Select Page

Είναι κάτι καλοκαίρια…, της Βίκης Κοσμοπούλου

Είναι κάτι καλοκαίρια…, της Βίκης Κοσμοπούλου

 

 

Καλοκαίρι. Έσκαγε ο τζίτζικας, αλλά εκείνη πάγωνε στην αίθουσα αναμονής. Ντυμένη με τη χειρουργική ρόμπα περίμενε τους θεριστές της θηλυκότητάς της. “Καρκίνος”, της είχε πει ο γιατρός της κάποιους μήνες νωρίτερα. Καρκίνος; τι καρκίνος; το ζώδιο; “Καρκίνος: ζώδιο ευμετάβλητο, εύθικτο και δύσθυμο.”, διάβαζε στην τελευταία σελίδα των περιοδικών, που χάζευε ανάμεσα στη λάντζα και τα μαγειρέματα. Έτσι ήταν και ο δικός της καρκίνος φωλιασμένος στο αριστερό της στήθος, το στήθος που είχε θρέψει αδιαμαρτύρητα, σχεδόν ηδονικά τα τρία παιδιά της, δύο αγόρια και ένα κορίτσι, τα καμάρια της. Περίμεναν στους διαδρόμους του νοσοκομείου ενωμένα σα γροθιά. Είχε κάνει καλή δουλειά με τα παιδιά της η κυρά Δέσποινα.

Με τη χειρουργική της ρόμπα, γυμνή μέσα έξω, άρχισε τις προσευχές στην Παναγία. Τώρα ήταν στα χέρια της. Οι ακρωτηριαστές έφτασαν, πριν προλάβει να ολοκληρώσει το τρίτο “Πάτερ ημών”. Χαμογελαστός ο γιατρός, περιτριγυρισμένος από πιτσιρικάδες ειδικευόμενους, τη χτύπησε στην πλάτη και την κάλεσε μέσα στο τραπέζι. Και αν είχε κάνει τραπεζώματα τόσα καλοκαίρια σε φίλους και συγγενείς και τώρα να΄ την να βρίσκεται εκείνη στο μενού της ημέρας. Της ώρας.

Η μάσκα προσγειώθηκε στο πρόσωπό της. Κρύο, πολύ κρύο. Πώς κάνει τόσο κρύο στη μέση του καλοκαιριού; Ο γιατρός άρχισε να της κάνει ερωτήσεις. Η εικόνα του θόλωνε, η φωνή του ακουγόταν σαν μέσα από τούνελ, το τιρκουάζ της ρόμπας του θύμιζε κάτι από θάλασσα και τα φώτα ήλιους, κατάλληλους να ξεροψήσουν τους τουρίστες. Η μέθη ήταν γλυκιά, ώσπου η κυρα Δέσποινα έκλεισε τα μάτια της.

Καλοκαίρι. Πίσω στο 1965. Υποβρύχιο μπαμπά. Ένα υποβρύχιο για τη δεσποινίδα και έναν ελληνικό μέτριο. Σας ευχαριστώ. Λοιπόν Δεσποινάκι μου του χρόνου θα πας στο γυμνάσιο. Είμαι πολύ περήφανος για σένα. Ευχαριστώ πατέρα. Λέγαμε με τη μητέρα σου να πας στο χωριό στη γιαγιά. Θέλεις; Θέλω! Δεσποινάκι φάε λίγο καρπουζάκι. Δε θέλω γιαγιά, έχει κουκούτσια. Άσ΄ τη βρε γυναίκα, δε θέλει σου λέει το παιδί. Θα σου πάρω παγωτό εγώ. Παππούκα μου!

Καλοκαίρι. 1983. Στο πλοίο. Ο αέρας χτυπάει τα μάγουλά της. Ο νεαρός την αγκαλιάζει και της ψιθυρίζει. Σ΄ αγαπάω. Και ’γω. Δεν το πιστεύω ότι παντρευτήκαμε. Εγώ το πιστεύω. Γελάνε. Για πες τι έχει το πρόγραμμα; Το πρόγραμμα... μμμ... αγάπη, ταξίδια, χαμόγελα, ευτυχία, τρία παιδιά. Τρία; Τρία. Σκέφτεσαι κάτι άλλο; Όχι. Γελάνε και παραδίνονται στα φιλιά. Σ΄ αγαπάω. Και ’γω. Κάτσε εκεί να σε βγάλω μια φωτογραφία. Μη χαλάς την τελευταία στάση. Εννοείται θα τη χαλάσω για σένα. Θα πάρουμε άλλο φιλμ.

Καλοκαίρι 1998. Ξυπνάει μέσα στον ιδρώτα. Ανοίγει τον ανεμιστήρα. Πηγαίνει να φτιάξει καφεδάκι. Ο αναπτήρας τελείωσε. Παίρνει σπίρτα. Βεράντα. Πολλή ζέστη θα έχει και σήμερα. Πρέπει να πάω και λαϊκή. Σηκώνεται. Βάζει ένα μακό φορεματάκι. Ελένη πάω λαϊκή. Ξύπνα και τ΄ αγόρια να είναι έτοιμα να πάμε θάλασσα. Μ΄ ακούς; Ναι μαμά. Έλα πάρε πεπόνια κυρία. Δύο πεπόνια εκατό δραχμές. Βάλε μου δύο. Δεν μπορώ παραπάνω, έχω να κουβαλήσω και το καρπούζι. Παιδιά είστε έτοιμοι; Πανέτοιμοι μαμά. Να πάρουμε και τη φουσκωτή μπάλα. Νίκο πάρε τις πετσέτες από τα σκοινιά και συ μικρέ βάλε το αντηλιακό στην τσάντα. Βάζω και ’γω μαγιό και φύγαμε. Να γυρίσουμε νωρίς. Να έρθει ο μπαμπάς να βρει ένα πιάτο φαΐ.

Τι θα πάρετε; Τρεις πορτοκαλάδες χωρίς ανθρακικό. Κοίτα μαμά, κοίτα! Μπράβο Γιάννη μου. Θα κάνω κι άλλη. Όχι άλλη, θα πάθουνε τ΄ αυτιά σου. Ελένη κάτσε να σου βάλω αντηλιακό στην πλάτη. Νίκο μην πας βαθιά. Ανοίγει το περιοδικό της. Καρκίνος: Ο μήνας σας. Είστε ευμετάβλητοι, εύθικτοι και δύσθυμοι. Προσέξτε πώς κινείστε. Μην αφήσετε τη συναισθηματικότητά σας να σας επηρεάσει σε βάθος. Το μεγάφωνο μουρμουρίζει. Ααα... κρουαζιέρα θα σε πάω αααα... γιατί σε νοιάζομαι και σ΄ αγαπάω.

Καλοκαίρι 2007. Κυρά Δέσποινα είδες που σε έφερα! Ναι αγάπη μου. Θυμάσαι; Πώς δε θυμάμαι Κυριάκο μου. Όλα τα θυμάμαι. Μη σηκώνεις τη βαλίτσα θα πάθει η μέση σου, εγώ! Τι έχει το πρόγραμμα; Το πρόγραμμα... μμμ... αγάπη, γεράματα... Γεράματα; Γελάνε. Και ευτυχία, ευτυχία, ευτυχία. Επί τρία. Επί τρία; Σκέφτεσαι κάτι άλλο; Όχι. Γελάνε. Στάσου εκεί να σε βγάλω μια φωτογραφία. Πώς λειτουργεί αυτός ο διάολος;

Συνέρχεται σιγά σιγά. Οι φωνές γίνονται ολοένα και πιο φυσιολογικές. Ξυπνήσατε; Αισθάνεστε καλά; Ζαλισμένη. Όλα καλά κυρία Δέσποινα. Όλα καλά θα πάνε. Τα καλοκαίρια είναι μπροστά της. Ήλιοι την προσπερνούν καθώς την μετακινούν πάνω στο φορείο. Μαμά. Μανούλα. Μάνα. Χαμογελάει, όπως μόνο εκείνη ξέρει. Όλα καλά. Σας έχω κλείσει εισιτήρια για Σαντορίνη. Φεύγετε αύριο. Να βάζετε αντηλιακό και να προσέχετε. Τι λες μαμά; Την πείραξε η αναισθησία; Τίποτα δε με πείραξε. Να περάσετε όμορφα αγάπες μου! Ααα... κρουαζιέρα θα σας πάω...

 

_

Βίκη Κοσμοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

7 Σχόλια

  1. drmakspy

    Κοφτός λόγος, συμπυκνωμένος, αφαιρετικός χωρίς όμως να στερείται πληρότητας στην περιγραφή (κάτι που προσωπικά θαυμάζω ιδιαίτερα)… Ρυθμός που σίγουρα σου μεταφέρει την ψυχολογία της όλης κατάστασης σαν να την ζεις σε πρώτο πρόσωπο… Κι έπειτα σε βυθίζει στην μέθη της αναισθησίας… Και στο τέλος η επιτομή της μάνας που σου δίνει εκείνη την αίσθηση του happy end… Αααα κρουαζιέρα θα σας πάω μας υποσχέθηκες νοερά… Εμένα σίγουρα με πήγες Βίκυ…

    Απάντηση
  2. Ροδάνθη

    Υπέροχη ιστορία , μοναδικά συναισθήματα, γραφή που συγκινεί και ταξιδεύει. Μπράβο !

    Απάντηση
  3. Σουλελε χριστίνα

    Πάρα πολύ ωραίο.Με συγκίνησε η αλήθεια της γραφή σας .

    Απάντηση
  4. Βίκη Κοσμοπούλου

    Σας ευχαριστώ πολύ όλους!Βίκη Κοσμοπούλου

    Απάντηση
  5. D.T.

    Ζήτω οι άφθαρτες νίκες της συγκίνησης!Εύγε!

    Απάντηση
    • Βίκη Κοσμοπούλου

      υπέροχο το σχόλιό σας!!!ευχαριστώ πολύ!!!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!