Select Page

Δε με βαστούν τα πόδια μου πια

Δε με βαστούν τα πόδια μου πια

Καλημέρα κόρη μου.

Εύχομαι το γράμμα μου, να σας εύρει όλους καλά. Μην καλείς άδικα το τηλέφωνό μου. Έγινε διακοπή τον προηγούμενο μήνα, λόγω χρεών.

Σας πεθύμισα. Έχω να σας δω δέκα χρόνια. Καλή η ξενιτειά παιδάκι μου, αλλά η πατρίδα καλύτερη. Μπορεί να απόκτησες πολλά χρήματα, αλλά χάνεις άλλα πράγματα. Από πότε κόρη μου, έχεις να μυρίσεις βασιλικό; Από πότε έχεις να φιλήσεις Σταυρό; Από πότε έχεις να αγκαλιάσεις την μάνα σου;

Προσπαθώ να υπάρχω μέχρι τη στιγμή που θα σε δω. Κομματάκι δύσκολο, αλλά θα το προσπαθήσω. Οι αντοχές μου έχουν μειωθεί. Τα πόδια μου δε με βαστούν πια. Ό,τι οικονομίες είχα, τις έδωσα για να αγοράσω το βοηθητικό Π. Σου είπα. Τα πόδια μου δε με βαστούν πια. Ένα κομμάτι σιδερικό, μια χούφτα λεφτά. Έτσι κόπηκε το τηλέφωνο και τώρα κάθομαι στην πολυθρόνα μου και σου γράφω αυτό το γράμμα.

Είχα πολλά χρόνια να γράψω γράμμα. Τελευταία φορά θα ήταν όταν έστειλα πριν είκοσι χρόνια, στη θεία σου τη Σοφία. Στη Γερμανία. Τί κάνουν τα εγγονάκια μου; Τί κάνει το Μαράκι και το Κατερινιώ μου; Θα κλείσω τα μάτια μου και δε θα τα ‘χω δει. Σε ποιόν μοιάζουν; Από τότε που γεννήθηκαν, δεν αξιώθηκες να μου στείλεις, ούτε μια φωτογραφία. Όλο μου έλεγες στο τηλέφωνο, πριν το κόψουν, πως την επόμενη εβδομάδα θα μου τις έστελνες. Πέρασαν πολλές εβδομάδες, τόσες που έγιναν οκτώ ολόκληρα χρόνια. Κάθε που περνάει το στενό μας ο Σταμάτης ο ταχυδρόμος, μόνο με καλημερίζει. Δεν έχω παράπονο απ’ αυτόν. Μου δίνει πότε πότε και κανέναν λογαριασμό. Δε βαριέσαι. Έτσι είναι η ζωή. Μόνος έρχεσαι και μόνος φεύγεις.

Κατά τ’ άλλα, η υγεία μου είναι καλή, μόνο τα πόδια μου που δε με βαστούν. Λίγο η πίεση, λίγο ο θυροειδής, λίγο ο καταρράκτης στο δεξί μάτι, αλλά τα φέρνω βόλτα. Δόξα τον Θεό. Μέσα στο φάκελο σου έβαλα κι έναν άδειο, με κανά δυο παράδες για να βάλεις μια φωτογραφία με τις εγγόνες μου και για να αγοράσεις γραμματόσημα. Σου είπα, τα καταφέρνω, αλλά δεν ξέρω για πόσο. Δεν ξέρω για πόσο θα μπορώ να συναντώ τον Σταμάτη τον ταχυδρόμο. Να είσαι σύντομη. Μην το αμελήσεις σε παρακαλώ.

Νέα από τη γειτονιά μας, δεν έχουμε και τίποτε το ευχάριστο. Από μια γειτονιά γερόντων, σε ένα μικρό ορεινό χωριό, τί νέα να περιμένει κανείς; Τo μόνο ευχάριστο νέο, είναι οι επισκέψεις των παιδιών και των εγγονιών. Τίποτα άλλο. Εκτός από τον Σταμάτη τον ταχυδρόμο, συχνά πυκνά, βλέπουμε τον Τριαντάφυλλο, τον υπάλληλο του Χατζή του νεκροθάφτη απ’ την Άνω Μεριά. Όταν ακούμε το μηχανάκι του, καταλαβαίνουμε πως κάποιος απ’ το χωριό έφυγε για πάντα. Πρώτα ακούμε το καρφωτικό με το κηδειόχαρτο στο στύλο και μετά την καμπάνα. Ώρες ώρες, απορώ. Έτοιμα τα έχουν; Ο άλλος αγκομαχά για το ξεψύχισμά του κι αυτός τυπώνει τα ρημαδόχαρτά του. Λες να τα έχει έτοιμα, για όλους μας; Να σήμερα, έφυγε ο Νικήτας, της Σταματίνας ο άντρας. Ήμασταν τριακόσιοι ακριβώς, όπως οι του Λεωνίδα, μείον τον Νικήτα, 299. Λες να είμαι η τελευταία του χωριού; Λες; Λες ως τότε, να έχει πεθάνει και ο νεκροθάφτης ή να του έχει τελειώσει το μελάνι ή το χαρτί; Λες;

Εγώ πάντως, θέλω να ζήσω. Θέλω ν’ αγκαλιάσω τις εγγόνες μου, να τις γνωρίσω, να τις χαϊδέψω, να τους πω παραμύθια. Τους χρωστάω πολλά παραμύθια. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, αν βαστούσαν τα πόδια μου κι αν δεν είχα το βοηθητικό Π, θα ανέβαινα στο αεροπλάνο και θα ‘ρχόμουν κοντά σας. Κι αν δεν είχα χρήματα, θα πουλούσα ακόμη και το σπίτι. Αλλά πάλι, όσο το σκέφτομαι μήπως δε θα χωρούσα στο σπίτι σας; Ξέρεις, ο θυροειδής μου χάρισε είκοσι κιλά. Άσε καλύτερα. Θα καθίσω στο δικό μου το σπίτι, που είναι τεράστιο, μα άδειο.

Ξέρεις πώς έφτιαξα τα δωμάτια; Την ανατολική κρεβατοκάμαρα, την έχω στρώσει εδώ και χρόνια για σένα και τον Τάκη. Την δυτική, που είναι και μεγάλη, την ετοίμασα για το Μαράκι και το Κατερινιώ μου. Για μένα την παλιόγρια, κράτησα τη βορινή. Δεν πειράζει που είναι η πιο κρύα. Εμείς οι παλιοί, αντέχουμε, αρκεί να είσαστε καλά εσείς, τα παιδιά μας.

Στείλε τουλάχιστον μια φωτογραφία σας, να την βάλω στα δωμάτιά σας. Να έρχομαι να χτυπώ την πόρτα σας, ν’ ανοίγω σιγά σιγά και να σας μιλάω. Μόνη κάθομαι στην πεζούλα και αναρωτιέμαι, τι να κάνετε την κάθε στιγμή. Τώρα λέω, το Μαράκι μου θα διαβάζει και το Κατερινιώ μου, θα παίζει με τις κούκλες της. Ελάτε να καθίσουμε όλοι μαζί στην πεζούλα. Ελάτε πριν ξανακουστεί το μηχανάκι του Τριαντάφυλλου.

Σας σκέφτομαι και σας αγαπώ. Τα δέοντα μου, σ’ όλους σας.

 

_

γράφει ο Χρήστος Βαλκάνης

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

2 Σχόλια

  1. Coraline

    Πολύ δυνατό κείμενο! Μου έφερε στο μυαλό όλους εκείνους τους ανθρώπους που βιώνουν τη μοναξιά και που συνεχώς προσπαθούν -μάταια- να συμβιβαστούν με αυτήν.. Με συγκίνησε πολύ!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!