Ένα από εκείνα τα πρωινά που ακόμα δεν είχε χαράξει πετάχτηκε από το κρεβάτι έτοιμη για κάτι που δεν ήταν έτοιμη.

Σηκώθηκε, έριξε νερό στο πρόσωπό της και  αντίκρισε στον καθρέφτη εκείνη που  ήταν αγέραστη και ανέραστη. Απέθαντη. Ή, που ίσως, ο θάνατός της να ήταν μια μέρα θαύμα.

Πέθανε η απέθαντη.

Μα είναι δυνατόν;

Έριξε κι άλλο νερό στο πρόσωπο της. Το είδωλο άλλαξε. Η όμορφη, η ερωμένη: Γερνά. Μετά από κάθε πράξη  πεθαίνει κι από λίγο. Θάνατος σε μικρές δόσεις. Ερωτοτροπεί μαζί του. Λυτρώνεται και καθάρται από τον έρωτα με το θάνατο. Και σπανίως το ανάποδο.

Κοίταξε με περιέργεια τον καθρέφτη.

«Είμαι στ’ αλήθεια εγώ; Και είμαι στ’ αλήθεια ζωντανή; Είμαι έτοιμη; Και πότε γαμώ το διάολο μου είμαι πιο ζωντανή;»

Άναψε το πρωινό τσιγάρο. Ο καπνός ανέβηκε ψηλά  για να σβήσει σιγά σιγά και η γόπα στο τασάκι είχε σημάδια από κόκκινο κραγιόν.

_

γράφει η Έφη Γεωργάκη