sailboat

Έκλεισε την πόρτα πίσω του και ακούμπησε για λίγο πάνω της. Αισθανόταν τόσο ανήμπορος που αναρωτιόταν αν θα καταφέρει τελικά να φτάσει στο 209, το δωμάτιό του που ήταν δυο πόρτες παρακάτω.

«Χρειάζεστε βοήθεια;» άκουσε τη νοσοκόμα να του λέει.

«Όχι ευχαριστώ... δυο βήματα είναι, τα καταφέρνω και μόνος μου».

Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκόλλησε το σώμα του από την πόρτα του γραφείου των γιατρών που κόντευε να αφήσει επάνω της το αποτύπωμά του. Μπήκε στο δωμάτιο με δυσκολία και ξάπλωσε ασθμαίνοντας στο κρεβάτι του. Το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο είχε αδειάσει εχθές από έναν κύριο που δεν τα κατάφερε… Η μητέρα του που είχε μείνει από βραδύς κοντά του, την είχανε βγάλει έξω από την πτέρυγα διότι ήταν ακόμη η ώρα της επίσκεψης των γιατρών.

Έτσι γινόταν κάθε μέρα εδώ και ένα μήνα! Πριν έναν μήνα είχε νιώσει μια έντονη ζαλάδα και μια αδικαιολόγητη αδυναμία να κάνει οτιδήποτε κι έτσι μετά από μια σειρά εξετάσεων είχε καταλήξει εδώ. Και τώρα μετά από έναν ολόκληρο μήνα και τρία διαφορετικά ‘’σχήματα’’ που δεν του έκατσαν... είχε έναν ολόκληρο οργανισμό στο μηδέν! Μηδενισμένα λευκά, ελάχιστα αιμοπετάλια και μηδενική παραγωγή μυελού!

Το ήξερε... το κατάλαβε όταν δεν του έκατσε ούτε το δεύτερο σχήμα ότι είχε μπει σε μονόδρομο, ότι είχε μπει στην τελευταία διαδρομή και πως ήταν ζήτημα ημέρων πια να αγγίξει με το χέρι του την γραμμή του ορίζοντα. Την γραμμή που έβλεπε σε κάθε του ταξίδι με το καράβι και άπλωνε το χέρι του απ’ την άκρη της πλώρης για να την αγγίξει, μα εκείνη όλο κι απομακρυνόταν κι αλλάζοντας θέση πήγαινε μακρύτερα, βάζοντας πάντα την ίδια απόσταση αναμεσά τους.

Ο Γιώργος, καπετάνιος φορτηγού όργωνε τις θάλασσες και τους ωκεανούς ολόκληρου του κόσμου. Κι από τον Αρκτικό ωκεανό βρισκόταν στον Ειρηνικό τον Ινδικό ή τον Ατλαντικό! Κι από την Αλάσκα και τα παγωμένα νερά της στη Χιλή, τη Γη του Πυρός και τον πορθμό του Μαγγελάνου. Από την Ανταρτική ως την Κασπία θάλασσα και τη διώρυγα του Σουέζ.

Δέκα χρόνια δούλεψε σε υπερατλαντικά ταξίδια, μέχρι που σε ένα ταξίδι του πίσω στην πατρίδα γνώρισε κι ερωτεύτηκε τη γυναίκα του τη Θάλεια και από τότε ιδιαίτερα μετά και τον ερχομό του πρώτου τους παιδιού μίκρυνε τους ορίζοντές του και έπλεε πάντα με φορτηγό, στα όρια της μεσογείου. Δεν ήθελε... δεν άντεχε να απομακρύνεται πολύ από κοντά τους. Το καλοκαίρι μάλιστα που τα παιδιά δεν είχαν σχολείο και οι θάλασσες ήταν πιο φιλόξενες, τους έπαιρνε όλους μαζί και έκαναν κάποια ταξίδια οικογενειακώς. Μεγάλες κι οι δυο του οι αγάπες. Μαγεμένος από το μπλε της θάλασσας αλλά και τα γαλάζια μάτια της Θάλειας του, ήθελε να μπορεί να είναι και με τις δυο του αγάπες χωρίς να αναγκάζεται να αποχωρίζεται καμία.

Και να που τώρα... πριν λίγο δηλαδή... ο κύριος Τσιαταλάς του είχε πει πως είχε έρθει ο καιρός και πως σε δεκαπέντε μέρες θα τις αποχαιρετούσε για πάντα και τις δύο. Και καλά με τις θάλασσες και τους ωκεανούς που είχαν τη δύναμη και τα άντεχαν εδώ και χιλιάδες χρόνια όλα, μα με τη Θάλεια και τα παιδιά του... πως να έφευγε χωρίς να τους πονέσει; Η Θάλεια το ήξερε, του το είπε ο γιατρός πως την είχε ενημερώσει ο ίδιος. Με τα παιδιά όμως;

Πήρε στο χέρι του το κινητό του. Τα μάτια γεμάτα σαν φουρτουνιασμένο πέλαγος... και τα χείλη πικρά απ’ την πίκρα της αλήθειας του, έγλειφαν την αλμύρα του πόνου του που κάθε λίγο έσταζε.

«Φάνη;» είπε, είχε καλέσει τον αδελφό του. «Έχεις χρόνο. Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη;»

Και ναι ο Φάνης είχε χρόνο, όλοι γύρω του είχαν χρόνο εκτός απ’ τον ίδιο!

Χωράει άραγε μια ζωή μέσα σε δεκαπέντε μέρες;

Μπορεί, αντέχει να ξεφορτώσει μια καρδιά όλη της την αγάπη;

Προλαβαίνει να την ξαναγεμίσει με την αγάπη των άλλων και να την κρατήσει για πάντα μέσα της κι όταν ακόμη σταματήσει, όταν πάψει να χτυπά;

Πριν λίγο, είχε κάνει μια συμφωνία με τον κύριο Τσιαταλά τον γιατρό του να του γεμίσει όλα όσα του έλειπαν, να κάνει για λίγες μέρες όλα τα μηδενικά του αριθμούς. Διψήφιους, τριψήφιους δεν τον ένοιαζε και πολύ, αρκεί να είναι όρθιος! Να μπορεί να βλέπει το μπλε της θάλασσας από το σπίτι του κάτω στην παραλία της Καβάλας και να ανοίγει τα χέρια του ώστε να χωρά σε μια αγκαλιά όλη του η οικογένεια.

Έτσι κι έγινε. Και οι μέρες εκτός από μαγικές ήταν και δεκαπέντε. Ολόκληρες, ούτε μια ώρα λιγότερη.

Τους έγραψε! Την προηγούμενη μέρα τους έγραψε! Δεν ήταν καλός στη γραφή, μα το είχε ανάγκη!

 

’Να βαδίζετε πάντα χέρι χέρι, να σαλπάρετε και να χαίρεστε όλα τα ταξίδια σας κι ό,τι σας φέρει η ζωή να το ανταμώνετε όρθιοι, στην πρύμνη... σαν να είστε οι μόνοι καπεταναίοι της ζωής σας!’’

 

Έφυγε δυο μέρες μετά τη δέκατη πέμπτη, αλλά δεν μπορούσε να πει περισσότερα γιατί το σώμα του βρισκόταν σε κώμα! Η δε ψυχή του... είμαι σίγουρη ότι σαλπάρει τακτικά από τη Γη του Πυρός μέχρι την Αλάσκα κι από την Ωκεανίδα ως την Ασία...Που και που μόνο σταματάει και ξαποσταίνει στον όρμο μπροστά από το σπίτι του στην Καβάλα!!!

 

 

Στη μνήμη του Γιώργου του Καπετάνιου από την Καβάλα.

 

_

γράφει η Σοφία Ντούπη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!