Δράμα, 14 Ιανουαρίου

Αγαπημένη μου μητέρα,

Οι μέρες κυλούν γρήγορα και ο αδίστακτος χρόνος δεν καρτερά στους σταθμούς της ζωής τις ευτυχισμένες στιγμές. Η πάλη για την επιβίωση είναι δύσκολη και δεν σταματά να μου υπενθυμίζει πως είμαι άνθρωπος με αδυναμίες. Τα πρωινά με βρίσκουν αγκαλιά με φυγόπονες επιθυμίες να γυρίσω πίσω στο χρόνο, τότε που με ξυπνούσες με όμορφα τραγούδια γεμάτα ελπίδα για τη ζωή.

Σαν σηκώνομαι από το κρεβάτι μου, οπλίζομαι με υπομονή και δύναμη για να αντιμετωπίσω την ωχρότητα της καθημερινότητας. Άνθρωποι περνούν από δίπλα μου σκυθρωποί και απρόσιτοι καθώς βιάζονται να προλάβουν κάτι. Στέκομαι κάποιες φορές μέσα στο πλήθος και αναρωτιέμαι τι είναι αυτό το οποίο βιάζονται να προλάβουν πάντα. Τότε θυμάμαι πως βιάζομαι κι εγώ να προλάβω το σχολείο, το πανεπιστήμιο, την αποφοίτηση, το επαγγελματικό ραντεβού με τον εργοδότη, το γεύμα με τον σύζυγο, τη συνάντηση γονέων και κηδεμόνων...

Άλλη μια μέρα τελείωσε και πριν αποκοιμηθώ ακούω τη φωνή σου, μητέρα, σαν εκκωφαντικό ψιθύρισμα.

«Παιδί μου, πρόλαβες να ζήσεις;»

«Κι αύριο μέρα είναι, μητέρα. Καληνύχτα!», σου απαντώ και χάνομαι για άλλη μια νύχτα στην υποκρισία.

Μου λείπεις,

Η κόρη σου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!