Εμέ με φτιάξαν οι θεοί
γαλάζια και πανέμορφη,
με έκαναν χαρούμενη
και σπάνια θυμωμένη.

Εμέ με φτιάξαν οι θεοί
τους γύρω μου να τρέφω
και με ασφάλεια να περνούν
του κόσμου οι ταξιδιώτες.

Εμέ με κάναν οι θεοί
μια θάλασσα σαν λίμνη
για να προσέξω, να νοιαστώ
για όσους περνοδιαβαίνουν.

Εμέ οι θεοί δε μ’ έφτιαξαν
να τρέφομαι από ανήμπορα κορμιά,
εμέ δε μ’ έφτιαξαν οι θεοί
για να σκοτώνω.

Εμέ οι θεοί δε μ’ έφτιαξαν
να τρέφομαι από παιδιά
δε μ’ έκαναν να καταβροχθίζω
που σεις οι άνθρωποι αδιαφορείτε.

Πώς με καταντήσατε έτσι, μωρέ;
Να ντρέπομαι,
να θέλω να καταπιώ τα νερά μου;
Τι σας έφταιξα, μωρέ;
Σας πείραξα τόσους αιώνες;
Σεις γιατί με ταΐζετε
μωρά κι ανήμπορους,
δυστυχισμένους κι άμοιρους ανθρώπους;
Γιατί, μωρέ;

Εμέ οι θεοί δε μ’ έφτιαξαν
για να υπηρετώ
άπονα και άνομα συμφέροντα.

Γιατί δεν κάνετε κάτι, ορέ;
Εσάς σας έφτιαξε ο δικός σας Θεός
να τρώτε ο ένας των άλλων τις σάρκες;
Να ηδονίζεστε με τις εικόνες
από πνιγμένους
παιδιά, γυναίκες και άντρες;
Πού πήγε, μωρέ, η αντρειοσύνη σας;
Πού πήγε το φιλότιμο τόσων γενναίων;

Να σκίζετε με τις πελώριες μηχανές σας
κι από τα σπλάχνα μου,
μαύρα του άνθρακα παιδιά,
χορεύουν στου πολέμου τις σειρήνες.
Να τος ο θλιβερός πολιτισμός σας…

Εμέ οι θεοί δε μ’ έφτιαξαν
για φέρετρο του κόσμου
και σας
δε λόγισε Θεός
δήμιους να σας ορίσει.

 

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!