Select Page

Δεύτερη ζωή δεν έχει, της Erinas Espiritu

Δεύτερη ζωή δεν έχει, της Erinas Espiritu

 

 

Έκλεισε την πόρτα πίσω της τόσο δυνατά και βιαστικά που νόμισε ότι το πόμολο έμεινε μες την παλάμη της που έσφιγγε με οργή. Δεν έβλεπε που πήγαινε, αλλά το βήμα της γινόταν όλο και πιο γρήγορο. Σκέφτηκε να τρέξει, αγώνας δρόμου άλλωστε ήταν όλη της η ζωή. Ακόμα άκουγε τα λόγια του, πικρά και κοφτερά, άπονα λες και μίλαγε στον χειρότερο εχθρό του. Ήταν η πρώτη φορά; Όχι, μα θα ’θελε να’ ναι επιτέλους η τελευταία!

Η βροχή έπεφτε από τα ξημερώματα και ακόμα δεν έλεγε να σταματήσει, είχε και εκείνο το διαπεραστικό αεράκι που σου περόνιαζε τα κόκαλα. Δεν είχε άλλη αντοχή μίτε και ανάσα, η υγρασία την έκανε να λαχανιάσει, η υγρασία ή μήπως και τα χρόνια. Τόσα χρόνια την ίδια φυγή ονειρευόταν, τόσα χρόνια το σχεδίαζε αλλά στο τέλος έσκιζε τις καρικατούρες του μυαλού της. Πρόχειρα σχέδια τρίχρονου παιδιού έμοιαζαν, όλο μουτζούρες και διορθώσεις, και στο τέλος δειλά γραμμένο ένα όνομα, το όνομά της. Τόσο ξεθωριασμένο όσο και τα θέλω της, λες και δεν ήταν σίγουρη, λες και δεν ήξερε πώς γραφόταν, λες και το’χε ξεχάσει…

Σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα, στολισμένη και φωτεινή, ήδη είχαν ξεκινήσει να στολίζουν για την περίοδο των Χριστουγέννων. Τι όμορφη εποχή! Ο κόσμος θα φόραγε την καλή του διάθεση και με τσέπες γεμάτες χρήματα ή προσδοκίες θα κάλυπτε το μέγιστο κατόρθωμα του καπιταλισμού   _ καταναλωτισμός άνευ ουσίας!

- Μα τι σκέφτομαι πάλι! Θύμωσε με τον εαυτό της, πάλι τους άλλους σκέφτεσαι; Πάλι την κοινωνία; Σκέψου εσένα, εσένα, εσένα με όλο τον εγωισμό που έχεις ή πρέπει επιτέλους να βρεις!

Ξαφνικά άκουσε το κινητό της να χτυπά, σκέφτηκε να το αγνοήσει, μα ήθελε να δει ποιος την καλεί, βασικά να δει αν την καλεί εκείνος. Μα φυσικά όχι ! Ήταν ο γιος της, σίγουρα ήθελε να κανονίσουν για τα παιδιά. Τα σχολεία έκλειναν σε λίγες μέρες και από καιρό του είχε υποσχεθεί ότι θα αναλάμβανε την φύλαξή τους για τις μέρες των διακοπών. Το άφησε να σταματήσει, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, τι να του πει εξάλλου, τι; Να περιγράψει άλλον έναν τσακωμό ή να του μιλήσει για οριστική φυγή. Ούτε η ίδια δεν ήξερε, ούτε η ίδια δεν ήταν σίγουρη. Ποτέ δεν ήταν σίγουρη, πάντα θα αμφέβαλλε…

Τόσες πολλές φορές που γύρισε πίσω, που έμοιαζαν περισσότερες και από τις φορές που έφευγε! Λες και γίνεται να υπάρξει τέλος χωρίς να έχει γίνει η αρχή. Κι όμως θυμάται το τέλος της, από τις πρώτες και όλες ώρες τους. Όταν βρέθηκαν μόνοι για το ξεκίνημα της κοινής τους ζωής. Ήταν άραγε ποτέ αληθινά μόνοι; Εκείνος πάντα στον αληθινό του κόσμο και περίγυρο και εκείνη πάντα παρέα με τις σκέψεις και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Ποιος άραγε είχε μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης και ποιος ήταν εκεί σ’αυτό που η κοινωνία ονομάζει συζυγική ζωή;

Για εκείνον όλη του η ζωή μαζί της, ήταν «όλη του η ζωή»! έτσι του έλεγε όταν τσακώνονταν και τον έκανε να οργίζεται.

 

Οι μυρωδιές από το απέναντι ζαχαροπλαστείο την κατέκλυσαν, ένιωσε την επιθυμία να φάει γλυκό! Ένα γλυκό, μια σταθερή αξία, όπως συνήθιζε να λέει! Μα πως γίνεται μια τέτοια στιγμή να θέλει να φάει, και γιατί να μην γίνεται;

Φόρεσε το πιο όμορφο χαμόγελό της και άνοιξε την πόρτα του ζαχαροπλαστείου. Κλείνοντάς την πίσω της, ακούστηκε ο θόρυβος από ένα καμπανάκι, αγχώθηκε γιατί αμέσως σκέφτηκε πως εκείνη, ούτε καν τις κούτες με τα στολίδια δεν είχε κατεβάσει από το πατάρι φέτος.

Με μια γρήγορη ματιά αποφάσισε τι θα αγόραζε, ζήτησε από την κοπέλα στο ταμείο να της τα τυλίξει σε συσκευασία δώρου, πλήρωσε και βγήκε πάλι έξω.

Η βροχή είχε δυναμώσει, έπρεπε να βιαστεί ...

Με μια κούτα από τα αγαπημένα γλυκά του «καλού» της και δυο βαριές ψυχές επέστρεψε στο γνώριμο προκατασκευασμένο μέλλον της.

Όταν επιτέλους έφτασε στο σπίτι, το σκοτάδι και η ησυχία της προξένησαν μιαν αναπάντεχη αγωνία, όχι ευχάριστη, το μόνο σίγουρο. Ήξερε πως μόλις βάλει τα κλειδιά στην πόρτα όλα θα αρχίσουν και πάλι από την αρχή, σαν να μην υπήρξε πριν. Αυτή την φορά όμως το σενάριο το είχε γράψει άλλος...

Βγάζοντας το παλτό της, ένιωσε πως το δωμάτιο ήταν περισσότερο παγωμένο από το σύνηθες. Κάτι ψιθύρισε ακουμπώντας το κουτί με τα γλυκά στο τραπέζι της κουζίνας και προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα, και εκεί ήρθε αντιμέτωπη με αυτό που ευχόταν πάντα, πάνω στο κομοδίνο της ένα γράμμα! Ένα γράμμα σε ένα λευκό φάκελο και το όνομά της μόνο, απέξω. Κάθισε στο κρεβάτι και έσχισε το φάκελο. Τα χέρια της έτρεμαν, όχι τόσο όσο η καρδιά της, και τα δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν το πρόσωπό της από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Ήταν εκείνου και ήταν το τέλος. Τώρα κατάλαβε γιατί το σπίτι ήταν τόσο ασυνήθιστα κρύο, τόσο ασυνήθιστα σκοτεινό...

 

Το πρωί την βρήκε ακόμα να κλαίει και να πονά, να πονά δυνατά. Έφυγε της έγραψε για να την σώσει και να σωθεί. Έφυγε εκείνος και εκείνη ήταν πάλι εκεί, στην επιστροφή της, ήταν πάλι εκεί και ήταν πάλι μόνη. Κράταγε το χαρτί στα χέρια της και έβλεπε την ζωή της μακρυά να τρέχει, να τρέχει, να τρέχει για να σωθεί. Η στιγμή που περίμενε τόσα χρόνια, η απόφαση που δεν τόλμησε να πάρει τόσα χρόνια, το τέλος που ήθελε κι δεν έδωσε ποτέ, ήρθε από αυτόν «για να την σώσει».

Χαμογέλασε πικρά και σκέφτηκε “δεύτερη ζωή δεν έχει”...

 

_

γράφει η Erina Espiritu

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!