Νύχτωσε, μα ο μικρός Γιωργάκης δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν βλέπεις το φεγγάρι. “Το μεγάλο φωτεινό μου φεγγάρι”. Έτσι έλεγε. “Θέλω να μεγαλώσω και τότε θα σε φτάσω! Στο υπόσχομαι! Μα είμαι μικρός και μ' αποφεύγεις...”.

Εκείνη τη νύχτα, που όλοι κοιμόντουσαν, σηκώθηκε απ' το κρεβάτι του περπατώντας στις μύτες των δαχτύλων του, κατέβηκε τις σκάλες και βρέθηκε στο υπόγειο. Εκεί υπήρχε μια μικρή πόρτα που οδηγούσε, ας το πούμε, σ’ ένα φωταγωγό. Έμοιαζε με μακρύ τετράγωνο διάδρομο που ήταν όρθιος. Ταβάνι δεν είχε. Φαινόταν αν κοιτούσες, ο ουρανός. Βρισκόταν μεταξύ δύο πολυκατοικιών. Στον τοίχο υπήρχε κολλημένη μια πελώρια σκάλα. Ο μικρός χωρούσε ίσα ίσα.

“Αυτό είναι, πως δεν το σκέφτηκα πιο πριν;” είπε και έκατσε οκλαδόν αμέσως. Χαμογελούσε και το πρόσωπό του ήταν φωτεινό. Φαινόταν τόσο ευτυχισμένος. Κοιτούσε ψηλά το μεγάλο του φεγγάρι. Άπλωνε τα χέρια, σκαρφάλωνε στη σκάλα, μα μάταια, δεν μπορούσε να το φτάσει. “Εδώ είμαι κάλο μου φεγγάρι, θα μεγαλώσω και θα σε φτάσω. Θα το δεις!”. Ύστερα καθόταν και του έλεγε διάφορες ιστορίες και συζητούσαν σχεδόν για τα πάντα.

Ο Γιωργάκης πήγαινε κάθε νύχτα να βρει το φεγγάρι του. Καμιά φορά του τραγουδούσε κιόλας και του έφερνε παραμύθια για να του διαβάσει. Δεν καθόταν πολύ ώρα για να μην καταλάβει η μαμά του ότι έλειπε. Έβαζε κάτω απ' το πάπλωμα μαξιλάρια για να φαίνεται πως ήταν εκεί. Πάντα φεύγοντας για το σπίτι, άφηνε μια ζωγραφιά κι ένα τριαντάφυλλο που έκοβε απ' τον κήπο τους. Βέβαια, όταν τελείωσαν τα δικά τους, έκλεβε κι απ' τους διπλανούς κήπους. “Φεύγω φεγγαράκι μου, αλλά σου άφησα τη ζωγραφιά και το λουλούδι μου να σου κρατούν συντροφιά τώρα που δεν θα είμαι εδώ.”.

Μια φορά, τον πήρε ο ύπνος καθώς του διάβαζε ένα από τα αγαπημένα του κόμικ. Η κυρία Λίζα, η μητέρα του, ξύπνησε και ανησύχησε πολύ! Δεν τον βρήκε στο κρεβάτι του. Έψαχνε με αγωνία στα υπόλοιπα μέρη του σπιτιού, μήπως και ο Γιωργάκης έπαιζε κάποιο παιχνίδι. Δεν τον έβρισκε όμως πουθενά. Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και πετάχτηκε αλλόφρων στο δρόμο. Κοιτούσε δεξιά, αριστερά φωνάζοντας τ' όνομά του, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. Λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Η κυρία Λίζα έκλεγε με λυγμούς, αλλά πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Φτάνοντας στη πολυκατοικία άκουσε τον Φρόκη τον σκύλο τους να γαυγίζει ασταμάτητα. Έτρεξε γρήγορα. Τα γαυγίσματα ακούγονταν απ' το υπόγειο. Κατέβηκε τρέχοντας. Είδε τον μικρό να την κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. Τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά. Λες και δεν θα τον ξανάβλεπε πότε. Σκούπισε τα δάκρυά της...

- Παιδί μου, ανησύχησα πάρα πολύ, μην το ξανά κάνεις αυτό, σε παρακαλώ!.

- Μα μαμά το φεγγάρι είναι μόνο του!

Η μητέρα του του απαγόρευσε να πηγαίνει στο υπόγειο, όμως εκείνος δεν την άκουσε και συνέχισε να πηγαίνει κάθε βράδυ. Περίμενε στο κρεβάτι και μόλις κοιμόντουσαν, σηκωνόταν, πήγαινε στο δωμάτιο της γιαγιάς του και της έκλεβε τα κλειδιά απ' την ποδιά της. “Ήρθα καλό μου φεγγάρι, εδώ είμαι!”.

Ένα βράδυ, σκαρφάλωσε ψηλά στη σκάλα κρατώντας στο στόμα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Ήθελε να το δώσει στο φεγγάρι. Αφού έφτασε στην άκρη, τέντωσε το χέρι του όσο πιο πολύ μπορούσε για να του το προσφέρει. “Θα σε φτάσω, θα σε φτάσω... έστω και στο αέρα.”.

Ο Γιωργάκης, ξαφνικά, έχασε την ισορροπία του και έπεσε κάτω σαν τσουβάλι από τσιμέντο. Από τις φωνές και τα κλάματα ξύπνησε όλη η γειτονιά. Ο μικρός είχε σπάσει το πόδι του. Πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο. Την επόμενη μέρα η κυρία Λίζα τον χάιδευε στα μαλλιά...

- Αχ! Αγόρι μου, γι' αυτό σου είπα να μην πας στο υπόγειο, αλλά εσύ δεν με άκουσες. Βλέπεις τώρα ψυχή μου τι έπαθες;

- Μα μαμά, το φεγγάρι είναι μόνο του μέσα στο μαύρο σκοτάδι! Έχει εμένα όμως τώρα για παρέα. Όταν μεγαλώσω, θα το φτάσω και δεν θα είναι ποτέ πια μόνο. Θα είμαι πάντα εκεί!

- Αχ ψυχή μου! Φωτεινό μου αστέρι, υπάρχουν πολλά φεγγάρια που είναι μόνα τους, μα αυτά κατοικούν στη γη.

- Όχι μαμά. Κανένα φεγγάρι δεν πρέπει να είναι μόνο του. Κανένα!

 

Ο Γιωργάκης σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το φεγγάρι. Τέντωσε το χέρι και ένα δάκρυ κύλησε...

 

_

γράφει η Ελένη Ιωαννάτου 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!