Εκείνοι κι Εμείς ή Εμείς κι Εκείνοι | τοβιβλίο.net

Select Page

Εκείνοι κι Εμείς ή Εμείς κι Εκείνοι

Εκείνοι κι Εμείς ή Εμείς κι Εκείνοι

Σκέψεις ανάκατες κι έτσι όπως είναι, έτσι και τις καταθέτω. Χωρίς φιοριτούρες, χωρίς καλλωπιστικά στοιχεία, χωρίς ιδιαίτερη και δεύτερη σκέψη…

Δεν ξέρω ποιο είναι καλύτερο· ο πολιτισμός ή ο πρωτογονισμός, αν υπάρχει τέτοια λέξη.

Ο πολιτισμός, έτσι όπως τον έχουμε “εξελίξει και καταντήσει” σήμερα, που τα πάντα τα μετράμε με τον καθωσπρεπισμό, ο οποίος κρατά καλά κρυμμένα μυστικά και πολλά στοιχεία του χαρακτήρα μας. Την χαρά μας, ας πούμε, φροντίζουμε να την κρατάμε στα “καθώς πρέπει” όρια, το ίδιο τον πόνο και την λύπη, εκτός αν πιούμε κανένα ποτηράκι παραπάνω, οπότε πάνε περίπατο οι αναστολές, άρα και ο καθωσπρεπισμός μας. Φροντίζουμε, τις περισσότερες φορές, πώς θα φανεί η οποιαδήποτε αντίδρασή μας στους γύρω μας. Μετράμε τα υπέρ και τα κατά οποιασδήποτε απόφασης έχουμε κατά νου να πάρουμε και πνίγουμε τον αυθορμητισμό μας. Δεν κάνουμε πολλά παιδιά “για να μπορέσουμε να τους παράσχουμε όσα περισσότερα εφόδια” μπορούμε και αυτό που λέμε “στενή οικογένεια” απαρτίζεται, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε οκτώ με δέκα άτομα. Έχουμε υψηλές προσδοκίες από τα παιδιά μας κι ακόμα ψηλότερες από τα παιδιά των παιδιών μας, αν καταφέρουμε και αξιωθούμε να έχουμε κι από τα δύο. Εννοείται πως τα δρομολογούμε από μωρά σε αυτό που εμείς θέλουμε για κείνα, χωρίς να υπάρχει ούτε στο πολύ πίσω μέρος του μυαλού μας, πως αυτά έχουν το δικαίωμα να θελήσουν κάτι άλλο.

«Εγώ ξέρω τι θέλει και τι πρέπει να θέλει…»

Και τα τρέχουμε από μωρά σε δραστηριότητες κι ύστερα στο σχολείο, στα εξωσχολικά και πάει λέγοντας.

«Είναι καλός ή καλή στα μαθηματικά; Άρα πρέπει να σπουδάσει κάτι σχετικό και φυσικά από πολυτεχνείο και ιατρική και πάνω…»

«Είναι καλός ή καλή στα φιλολογικά; Άρα πού μας οδηγεί από μόνο του το παιδί; Νομική, δικαστικό ή διπλωματικό…»

Και αυτός ή αυτή ανακαλύπτουν στην πορεία πως τους αρέσει η ζωγραφική, ο χορός, η μουσική, το θέατρο ή η επαφή τους με τη γη και τα ζώα και δεν τολμούν να το ξεστομίσουν, μέχρι να κάνουν το χατίρι, αν τα καταφέρουν κιόλας, στους γονείς τους και ν’ αλλάξουν, μπορεί και μετά από χρόνια, ρότα 180 μοιρών!

Και σαν βρεθεί κάποιο μέλος της ολιγάριθμης και “καθωσπρέπει” οικογένειας έξω από μία μονάδα εντατικής θεραπείας, με τον άνθρωπό της να δίνει την δική του μάχη να κρατηθεί στην ζωή, οι υπόλοιποι αρνούνται να πουν και τον λόγο που βρίσκονται εκεί. Τον ελαχιστοποιούν, σαν να θέλουν να τον ξορκίσουν ή, στην χειρότερη των περιπτώσεων, αρνούνται να μάθει κανείς μήπως και τους λυπηθεί ή τους γλωσσοφάει.

Και αλλοίμονο αν τα νέα δεν είναι και τόσο ευοίωνα… Χλωμιάζουν οι τέσσερις - πέντε τις πρώτες μέρες που βρίσκονται εκεί, συγκρατούν τα συναισθήματά τους, φοράνε κι ένα αχνό χαμόγελο, ενώ, ένας καλός παρατηρητής μπορεί να διακρίνει πόσο θέλουν να φωνάξουν, ακόμα-ακόμα και να βρίσουν. Δεν το επιτρέπει, όμως, η μόρφωση και το status-quo της φαμίλιας τους. Και όσο περνούν οι μέρες και απομένουν δυο τρεις μονάχα, αλλοιώνονται τόσο τα χαρακτηριστικά τους, η επιδερμίδα τους αλλάζει χρώμα και υφή και θαρρείς πως από ώρα σε ώρα θα διαλυθούν εξ ὧν συνετέθησαν… Γίνονται οι σκιές του εαυτού τους, χωρίς να έχουν κάποιον ν’ ακουμπήσουν, γιατί ο ένας πρέπει να κρύβει από τον άλλον την αλήθεια, για να τον “προφυλάξει”.

Και πάμε τώρα στους “πρωτόγονους”. Αυτούς, που όλοι εμείς οι καθωσπρέπει τους βλέπουμε με μισό μάτι και τις περισσότερες φορές έχουμε το θράσος να τους κρίνουμε και να τους χλευάζουμε. Αυτών, λοιπόν, “η στενή οικογένεια” αποτελείται από 25-30 άτομα. Και είναι και δεμένοι μεταξύ τους. Και δεν σκοτώνονται για ένα μέτρο γης, όπως κάνουμε εμείς οι καθωσπρέπει.

Στους γάμους και στις χαρές τους βάζουν όλοι μαζί τον μπεζαχτά τους κάτω, φέρνουν νταούλια και βιολιά, φορούν τα καλά και τα αστραφτερά τους, τα μαλάματα, όπως έχουν μάθει από την γεροντότερη της οικογένειας, από την βάβω τους, στολίζονται, γελούν, τραγουδούν και χορεύουν για μερόνυχτα.

Ξέρουν, το έχουν βιώσει στο πετσί τους, είναι περασμένο, όπως λέμε σήμερα οι μορφωμένοι, στο DNA τους, από πάππου προς πάππου, πως οι “καθωσπρέπει” δεν τους θέλουν ούτε στο ένα μέτρο. Δεν τους θέλουν στην γειτονιά τους, δεν τους θέλουν στα σχολεία τους, δεν τους θέλουν στα πανεπιστήμια, αν κανένα καταφέρει να φτάσει μέχρι εκεί, δεν τους θέλουν στα νοσοκομεία, δεν τους θέλουν στις δουλειές, εκτός αν πρόκειται κάποιος να τους κάνει κάποια βρώμικη, για να μην λερωθούν οι ίδιοι. Δεν τους θέλουν πουθενά.

Αυτοί οι πρωτόγονοι γονείς σπέρνουν πολλά παιδιά, όπως και τα παιδιά τους.

«Το παιδί είναι ευλογία…» τους ακούς να λένε.

«Και πώς θα μπορέσεις να τα θρέψεις τόσα στόματα;»
«Δουλεύουμε, θα δουλέψουμε κι έχει ο Θεός…»

«Και τι θα κάνουν σαν μεγαλώσουν; Τι όνειρα έχεις για τα παιδιά σου;»

«Να είναι γερά, να δουλεύουν, να κάνουν κι εκείνα πολλά παιδιά.»

«Δεν θέλεις να σπουδάσει κανένα απ’ αυτά;»

«Αν μπορέσει να πάει σχολείο, αν καταφέρει να το τελειώσει κι αν το θέλει πραγματικά το ίδιο, ας πάει.»

Μέχρι εκεί. Μέχρι εκεί φτάνουν τα όνειρά τους. «Όπως κάποτε των παππούδων μας;» λέω εγώ τώρα… Τα όνειρα αυτών που εμείς οι “καθωσπρέπει” θέλουμε και απαιτούμε να “εκπολιτιστούν” άμεσα κι αν είναι δυνατόν, μέσα σε μια νύχτα.

«Είναι αυτοί που κλέβουν, είναι αυτοί που δημιουργούν και ζουν στο περιθώριο, είναι αυτοί που οπλοφορούν, είναι, είναι, είναι…»

Δεν είναι η ώρα να το αναλύσω, κατά την ταπεινή μου γνώμη πάντα, γι’ αυτό, ας πάμε στο κομμάτι του πόνου. Εκεί, αν μπορέσεις να δεις την όλη κατάσταση σαν τρίτο μάτι, χωρίς να θέλεις να κρίνεις, να επικρίνεις και να κατακρίνεις, παθαίνεις μια πολιτισμική (;) ταραχή.

Στο προσκέφαλο εκείνου που βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου και ιδιαίτερα εκείνου που παλεύει να κρατηθεί στη ζωή, μαζεύονται γύρω στα 25 άτομα, οι δικοί με πρώτο βαθμό συγγένειας, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι γεροντότεροι, που είναι και οι αρχηγοί της οικογένειας, αναλαμβάνουν να ενημερώσουν τους υπόλοιπους. Και σαν φτάνει η στιγμή που πληροφορούνται πως το σπλάχνο, ο αδελφός και ο σύζυγος ή η αδελφή και η σύζυγος δεν έχει και πολλές ελπίδες, καταρρέουν, ουρλιάζοντας σαν σφαχτάρια και οι μεν γυναίκες χτυπούν τα στήθη τους, ενώ οι άντρες προσπαθούν να κρατήσουν την ψυχραιμία τους, πάντα για την οικογένεια και όχι για το τι θα πει ο κόσμος, με τα δάκρυα ν’ αυλακώνουν τα ηλιοκαμένα πρόσωπά τους και τα χέρια τους σφιγμένα σε γροθιές.

Μαζεύεται ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα και το υπόλοιπο σόι, χωρίς να φεύγει κανείς από το νοσοκομείο για μερόνυχτα.

«Μαζί ήρθαμε, μαζί θα φύγουμε…»

Αλήθεια, ποια από τις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες είναι η πιο ατόφια; Ποια από τις δύο μας θυμίζει κάτι από τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και όχι μόνο; Και ποιοι είναι εκείνοι που κινδυνεύουν περισσότερο από εγκεφαλικά, εμφράγματα και ψυχολογικά;

Ίσως μπορέσει να μας απαντήσει κάποιος ειδικός, κάποιος που να έχει σπουδάσει ουσιαστικά…

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος