Select Page

Η αηδονόπιτα – Ισίδωρος Ζουργός

Η αηδονόπιτα – Ισίδωρος Ζουργός

 

   Το μυθιστόρημα «Η αηδονόπιτα» αποτέλεσε την πρώτη μου γνωριμία με τη γραφή του εξαίρετου σύγχρονου λογοτέχνη Ισίδωρου Ζουργού, και μπορώ άφοβα να πω ότι με γοήτευσε η δύναμη του λόγου του, ο τρόπος επεξεργασίας και απόδοσης όχι μόνο της πλοκής αλλά και της γλώσσας. Το παρόν δοκίμιο ευελπιστώ να αποτελέσει έναν μικρό φόρο τιμής σ’ αυτό το καλογραμμένο μυθιστόρημα και τον εμπνευστή του.

   Ο Ισίδωρος Ζουργός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964, όπου και εργάζεται ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Εκτός από την «Αηδονόπιτα» έχουν εκδοθεί τα εξής έργα του: «Φράουστ», «Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ωκεανού», «Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού», «Στη σκιά της πεταλούδας» και «Ανεμώλια». Ελπίζω σύντομα να έχω την ευκαιρία να απολαύσω και τα υπόλοιπα δημιουργήματά του και να αποκτήσω έτσι μια συνολική εικόνα του μέχρι στιγμής έργου του.

   Η «Αηδονόπιτα» είναι ένα μυθιστόρημα καταρχήν ιστορικό. Μύθος και ιστορία συμπλέκονται αδιάσπαστα για την ύφανση ενός αρμονικού συνόλου και αυτό μιλάει στην καρδιά του αναγνώστη, τον κάνει μέτοχο και κοινωνό ενός κόσμου, που ενώ είναι πλασματικός, αντιμετωπίζεται ως αληθινός, δεμένος γερά στα νήματα της ιστορίας. Η ιστορία στην περίπτωση του Ζουργού δεν αναιρεί την ποίηση, δεν αποτελεί τροχοπέδη στη δημιουργικότητα και την ελεύθερη έκφραση. Αυτό αναδεικνύεται από τον ίδιο τον τίτλο του έργου, που παραπέμπει σε κάτι χιμαιρικό, σφύζει από ποιητικότητα και μυστήριο, όπως και ο τρόπος γραφής γενικότερα. «Αηδονόπιτα» είναι πίτα με όνειρα, πίτα γεμάτη από το άπιαστο, το χιμαιρικό, μια ελληνική λέξη, που προξενεί εντύπωση στον πρωταγωνιστή του έργου, τον Αμερικανό φιλέλληνα Γκάμπριελ. «Πιάστε μου αυτό το αηδόνι κι αύριο θα σας ψήσω αηδονόπιτα» λέει γελώντας η κεντρική ηρωίδα, Λαζαρίνα. «Θα κάνεις τι;» Ρωτά ξαφνιασμένος ο Γκάμπριελ. «Είσαι έτοιμη για τέτοιο όνειρο;» Και λίγο παρακάτω συλλογιέται: «Εδώ στην Ελλάδα λένε ένα παραμύθι για το αθάνατο νερό-αν το ζητούσε, θα της το ’φερνα. Τ’ αηδόνι όμως πώς να το βρω, πώς να το πιάσω στη χούφτα μου;».

   Το πραγματικό (αλλά και το εσωτερικό ταξίδι της ψυχής) του Γκάμπριελ από την Αμερική ως την Ελλάδα του 1821 μοιάζει μέρος μιας αηδονόπιτας. Κάτι ανέφικτο, κάτι ονειρικό, που δεν μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς το λόγο για τον οποίο το κάνει, τι ακριβώς ζητά να αποκομίσει από αυτό και αν θα καταφέρει τελικά να πετύχει κάτι. Ο απεγνωσμένος και σιωπηλός έρωτάς του για τη Λαζαρίνα είναι, επίσης, κομμάτι της αηδονόπιτας. Την ακολουθεί σαν σκιά μέρα-νύχτα χωρίς να προσδοκά ότι κάποια στιγμή θα πραγματοποιήσει το ακριβό του όνειρο. Ακόμα και όταν το αγγίζει, οι συνθήκες είναι τέτοιες, που ο ανδρικός εγωισμός του επαναστατεί, το όνειρο μοιάζει να σβήνει, του φαίνεται στυφό. (Γρήγορα βέβαια, θα μετανιώσει, σε εκείνη την εσωτερική διαδρομή αυτογνωσίας, αποκλεισμένος σε ένα ξερονήσι του πελάγους). Ακόμη, ο ίδιος ο αγώνας των Ελλήνων μοιάζει κομμάτι αηδονόπιτας. Πώς αυτοί οι λίγοι, οι ανοργάνωτοι, που αλληλοφαγώνονται για την εξουσία, θα μπορέσουν να νικήσουν έναν πολυαριθμότερο και ισχυρότερο στρατό; Ο ίδιος ο Γκάμπριελ, παρόλο που δίνει όλη του την ψυχή σ’ αυτόν τον αγώνα, παρόλο που για ένα διάστημα πείθεται για το θετικό του αποτέλεσμα, παρασύρεται από τη λεβεντιά και τον ηρωισμό των σκληροτράχηλων Ελλήνων αγωνιστών-ουσιαστικά γίνεται ένας από αυτούς, γευόμενος την άπιαστη αηδονόπιτα-στο τέλος, απογοητεύεται οικτρά από τις εξελίξεις, δεν πιστεύει στη συνέχεια του ονείρου, δε μένει να δρέψει τους καρπούς, παρά απομακρύνεται αποφασιστικά, ενδυόμενος και πάλι την αμερικανική του ταυτότητα, αναζητώντας τη γαλήνη και την ασφάλεια που του είχε λείψει, στη δική του μακρινή πατρίδα. Το αηδόνι απόμεινε να κελαηδά στα όνειρά του, πίσω από τις σελίδες του ημερολογίου…

   Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα τιτλοφορούμενα μέρη, αυτοτελή και αλληλοεξαρτώμενα ταυτόχρονα, μεστά νοημάτων και συμβολισμών. Η γνωριμία μας με τους ήρωες και τις συνθήκες ζωής τους γίνεται σταδιακά, έτσι που σε κάθε κεφάλαιο εισχωρούμε ομαλά στον εσωτερικό τους κόσμο και ερχόμαστε σε επαφή με μια άλλη εποχή, χωρίς να μας ξενίζει η μετάβασή της σε αυτήν. Ο χωροχρόνος του μυθιστορήματος είναι σαφής. Ο τόπος και η ημερομηνία προσδιορίζονται κάθε φορά στην αρχή κάθε κεφαλαίου είτε από τον ίδιο το συγγραφέα είτε από τον αφηγητή Γκάμπριελ, συνοδευόμενα από κάποιο παράθεμα, λογοτεχνικό ή μη, που συνάδει με τα διαδραματισθέντα γεγονότα, δίνοντάς τους διαχρονική ισχύ. Πλήθος σκέψεων, προβληματισμών, ρητών, νοημάτων, παρμένα είτε από δημοτικά τραγούδια είτε από θρησκευτικά βιβλία, είτε από μεγάλους Έλληνες και ξένους δημιουργούς, όλα δένονται αρμονικά μεταξύ τους σ’ αυτό το πληθωρικό μυθιστόρημα και κατέχουν τη θέση, που τους αρμόζει. (Παράδειγμα, το απόσπασμα από το δημοτικό τραγούδι «Τα χιόνια αλεύρια να γεννούν», όταν ζυμώνουν τα ψωμιά του γάμου, βρίσκεται στην αρχή του δέκατου κεφαλαίου, τονίζοντας έτσι το μη πραγματοποιήσιμο των ευχών, την αμηχανία και τη δεινή θέση των νεονύμφων, όταν γίνεται ο συμφωνημένος γάμος της ηρωίδας με τον καπετάνιο, ουσιαστικά ένα θέατρο για την περίσωση της τιμής της).

   Η αφήγηση είναι γραμμική με κάποιες εξαιρέσεις αναδρομών στο παρελθόν, κυρίως στις διηγήσεις του Γκάμπριελ, όπου μας δίνονται οι λεπτομέρειες της προηγούμενης ζωής του. Η περιήγησή του στη βόρεια Ελλάδα την εποχή του 1821, καθώς και το ταξίδι του προς τα νότια, στον Όλυμπο, στα βουνά του Ασπροποτάμου, στη Ρούμελη και στο έγκλειστο Μεσολόγγι, δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να ταξιδέψει νοερά σε έναν αλλοτινό κόσμο, να δεθεί στο άρμα της ιστορίας και να παρακολουθήσει με εκπληκτική ευκρίνεια-χάρη στη δεινή περιγραφικότητα και παρατηρητικότητα του συγγραφέα-πρόσωπα, συμπεριφορές, καταστάσεις, τοπία, πόλεις, χωριά και δρώμενα μιας μακρινής εποχής.

   Η περιγραφή εναλλάσσεται με την αφήγηση, οι ζωντανοί διάλογοι με τον εσωτερικό μονόλογο (κυρίως στις ενδόμυχες σκέψεις και εκμυστηρεύσεις του Γκάμπριελ, όταν απευθύνεται νοερά στον πρώτο του έρωτα, την Ελίζαμπεθ-ουσιαστικά στον ίδιο του τον εαυτό). Άλλοτε ο λόγος ρέει γρήγορα σαν το νερό χωρίς περιττολογίες, αφήνοντας τον αναγνώστη να μαντέψει βαθύτερα νοήματα και συναισθήματα, και άλλοτε επιμένει σε φαινομενικά αδιάφορες λεπτομέρειες, αποτυπώνει φωτογραφικά πρόσωπα και πράγματα, εισδύει στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, στραγγίζει σα σφουγγάρι τις σκέψεις και τις ενδότερες επιθυμίες των ηρώων, δίνει, όπου απαιτείται, τα απαραίτητα στίγματα προοικονομίας για την ομαλή έκβαση της υπόθεσης, αποκαλύπτει μπροστά μας σ’ όλο τους το μεγαλείο σκηνικά εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου, που χάθηκαν οριστικά, προσφέροντάς μας το προνόμιο να τα απολαύσουμε από την ασφάλεια της χρονικής απόστασης. Ως παραδείγματα αναφέρω την περιγραφή του αρχοντικού της Θεσσαλονίκης, που ρημάχτηκε από τους Τούρκους, καθώς και το μακάβριο σκηνικό του έγκλειστου Μεσολογγίου, βγαλμένο θαρρείς από αρχαία τραγωδία, η ντάπια του Φραγκλίνου, όπου πολεμούσε ο Γκάμπριελ, η απόλυτη ερημιά στους δρόμους, η απόγνωση ζωγραφισμένη στα μάτια των κατοίκων, ο απαράμιλλος ηρωισμός της καρδιάς τους. Το πολιορκημένο Μεσολόγγι αναγεννιέται μέσα από τις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος, αποκτά σάρκα και οστά, υπενθυμίζοντας άλλη μια φορά την ύπαρξή του και την αθανασία του στην ιστορία.

   Άλλο ένα σκηνικό απαράμιλλης ομορφιάς, που καθρεπτίζει τον σχεδόν παιδικό ενθουσιασμό του φιλέλληνα, όταν συναντά στη Νάξο Έλληνες φουστανελάδες, πραγματικούς απογόνους των Δαναών, που του είναι ιδιαίτερα οικείοι μέσα από τα διαβάσματά του, αποδίδεται με μοναδική ζωντάνια ως εξής: «Οι Δαναοί ήταν εδώ στην αυλή της αρχόντισσας! Είχαν αφήσει ποιος ξέρει ποια λιβάδια του πολέμου και τώρα ήταν μαζεμένοι δίπλα σ’ ένα πηγάδι κάτω από το παραθύρι μου. Μιλούσαν δυνατά, έλεγαν ελληνικά του πολέμου με φωνήεντα κοφτερά σαν λάμες. Τα μακριά μουστάκια τους ήταν παχιά σαν τις ουρές των περιστεριών του κάστρου, που ανέβηκαν φοβισμένα ψηλά στις πολεμίστρες. Τ’ άρματά τους αφημένα ένας σωρός στη μέση της αυλής, μακρύκαννα τουφέκια, σπάθες γυριστές σαν τις περισπωμένες της γλώσσας τους.»

   Αξιοσημείωτο είναι ότι το μυθιστόρημα πέρα από τις πρωτότυπες εικόνες, τα πλούσια εκφραστικά μέσα (παρομοιώσεις, μεταφορές, αντιθέσεις) και τους νεόκοπους συνδυασμούς λέξεων βρίθει μυθολογικών αναφορών και παραλληλισμών, καθιστώντας την ανάγνωσή του ένα ταξίδι όχι μόνο στο χρόνο και την ιστορία αλλά και στον πλούτο της μυθολογικής παράδοσης και της παγκόσμιας γραμματείας. Ενδεικτικά αναφέρω τον παραλληλισμό του Γκάμπριελ με τον Οδυσσέα και της Λαζαρίνας με την Πηνελόπη. Ο Αμερικανός έφτασε και βρήκε το σπίτι γεμάτο μνηστήρες. «Ένας θεόρατος πολεμιστής, ένας πονηρός υπηρέτης, ένας μυστηριώδης γραμματέας κι ένας γέρο-βασιλιάς…» Μια οδύσσεια με διαφορετική έκβαση. Πέρασε τον ατλαντικό ωκεανό για να φτάσει σε έναν ου-τόπο, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Τότε, πώς τον νοστάλγησε; «Πόσο ήθελα να τους πω κάποια στιγμή πως δεν έκανα τόσους μήνες στη θάλασσα, πως δε γνώρισα πολλών ανθρώπων τόπους και γνώμες, πως δεν τρόμαξα, δεν έκλαψα, δεν ίδρωσα παρά μόνο για να έρθω εδώ, σ’ αυτήν την περίκλειστη πόλη με τα κυπαρίσσια και τους τρούλους»

   Η εναλλαγή της τριτοπρόσωπης αφήγησης (όπου παρουσιάζονται οι υπόλοιποι ήρωες και τα γεγονότα με μια ουδέτερη ματιά) και της πρωτοπρόσωπης αφήγησης (όπου μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου μιλάει ο ίδιος ο Γκάμπριελ χρωματίζοντας τα γεγονότα με τη δική του διακριτική ματιά) από τη μία ελκύει το ενδιαφέρον των αναγνωστών, εξαίροντας την περιέργειά τους, και από την άλλη δίνει την ευκαιρία στο συγγραφέα να αναφερθεί στα ίδια γεγονότα από διαφορετικές οπτικές αποδίδοντας κάθε φορά τις διαφορετικές αποχρώσεις τους. Έτσι, έχει τη δυνατότητα να αναφερθεί απροκάλυπτα σε πραγματικά γεγονότα και να σκιαγραφήσει προσωπικότητες εκείνης της εποχής, υπαρκτές ή πλαστές, σύμφωνα πάντα με τις τότε προδιαγραφές, τις αντιλήψεις και την κοσμοθεωρία ενός περασμένου κόσμου, και από την άλλη, να κοσμήσει το λόγο του με το μύθο, με το όνειρο, με ποιητικές εξάρσεις, με τη συγκίνηση, που αρμόζει σ’ ένα μυθιστόρημα, με την εξιδανίκευση του αγώνα και του ηρωισμού, ιδωμένα μέσα από τα άβγαλτα μάτια ενός ξένου.

dokimio2_b   Επιβλητική είναι η εικόνα της παρουσίασης του Καραϊσκάκη, που τον κουβαλούν στις πλάτες τα παλικάρια του, εξασθενημένος γίγαντας, που καρτερεί να γιάνει για να ορμήσει στη μάχη, εικόνα βγαλμένη απευθείας από το ζωντανό θρύλο της ελληνικής επανάστασης. Επίσης, η εικόνα του Λόρδου Μπάυρον με τον πορφυρό μανδύα και τις χρυσές επωμίδες, τα ξανθά μαλλιά, το μουστάκι που ασπρίζει, το λαμπερό κράνος που κρατά στο χέρι, την αρχοντική άνεση καθώς ιππεύει, μοιάζει να παρελαύνει ολοζώντανη από μπροστά μας, μεταφέροντάς μας σε κείνη την εποχή, κάνοντάς μας και μας συμμέτοχους στο συνωστισμό, μέρος του πλήθους, που παρακολουθεί την πομπή κοντά στην προκυμαία του Μεσολογγίου. Όσο για τον Ανώνυμο συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας, μας εκπλήσσει η ταύτισή του με τον άσημο και ταπεινό Παναγιώτη, που εφαρμόζει στωικά τις διαταγές του αφέντη του, χωρίς να περηφανεύεται και να επιζητεί ψεύτικα μεγαλεία. Ξέρει ότι ο πλούτος του βρίσκεται στην καρδιά του και σε έναν ιερό σκοπό, το τάξιμό του στην πατρίδα.

   Η προσωπικότητα του κεντρικού ήρωα, Γκάμπριελ, πιστεύω ότι αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση, ένα αμάγαλμα ρομαντισμού και γενναιότητας. Ο Γκάμπριελ εκπροσωπεί τους άπειρους Φιλέλληνες, που κινούσαν ενθουσιασμένοι να έρθουν στην επαναστατημένη Ελλάδα, πιστεύοντας ότι θα ανταμώσουν τους αρχαίους Έλληνες κι έναν ανώτερο πολιτισμό, και τελικά έρχονταν αντιμέτωποι με ακραίες συνθήκες και «άγριους» ανθρώπους, εν ολίγοις με μια πραγματικότητα, που δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτήν που υπήρχε στο μυαλό τους. Ο Γκάμπριελ, βέβαια, δεν τα παρατάει εύκολα, ούτε ανήκει σε κείνη την κατηγορία Φιλελλήνων, που σηκώθηκαν κι έφυγαν άπραγοι αδυνατώντας να εκτιμήσουν τη γενναιότητα της ψυχής των σύγχρονων Ελλήνων. Ο συγγραφέας, ουσιαστικά, χτίζει το μυθιστόρημά του πάνω στην ακέραια κι ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του ευαίσθητου αυτού Αμερικανού.

   Ο ψυχισμός του Γκάμπριελ και η σταδιακή αλλαγή του δίνονται λεπτομερώς, παράλληλα με τον καταιγισμό των γεγονότων και την αναλυτική περιγραφή της πορείας του από τη βόρεια στη νότια Ελλάδα. Φοβισμένος στην αρχή, ουσιαστικά χαμένος σ’ έναν εύθραυστο κόσμο, όπου κυριαρχεί το απελπισμένο αίσθημά του για την Αμερικανίδα Ελίζαμπεθ, αποκαρδιωμένος και απόλυτα μόνος, διωγμένος από τον ίδιο του τον εαυτό, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να αλλάξει ρότα ζωής, να αφήσει τη μιζέρια και τα γράμματα που τόσο αγαπά, και να φανεί χρήσιμος κάπου, να προσφέρει κάτι, να γνωρίσει έναν άλλο λαό και να πολεμήσει μαζί του για τα ιδανικά, για την ελευθερία, για τις ύψιστες αξίες, που γνώρισε μέσα από τα έργα των αρχαίων Ελλήνων.

   Η πρώτη του επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα έρχεται, όταν καταφτάνει στην Ευρώπη και συναντά-χωρίς να το γνωρίζει εξ αρχής-τον αδίστακτο αρχαιοκάπηλο Τόμας. Η γνωριμία του με το μεγάλο Έλληνα Γιάννη Παπάφη θα δώσει νέα πνοή στην πορεία του και έναν πρώτο στόχο να πραγματοποιήσει. Να πάει στη Θεσσαλονίκη και να δώσει ένα γράμμα στον Ασημάκη-εφέντη. Από κει και πέρα όλα παίρνουν το δρόμο τους και η ροή των γεγονότων παρασύρει τον Γκάμπριελ σ’ ένα ορμητικό ποτάμι χωρίς τέλος. Η γνωριμία του με την κόρη του Ασημάκη, την όμορφη Λαζαρίνα, και ο έρωτας που αισθάνεται απ’ την πρώτη στιγμή γι’ αυτήν, χωρίς να τολμά να το ομολογήσει ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, είναι η κινητήριος δύναμη της πορείας του, της παραμονής του στην Ελλάδα και των μετέπειτα πράξεών του. Εδώ οφείλουμε να αναφερθούμε στην παράμετρο του έρωτα, στην ισχυρή δύναμή του, που, όπως λέει και ο συγγραφέας στο επιλογικό του σημείωμα, ανέλαβε τελικά επιτελικό ρόλο, πιο πολύ απ’ ό, τι είχε αρχικά φανταστεί, ανάλογο μ’ αυτόν του αιτήματος για ελευθερία. Ο έρωτας απ’ τη μια κρατά παγιδευμένο τον Γκάμπριελ και από την άλλη λειτουργεί σαν πυξίδα του και αιτία της ύπαρξής του. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας τον έδιωξε από την πατρίδα του, ένας απαγορευμένος έρωτας τον ακολουθεί σαν σκιά στην Ελλάδα. Μπλέκεται στα νήματά του, μπερδεύεται στα γρανάζια του. Αδύναμος να ξεφύγει από το σαρωτικό του κύμα, δέχεται να γίνει ο προστάτης της αγαπημένης του, έστω κι αν αυτή είναι παντρεμένη με άλλον, έστω κι αν, φαινομενικά, δεν του δίνει την παραμικρή σημασία. Ο ευαίσθητος φιλέλληνας γίνεται ο φύλακας άγγελός της, ο πιστός της ακόλουθος, ο άνθρωπος, που δεν θα την προδώσει ποτέ… Έτσι θέλει να πιστεύει. Η ζήλια του για τον άντρα της το Νικήτα, κάποιες φορές ξεπερνά τα όρια. Ανθρώπινο…

   Ο Νικήτας είναι το αντίβαρο του Γκάμπριελ, άκρως αντίθετος χαρακτήρας από τον φιλήσυχο Αμερικάνο. Τραχύς, απότομος, άγριος, θρασύς πολλές φορές, αδιάλλακτος, ψημένος στη φωτιά της μάχης, δε νοιάζεται για τίποτε άλλο, παρά μόνο για την πατρίδα. Θα έλεγε κανείς ότι διψάει για αίμα, ότι ο αγώνας γίνεται αυτοσκοπός για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του, για να κορέσει τη δίψα του για πρωτιά. Παραδόπιστος και σκληρός με τους ανθρώπους, που τον αγαπούν, αδυνατεί να μείνει με σταυρωμένα χέρια και νιώθει ότι θίγεται ο εγωισμός του, όταν ο Ασημάκης-εφέντης τον παγιδεύει σε έναν γάμο, που δεν επιθυμεί. Αντιμετωπίζοντας την στιγματισμένη και άβουλη Λαζαρίνα ως φόρτωμα, δεν της απευθύνει ούτε μια τρυφερή κουβέντα, κι ας διαπιστώνει ότι εκείνη λιώνει για χάρη του. Ο υπέρμετρος εγωισμός του δεν του επιτρέπει να δει πέρα από τον μυωπικό του ορίζοντα.

   Η σχέση του Νικήτα και του Γκάμπριελ είναι υποτυπώδης, σχεδόν ανύπαρκτη στην αρχή, έστω κι αν διασχίζουν μαζί όλη την Ελλάδα. Ουσιαστικά, ο Γκάμπριελ είναι ανύπαρκτος για τον Νικήτα, ένα δειλό και άβγαλτο ανθρωπάκι, που δεν ξέρει από πόλεμο, που συμπεριφέρεται σαν φοβισμένη γυναικούλα-αλήθεια τι ήρθε να κάνει στην Ελλάδα; Αντίθετα, ο Νικήτας για τον Γκάμπριελ, λειτουργεί ως το πρότυπο του αρσενικού, στο οποίο θα ήθελε να μοιάσει. Ο Νικήτας είναι το άπιαστο, ο γενναίος εκείνος Έλληνας που εκτοπίζει τον εχθρό χωρίς φόβο, τον αποκεφαλίζει και χαίρεται με το αίμα που σκορπά, είναι ο καταξιωμένος άνδρας-κατακτητής, το απόλυτο αρσενικό, ο επιβήτορας, ο κάτοχος της καρδιάς της αγαπημένης του… Και τι δε θα έδινε ο Γκάμπριελ να είναι στη θέση του…

   Οι συνθήκες της ζωής, όμως, είναι απρόβλεπτες, τα γεγονότα φέρνουν τα πάνω κάτω. Κάποια στιγμή η σύγκρουση ανάμεσα στο Νικήτα και στον Γκάμπριελ είναι αναπόφευκτη. Ο Γκάμπριελ ξυπνάει από το λήθαργό του, αγανακτεί, διεκδικεί, απαιτεί. Η επαφή του με τους αγωνιστές τον αλλάζει, ο αέρας της Ελλάδας αρχίζει να εισχωρεί στα πνευμόνια του σαν το απαραίτητο τονωτικό, τον μυεί στα μυστικά της, τον χρίζει δικό της, παιδί της, αίμα της, ήρωά της. Γίνεται υπερασπιστής του πολιορκημένου Μεσολογγίου, γίνεται ένα με την πατρίδα που τον καρτερεί και τον αγαπά. Μαθαίνει τουφέκι, μαθαίνει να πολεμά για το κάθε τι. Ακόμα και για την αγάπη του…

   Ο Νικήτας τις τελευταίες στιγμές εμφανίζεται νικημένος. Ξένος με τον εαυτό του και τις προσδοκίες του. Δεν έγινε οπλαρχηγός, δε δίνει διαταγές, δεν ενσάρκωσε το όνειρο, που τόσο λαχταρούσε. Κατέληξε απλός στρατιώτης, άλλος ένας υπερασπιστής του Μεσολογγίου, δίπλα στον Γκάμπριελ. Η πλήρης ανατροπή. Η πλήρης αποκαθήλωση. Το τέλος του άδοξο, από μια αδέσποτη σφαίρα. Αυτός, που προσδοκούσε να γίνει μεγάλος ήρωας…

   Ο Γκάμπριελ τελικά, έμοιασε στο πρότυπό του. Έγινε σαν αυτόν, ένας άφοβος πολεμιστής με λερή φουστανέλα, ένας πολεμιστής μαυρισμένος απ’ το μπαρούτι, ένας άντρας που κέρδισε την αγάπη του, το θηλυκό των ονείρων του. Μόνο που η καρδιά του ποτέ δεν έγινε τραχιά, όπως εκείνου. Μόνο που τα αισθήματά του, δεν έπαψαν λεπτό να τον ταλαιπωρούν. Μπορεί να ξεπέρασε τον εαυτό του με τρόπο επώδυνο και κοπιαστικό, μα μέσα του δεν έχασε την αγνότητα της ψυχής του.

   Χαρακτηριστική είναι η σκηνή της άγριας μεταμόρφωσης του Γκάμπριελ, λίγο μετά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου, η σκηνή όπου απευθύνεται στο νεκρό πια Νικήτα, για να παινευτεί, όπως κάποτε εκείνος, για το κατόρθωμά του: «Ο νους του είχε θολώσει, η άγρια κραυγή είχε κάνει πέτρα όλο του το κορμί, το αίμα κυλούσε άγρια στις φλέβες του, ένιωθε πως με την πίεση θα τα έσπαγε όλα μέσα του και θα χυνόταν με δύναμη έξω σαν κόκκινο σπέρμα. Έμπηξε τα δάχτυλα στα μάτια του ιππέα και με το γιαταγάνι του ’κοψε σύρριζα το λαιμό. Έβγαλε άλλη μια κραυγή πιο άγρια απ’ την πρώτη, στο χέρι τώρα κρατούσε το κομμένο κεφάλι και το έδειχνε γύρω γύρω. Απ’ τους πεσμένους πυρσούς είχαν πιάσει φωτιά τα ξερόχορτα και τον φώτιζαν, σκηνή άγριας θυσίας.

-Νικήτα, πού είσαι; Κραύγασε μ’ όλη του τη δύναμη κρατώντας το κομμένο κεφάλι.»

   Η Λαζαρίνα (ίσως όνομα συμβολικό, που παραπέμπει στην ίδια την Ελλάδα, την ταπεινωμένη, την ηττημένη, τη φαινομενικά νεκρή, που κατόπιν αναστήθηκε, αναγεννήθηκε, έγινε πιο δυνατή) αποτελεί την κεντρική γυναικεία φιγούρα, που συμμετέχει στα δρώμενα. Ενώ στην αρχή παρουσιάζεται υποτυπωδώς, σαν μια τυπική γυναίκα της εποχής αντικατοπτρίζοντας τον πόνο, τη βιαιότητα και τις ταπεινώσεις, που δέχονταν τότε οι γυναίκες από τους κατακτητές, αλλά και γενικότερα από τους αρσενικούς, στη συνέχεια σκιαγραφείται ως αυθύπαρκτη προσωπικότητα, με μια δόση μυστηρίου πάντα, (Μούσα του Γκάμπριελ γαρ) που υπομένει, αποφασίζει, διεκδικεί, ερωτεύεται, πράττει αυτό που η ίδια νομίζει σωστό, απελευθερωμένη πλέον από τις συμβάσεις, από την πυγμή του πατέρα της, το γόητρο του άντρα της, από τη νεογέννητη αποφασιστικότητα του εραστή της. Τίποτε δεν την πτοεί πλέον. Για τίποτε δε διστάζει. Και πάνω απ’ όλα βάζει τα παιδιά της. Βιολογικά ή μη. Η αγάπη της μάνας για τα παιδιά στέκεται πάνω από όλα. Η αγάπη του ανθρώπου για τα παιδιά οφείλει να κατευθύνει τη ζωή του.

   Όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας, μίλησε για τα παιδιά χωρίς φυλετικούς περιορισμούς, γιατί αυτά ήταν από πάντα τα θύματα όλων των πολέμων. Η απόφαση του ζευγαριού να αναλάβει τρία ξένα παιδιά, ένα ελληνάκι και δύο τουρκάκια, έχοντας χάσει το δικό τους, δείχνει αν μη τι άλλο την αστείρευτη αγάπη, που εξακολουθούσε να ρέει στην ψυχή τους μετά την καταστροφή, και αποτελεί το επισφράγισμα της αμφιταλαντευόμενης πολεμικής περιπέτειας. Ακόμα και μέσα από το θάνατο, ακόμα και μέσα από την οδυνηρή επαφή με την αγριότητα και την ποταπότητα, τη σφυρηλάτηση του χαρακτήρα με τα άγαρμπα υλικά του πολέμου, οφείλουμε να μη ξεχνάμε τα παιδιά, την αθωότητα, την αγάπη, την ουσία και την ομορφιά της ζωής, που καρτερεί υπομονετικά στη γωνία, καρτερεί την επιστροφή στην αγνότητα, προσμένει τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Ο Γκάμπριελ και η Λαζαρίνα, λοιπόν, ξεκινούν μια νέα ζωή στην Αμερική θέτοντας τη ζωή τους σε νέες βάσεις.  

   Τίποτε δεν είναι τυχαίο σε ένα μυθιστόρημα. Από την πλοκή, το συνταίριασμα των γεγονότων, την παρουσίαση των ηρώων, το παιχνίδι του χρόνου, τα λογοπαίγνια της γλώσσας. Ο τρόπος απόδοσης του μύθου παίζει σπουδαίο ρόλο στην κατάκτηση τόσο του απλού αναγνώστη όσο και του κριτικού της λογοτεχνίας. Ο χειρισμός της γλώσσας, αυτό είναι το κλειδί ενός ολοκληρωμένου και επιτυχημένου μυθιστορήματος. Στην περίπτωση του Ισίδωρου Ζουργού, η γλώσσα καλλιεργήθηκε και με το παραπάνω από έναν μαέστρο του λόγου. Άριστα δουλεμένη, μεστή νοημάτων και σύνθετων στοχασμών. Αλλού κυριαρχεί το ασύνδετο σχήμα, αλλού οι μακρές περίοδοι με τις δευτερεύουσες προτάσεις. Ο ρυθμός του λόγου ακολουθεί το ρυθμό της πλοκής. Αλλού ασθμαίνει, αναστενάζει, λυγίζει από το βάρος των γεγονότων που διηγείται, αλλού ξεπετάγεται γάργαρος και ζωηρός τονίζοντας τις πιο λεπτές αποχρώσεις μιας στιγμιαίας σκηνής. Στους διαλόγους η γλώσσα ζωντανεύει, επιχειρεί να αναπαραστήσει το σφυγμό της εποχής, το χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του κάθε ομιλητή, από τον πιο απλό και αγράμματο μέχρι τον σπουδαγμένο και τον αριστοκράτη.

   Τα μηνύματα, οι αξίες, οι ιδέες, που αναδεικνύονται σε ένα μυθιστόρημα έχουν επίσης, ακαταμάχητη δύναμη να θωπεύσουν τους αναγνώστες και να αναγάγουν το έργο πέρα από την εποχή που γράφτηκε, κάνοντάς το αιώνιο απόκτημα του παγκόσμιου πολιτισμού. Σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα χρειάζεται περίσσια προσοχή. Αναπαράσταση εποχής χωρίς ομφαλόψυχους εθνικισμούς και δαιμονοποίηση των αντιπάλων, όπως τονίζει και ο συγγραφέας. Κατά τη γνώμη μου, ο Ισίδωρος Ζουργός εκπλήρωσε την αποστολή του με τον καλύτερο τρόπο. Το πνεύμα του μυθιστορήματος πετά πάνω από μικρόψυχες σκοπιμότητες και αγκαλιάζει όλους τους λαούς. Απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, όπως οφείλει ένα έργο, που αισιοδοξεί να αποτελέσει ένα ακόμη λιθαράκι στο γερό οικοδόμημα της λογοτεχνίας.

   Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι το εν λόγω έργο δεν εξαντλήθηκε με το παρόν εγχείρημα, καθώς ένα μυθιστόρημα παρέχει πλούσιο υλικό προς κρίση και ανάλυση. Θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο πάνω σ’ αυτό. Ελπίζω η προσπάθειά μου να μην αδίκησε το έργο, αλλά να συνετέλεσε, ώστε να πάρετε μια έστω μικρή γεύση της πληθωρικότητας και της μεστότητας αυτού του εξαίσιου μυθιστορήματος.

 

της Γλυκερίας Κακούρη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Το πνεύμα του μυθιστορήματος πετά πάνω από μικρόψυχες σκοπιμότητες και αγκαλιάζει όλους τους λαούς. Απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, όπως οφείλει ένα έργο, που αισιοδοξεί να αποτελέσει ένα ακόμη λιθαράκι στο γερό οικοδόμημα της λογοτεχνίας.”

    Μια πολύ αναλυτική και εμπεριστατωμένη παρουσίαση ένός πραγμαρτικά εξαιρετικού μυθιστορήματος.
    Γνώρισα τον Ισίδωρι Ζουργό μέσα από το «Στη σκιά της πεταλούδας» και έχω διαβάσει ακόμη την “Αηδονόπιττα” και το «Ανεμώλια». Εξαιρετικά όλα!

    Απάντηση
  2. Χριστίνα

    Εξαιρετική κριτική, αντάξια ενός μοναδικού βιβλίου. Είναι το τρίτο βιβλίο του συγγραφέα που διάβασα μέσα σε ένα χρόνο και ξεκινώ το τέταρτο,την Ανεμώλια….

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!