heart_balloon

Πέταξα το τσιγάρο μου στο δρόμο. Ούτε που ξέρω γιατί το άναψα εξάλλου. Τα μάτια μου ίσα που βλέπαν στο δρόμο. Βλέπεις και τα κλάματα κάποτε στερεύουν και άντε να τα φέρω τα βλέφαρα στη σωστή τους θέση. Νόμιζα πως δε θα σταματήσει ποτέ τούτος ο ποταμός. Ένιωθα την καρδιά μου ακόμα ματωμένη. Δεν ξέρω καν πότε θα σταματήσει τούτη η αιμορραγία. Κι αν υπάρχει κάποιο κατάλληλο φάρμακο για τούτη την πληγή. Λέω πληγή και γελάω. Εγώ που πλήγωσα τόσους κάθομαι και μιλάω για τα δικά μου τα κομμάτια.

Ο δρόμος, μου φάνηκε διαφορετικός. Και ας τον είχα περπατήσει τόσες φορές. Θα μου πεις αυτή τη φορά περπατούσα απροκάλυπτα και φανερωμένα. Τόσο καιρό αφανέρωτους βηματισμούς έκανα σε τούτη τη γειτονιά με τη ματιά φοβισμένη και αμαρτωλή. Να μη με δει κανείς. Να μην ακούσει κανείς ετούτη την ανάσα που λαχταρά. Ακόμα θυμάμαι εκείνο το μουδιασμένο παλμό της πρώτης νύχτας σε τούτη τη γειτονιά. Τα δειλά μου βήματα. Και την τόσο τολμηρή μου επιθυμία.

Η αίσθηση αυτή με έκανε να σταματήσω στο επόμενο στενό. Θεέ μου. Κάπως έτσι πρέπει να είναι τα εμφράγματα. Τόσος πόνος δε μπορεί να μην είναι σημάδι. Ξεκουμπώνω το γιακά μου και λύνω τη γραβάτα. Ανάσα δε βγαίνει. Θα πεθάνω εδώ. Θα με βρουν σε αυτό το σημείο νεκρό κάποια στιγμή στο ξημέρωμα πίσω από τους κάδους. Ναρκομανής θα πουν. Από τους γυαλισμένους κιόλας. Θα πήρε από εκείνα τα βαριά. Τι τα θες. Λες και ξέρουν δαύτοι από ζωή. Την πετάνε έτσι. Με θράσος.

Θράσος. Ναι αυτό είχα. Θράσος. Το ξέρω. Υπήρξα αναιδής στη ζωή. Μα όχι σε όποια και όποια ζωή. Αλλά στη Ζωή μου. Ναι στη Ζωή μου. Και τώρα την άφησα λυγισμένη και κομματιασμένη και έγινα φυγάς. Δραπέτης. Εγώ ο τολμηρός. Ο γενναίος. Των ‘θα’ και των ‘ποτέ’ και των ‘πάντα’. Δειλέ! Ε Δειλέ! Δε βαστά η ανάσα μου. Να πάρω το 166; Να πω τι; Νομίζω πως πεθαίνω; Έμφραγμα, ελάτε γρήγορα σας λέω. Ποιο άλλο τηλέφωνο να πάρω; Είχα κάποτε ένα ταχείας κλήσης μα τώρα και εκείνο το νούμερο και όσοι κρύβονται πίσω από αυτό μάλλον πως με μισούν. Θα μου πεις κι εγώ για αυτούς με μισώ.

«Δεν έχεις καρδιά», μου είχε πει η Έλλη. Κάποτε ήταν η Έλλη ‘μου’. Αλλά το ‘μου’ μας τελείωσε. Της το έλεγα ότι μας τελειώνει, αλλά σημασία δεν έδινε. Κάποτε το είδα να πετά σα μπαλόνι ψηλά και φευγάτα στον ουρανό. «Κοίτα ρε Έλλη», της είπα για τελευταία φορά. «Πετά εκεί ψηλά και αν νομίζεις ότι θα φτάσει τα αστέρια, γελιέσαι. Θα σκάσει. Θα περάσει ένα χαζοπερίστερο και θα το τρυπήσει. Και εμείς θα μείνουμε με τα σεις και τα σας. Τα εγώ και τα εσύ». Γέλαγε. Φώναζε και με ειρωνευόταν. Κι ύστερα έβαλε μια σιωπή ανάμεσά μας. Σαν ταφόπλακα. Ούτε κηδείες. Ούτε κεριά. Ούτε τίποτα. Καμία τελετή καμία επισημότητα. Μόνο μια νεκρική σιωπή.

Και μετά ήρθε η Ζωή. Με πλησίασε λίγο πριν την άκρη του γκρεμού μου. Εκείνου που έλεγα ότι εγώ ποτέ δε θα. Τι δεν καταλαβαίνετε; Εγώ ποτέ δεν θα ξαναερωτευτώ. Βαστούσε ένα χαμόγελο στο πρόσωπο που δεν το είχα ξαναδεί. Και αν το είχα κάποτε ξαναδεί μάλλον πως δε το θυμόμουν ότι υπήρχε. Και μου το κόλλησε. Δεν ξέρω πώς έγινε. Κολλητικό δε λένε ότι είναι; Μεταδοτικό; Έγινα και εγώ ένας κύριος γελαστός, αστείος, χαρωπός όπως λένε. Πέταξα εκείνη την ενοχλητική ομπρέλα από πάνω μου και ξαφνικά η βροχή που κουβάλαγα τόσο καιρό μαζί μου, συμμορφώθηκε και τέλεψε. Και ήρθε η Άνοιξη. Μαζί με τη Ζωή μου, με πήρε και με άνθισε. Εμένα που με βλέπετε με το χέρι στο στήθος να σπαρταράω αυτή τη στιγμή, πριν λίγο καιρό κυκλοφορούσα σα μεθυσμένος κάνοντας φιγούρες στο δρόμο. Τι φιγούρες; Φιγούρες ερωτικές. Φιγούρες χορευτικές. Από εκείνες που έμαθα σαν γράφτηκα σε εκείνα τα μαθήματα χορού. «Από εδώ η παρτενέρ σου. Άπειρη και αυτή μια χαρά θα τα πάτε» μου είπε η δασκάλα.

- Διονύσης, της είπα

- Ζωή, μου είπε

- Χορεύοντας με τη ζωή μου δηλαδή, της είπα κοιτάζοντάς την στα μάτια

Έριξε ένα γέλιο και έλαμψε η αίθουσα. Από τότε ξεκινήσαμε τα γέλια και τα αστεία. Ιστορίες και ιστορίες από αυτές που μπορούσε να πει κανείς χορεύοντας. Βέβαια στο χορό τα πηγαίναμε χάλια. Ο ένας πατούσε τον άλλον, τις φιγούρες δεν τις μαθαίναμε ποτέ, κάναμε ό,τι μας κατέβαινε αλλά κατά κοινή ομολογία είμασταν συγχρονισμένοι σε όλα! «Αυτό που και στα λάθη σας είστε συγχρονισμένοι με ξεπερνά!» έλεγε η δασκάλα και χαχάνιζαν όλοι.

Έτσι βρεθήκαμε στη ζωή με τη Ζωή μου. Βέβαια κάτι μικρά προβληματάκια άλυτα τα είχαμε. Τόσο δα. Και οι δυο παντρεμένοι. Εγώ με μια Έλλη χωρίς το «μου» και εκείνη με έναν Γιώργο που δεν είχε βάλει ποτέ του το «μου». Κι οι δυο είχαμε φορέσει αταίριαστα ζευγάρια εκτός χορού. Τι να το κάνεις; Χάναμε τις καλύτερες φιγούρες. Το ένα έφερε το άλλο και αρχίσαμε κάπου αλλού τις δικές μας φιγούρες και εκεί εξίσου απόλυτα συγχρονισμένοι…

Έρωτας. Ναι έρωτας. Από εκείνους τους αδιάφορους για τους υπόλοιπους. Παιδιά σκυλιά γατιά σε δεύτερο πλάνο. Υποκρισίες και ψέματα για να καταφέρνουμε ένα εμβόλιμο ραντεβού ανάμεσα σε τόσα. Σαν σκασιαρχεία από τη ζωή. Ή μήπως ήταν όλα τα υπόλοιπα σκασιαρχείο από τη ζωή που θέλαμε να έχουμε; Και ύστερα γεμίσαμε με υποσχέσεις και των δυο για μια οριστική αλλαγή και ξανά από την αρχή. Έτσι κυλήσαν οι μέρες και τις κάναμε χρόνια. Δύο ολόκληρα χρόνια. Μυστικά και νοθευμένα. Νοθεία δεν ήταν; Άμα βάζεις στον έρωτα ψέματα και λοιπά και τον κρύβεις, δεν τον νοθεύεις; Βέβαια εμείς δεν το είδαμε ποτέ έτσι. Και τώρα αν με ρωτήσεις ανόθευτα συναισθήματα θα σου πω και θα γελάσω.

Δεν το βλέπω να σηκώνομαι από εδώ. Το στήθος χειροτερεύει. Βρε για φαντάσου. Για μια Ζωή θα πεθάνω. Της το έλεγα κάποτε γελώντας. Εγώ για σένα λιώνω Ζωή μου. Ζωή μου πεθαίνω. Και εκείνη χασκογέλαγε σαν την κυνήγαγα σε εκείνο το σπίτι που είχαμε βαφτίσει σπιτικό μας. Ναι σπιτικό μας. Κοινό νοίκι και αγορές από εκείνες που κάνουν τα νιόπαντρα χωρίς το περιτύλιγμα των δήθεν must αγορών. Κρυστάλλινα και κομοδίνα και εταζέρες δεν είχαμε. Ένα κρεβάτι με τα όλα του είχαμε, ένα τραπέζι να τρώμε είχαμε και μια κουζίνα να παίζουμε μαγειρεύοντας και να συζητάμε για τα πάντα είχαμε. Μουσική είχαμε και ένα χαλί για τα βράδια μας είχαμε. Το σπιτικό μας. Κάπως έτσι γεννιούνται τα «μου». Ξεντύνονται όλες τις φιοριτούρες, ξεγυμνώνονται και γεννούν την αγάπη. Από αγάπη να φας με το κουτάλι. Τόση είχαμε.

Και τι; Θα μου πεις έφυγε; Μπα δεν έφυγε. Αυτό που έφυγε ήταν η υπομονή. Η υπομονή αυτής της δεύτερης ζωής. Γιατί ήταν δεύτερη. Πάντα δεύτερο πλάνο. Και όσο ξεφούσκωναν οι υποσχέσεις αλλαγής τόσο εγκλωβιζόμασταν. Κάθε φορά μπαίναν κάτι σκιές στο σπίτι μας, όσο και αν πάλευα να τις αφήσω στο χαλάκι της εξόδου. Παλεύαμε να κάνουμε πως δεν τις βλέπουμε. Καμιά φορά κλείναμε όλα τα φώτα και τις τρελαίναμε. Δε μπορούσαν να κάνουν κάτι. Μα έμπαινε εκείνο το φεγγάρι μέσα σαν εκδικητής και τις ξεφανέρωνε. Ούτε και η νύχτα δεν ήθελε να συνεχίσει έτσι αυτή η ζωή.

Τελεσίγραφο. Μου έβαλε τελεσίγραφο. Η Ζωή και η ζωή. Ή τώρα ή ποτέ. Κλαμένη όσο δεν πήγαινε μου είπε ότι ή θα βάλουμε και οι δυο μας τέλος σε όλα τα άλλα ή να μη ξαναβρεθούμε ποτέ εδώ. Για κάποιο λόγο της θύμωσα. Δεν ξέρω γιατί. Το έβρισκα θρασύ. Αστείο ε; Εγώ ο θρασύς, ο ψεύτης, ο πολλά υποσχόμενος, ξαφνικά έβρισκα θρασύτατο τούτο το τελεσίγραφο. Σα να λιποτάκτησε ο ένας από τους δυο. Και τότε έγινα ένας άλλος. Τότε με άφησα να γίνω ένας άλλος. Τον επόμενο καιρό άρχισα να βρίσκω δικαιολογίες. Είχα καταφέρει να λέω ψέματα και στους δυο μου κόσμους. Στον πρώτο κόσμο, στον κόσμο της Έλλης συνέχιζα να λείπω και στον δεύτερο κόσμο, στον κόσμο της Ζωής μου, άρχισα να λερώνω τις συναντήσεις μας με την απουσία μου. Μια καλοδουλεμένη δικαιολογημένη απουσία. Άρρωστα παιδιά, πρόβλημα στα ηλεκτρικά, πεθερά στο νοσοκομείο και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί.

Παράταση. Τώρα που το σκέφτομαι ζητούσα παράταση από την αντιμετώπιση της αλήθειας. Να βάλω ένα τέλος για να φτιάξω μια αρχή. Και ενώ όλο μου το είναι, δύο χρόνια τώρα, ήθελε αυτή τη ρημάδα την αλλαγή και την απαλλαγή μου από τις όποιες τύψεις και ενοχές, το επόμενο στάδιο της αντιμετώπισης των πάντων με έκανε να χάνω την ψυχραιμία μου. Για αυτό σας λέω, δειλός.

Τι έγινε; Τι απορείτε... Μια μέρα, σήμερα συγκεκριμένα, πήγα εκεί. Στο σπιτικό μας. Με κοίταξε με κατακόκκινα μάτια σαν άνοιξε την πόρτα. Πιο θυμωμένη από ποτέ. Μπήκα στο σπίτι σαν ξένος και ας είχα στο χέρι τα κλειδιά. Τα άφησα στο τραπέζι με τέτοιο τρόπο που ένιωσα έντονα πως δε θα τα ξαναχρησιμοποιήσω. Ένα τέλος ολόμαυρο φαινόταν σε ολόκληρη την όψη της. Δε μπορούσα να πλησιάσω ούτε λίγο το σώμα της. Να κρατήσω έστω τα χέρια της. Να νιώσω τη μυρωδιά της. Να της πω πόσο μου έλειψε. Και κυρίως πόσο βλάκας υπήρξα. Πάλευα να βρω έναν τρόπο να κλέψω ένα χαμόγελό της. Μάταια.

Έβγαλε από το πορτοφόλι της ένα πάκο από χρήματα. Τα άφησε στο τραπέζι και μου εξήγησε αναλυτικά τι χρέη κάλυπτε. Ενοίκια, δεή, νερό και διάφορα άλλα για το σπιτικό μας που δεν την άφηνα εδώ και καιρό να πληρώνει. Αυτά τα λεφτά πάνω στο τραπέζι με κάνανε να νιώσω φτηνός. Πολύ φτηνός. Λες και με πλήρωνε για τις προηγούμενες υπηρεσίες μου. Ξαφνικά αυτό ήταν ένα σπίτι και τίποτε άλλο. Κανένα σπιτικό. Καμία θαλπωρή. Όλα ξένα χωρίς τη Ζωή. Όλα άδεια.

Θύμωσα. Την πλησίασα και την κοίταξα πετώντας τους αντρικούς και καθαρά εγωιστικούς κεραυνούς μου. Της δήθεν αηδίας. Ότι καλά περάσαμε κοριτσάκι μου αλλά ως εδώ, τελειώνουν κάποτε και οι έρωτες. Δίκιο έχεις ο καθείς σπίτι του. Πήρα τα λεφτά και της τα πέταξα μπροστά της. Να τα κάνει φουστάνια και αρώματα για τον Γιώργο της. Έτσι της είπα με ένα ειρωνικό υφάκι. Εκείνη με κοίταζε μουδιασμένη. Γινόμουν ακόμα πιο ξένος μπροστά της σε τούτο το φινάλε και έπαιρνα άνετα το όσκαρ α’ ανδρικού, ή έστω β'. Εδώ που τα λέμε, μόνο β΄ ανδρικού ρόλου μπορούσα να πάρω στη β΄ ζωή μου!

Την άφησα ματωμένη, είμαι σίγουρος, αλλά έφυγα με την υπεροψία και την περηφάνια μου παρέα. Μόνο σαν κατέβηκα την πρώτη σκάλα του σπιτιού σταμάτησα στα σκαλιά. Έπεσα σχεδόν στο πάτωμα και ό,τι δεν είχα αφήσει να νιώσω ως τώρα, κύλησε στο μωσαϊκό του πρώτου ορόφου. Αναφιλητά σιωπηλά. Αυτή τη φορά κρυβόμουν από εκείνη. Από τη Ζωή την ίδια. Το θέαμα θα πρέπει να ήταν το λιγότερο αστείο. Και δοξάζω το Θεό που δεν άνοιξε κανείς την πόρτα του να δει κάποιον να κλαίει δαγκώνοντας το μανίκι του για να μην ακουστεί.

Έφυγα σαν κυνηγημένος. Και βρέθηκα εδώ πίσω από τους κάδους να μη μπορώ να σηκωθώ. Εγώ και τα αδέσποτα γατιά της γειτονιάς. Να μυρίζουμε σκουπιδίλα και σαπίλα. Ταιριαστά αρώματα για την αφεντιά μου. Με το χέρι στο στήθος και το άλλο να προσπαθεί να σχηματίσει κάποιο νούμερο στο κινητό, έστω ένα τυχαίο, ίσα που στεκόμουν γονατιστός ανάμεσα σε μπουκάλια μπύρας, φελιζόλ που μύριζαν ψαρίλα και σκόρπιες σακούλες.

Πριν προλάβω να αποφασίσω τι νούμερο θα καλέσω η οθόνη του κινητού μου φώτισε. Ένα μήνυμα από τη Ζωή:

«’Έτσι όπως σε βλέπω ανάμεσα στις γάτες, βρωμόγατε, με κάνεις να πιστεύω ότι μπορεί ο έρωτάς μας να είναι κι αυτός εφτάψυχος. Έλα πάνω να σε καθαρίσω…»

Γύρισα και την κοίταξα λίγο πιο πέρα να μου γελά. Η καρδιά μου ήρθε στη θέση της. Ξαφνικά ένιωσα να μπαίνουν και όλες οι τελείες στη θέση τους. Μια τόλμη που νόμιζα πως δεν είχα με έκανε να ξανασηκώσω το κινητό μου εκεί πίσω από τους κάδους.

«Έλλη θέλω να ζήσω από την αρχή τη Ζωή μου. Τελειώσαμε…»

Αποστολέας: Διονύσης / Παραλήπτης: Έλλη

Ώρα αποστολής: 6.30 π.μ.

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!