Πόσο εγωίστρια υπήρξα, αλήθεια, άθελά μου,  

συγχώρησε  με  μητέρα.  

Σου τα δίνω πίσω,  

να πάρε τους σπόρους σιταριού  

στα ροζιασμένα χέρια σου,  

που έσπερνες για χρόνια στα δικά μου.  

Για να σε έχω περισσότερο κοντά μου.  

Να σε αισθάνομαι, να σε αγγίζω, να σε μυρίζω.  

Γιατί από όλα τα λουλούδια του κόσμου  

κανένα δεν έχει τα δικά σου χρώματα  

τη δική σου μοναδική μυρωδιά.  

Είσαι το αγαπημένο μου λουλούδι  

μονάκριβη μου και πολύτιμη.  

Γιατί φοβάμαι πως μια μέρα θα φύγεις  

και θα σε γυρεύω στα τραγούδια που μου τραγουδούσες  

στα βιβλία που μου διάβαζες, στα μέρη που με πήγαινες. 

Πόσα μου έμαθες μητέρα, για όλα αυτά σε ευχαριστώ. 

Χρόνια πολλά να ζήσεις, να σ’ έχω και να σ’ αγαπώ.  

Όσο ο χρόνος μας αφήνει  

να συμφιλιωνόμαστε με το πέρασμά του  

η μία στην αγκαλιά της άλλης,  

ας πορευόμαστε αγαπημένες.

 

 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ 

Το σπίτι λίγο πριν τη στροφή, 

στο τέλος του δρόμου 

ήσυχο στέκει όρθιο, 

το ίδιο όπως τότε 

που κεντούσαμε τη ζωή στην αυλή του 

και τρέχαμε χαρούμενα 

στο άκουσμα των βημάτων του πατέρα 

και πάντα φώναζε από μέσα η μητέρα 

-ελάτε είναι μαγειρεμένο το αύριο.  

 

Το σπίτι λίγο πριν τη στροφή, 

στο τέλος του δρόμου 

ήσυχο στέκει όρθιο, 

το ίδιο όπως τότε 

εκεί στο Πευκοδάσος 

που χτίζαμε σπίτια 

απ’ τις πευκοβελόνες του 

κι ακούγαμε συν επαρμένοι 

το τραγούδι των πουλιών  

που πια έχει σωπάσει  

από την φλύαρη οχλαγωγία . 

 

Το σπίτι λίγο πριν τη στροφή, 

στο τέλος του δρόμου 

ήσυχο στέκει όρθιο, 

το ίδιο όπως τότε 

που μοσχομύριζε μαμά, 

ζάχαρη, κανέλλα και γαρύφαλλο 

και πότιζε τις αισθήσεις μου 

για να μοσχοβολούν στη ζωή 

που με αλλάζει στο χρόνο, 

με μεταμορφώνει, μεταλλάσσομαι 

μα παραμένω ένα παιδί  

θαμμένο στις αναμνήσεις του δάσους 

που διχάζει το παρελθόν και το παρόν μου. 

 

 

 

ΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ 

Εγώ κοιμάμαι ήσυχη 

κι εσύ είσαι άγρυπνη 

και ανησυχείς για μένα,

φύλακας άγγελός μου 

παντοτινός και ξάστερος 

με ραίνεις με αστερόσκονη 

και φέγγεις τα όνειρά μου. 

 

 

 

ΜΗΤΕΡΑ 

Ω μητέρα!  

Όταν με κρατάς στην αγκαλιά σου  

νοιώθω ότι βρίσκομαι στον Παράδεισο. 

Και στα μακριά μαλλιά σου, 

κοντά στο στήθος σου, σαν γέρνω το κεφάλι μου  

ακούω μια καρδιά να χτυπά μόνο για μένα. 

 

 

 

ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΑΝΑ ΜΑΜΑ 

Μητέρα λευκό μου περιστέρι 

αγνή και καθαρή σαν το νερό 

όταν με πήρες απ’ το χέρι 

να βγω στης ζωής τον πηγαιμό, 

έλαμψες σαν φωτεινό αστέρι 

στον κουρασμένο σου ουρανό. 

Μητέρα, μανούλα, μάνα, μαμά, 

σ’ αγαπώ… σ’ αγαπώ… σ’ αγαπώ… 

  

 

 

ΜΗΤΕΡΑ ΖΩΗ 

Μητέρα γεννάς τις επιθυμίες του κόσμου. 

Από τα σπλάχνα σου ανθούν λουλούδια. 

Και λουλουδιάζει η φύση αναδύοντας αρώματα. 

Ζωντανεύει η πλάση απ’ τα χαμόγελα. 

Και λάμπει ο ήλιος στα πρόσωπα. 

Και ζεσταίνονται οι ψυχές των ανθρώπων. 

Μητέρα ποιείς τα όνειρα, ποιείς τη ζωή. 

 

 

Μαμά  

Χρόνια πολλά να ζήσεις 

να σ’ έχω και να σ’ αγαπώ.

~

Χρόνια πολλά στις μανούλες σας.