library

Όταν σου τελειώνει η έμπνευση, καμιά φορά κοιτάς τον απέναντι τοίχο και βλέπεις το κενό. Κοιτάς την οθόνη και είναι άδεια. Κοιτάς απέναντι τη βιβλιοθήκη της μαμάς και ψάχνεις να δεις τους τίτλους στη σειρά. Και τότε, έτσι για πλάκα, καταγράφεις τα βιβλία για να δεις, αν πίσω από τη σκόνη τους έχει κρυφτεί η μούσα, αυτή που περιμένεις για να γράψεις έστω μια λέξη. Πίσω από τις λέξεις, στη βιβλιοθήκη της μαμάς μου, δεν κρύβεται ο Αλέξης...

«Τα άγουρα χρόνια», με τη «Δύναμη της θέλησης», κάπου στην «Όχθη της γαλάζιας λίμνης» κάνοντας τη «Ζωή εν τάφω», και εκεί που έριχνε «Σκληρή βροχή», σαν «Ανυπόμονη καρδιά» περίμενα το «Γλυκοχάραμα», τον «Γυρισμό». Γράφοντας «Διηγήματα αγάπης», γνωρίζοντας πως η «Πουτάνα η ζωή», «Η ζωή είναι αλλού», ξεπέρασα χρονικά το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου. Αποφασισμένη πως «Όλα τα πτώματα έχουν το ίδιο χρώμα», «Γυρνώντας το γαλαξία με οτοστόπ», αδιάφορη για το αν έμοιαζα με τον «Αλυσοδεμένο ελέφαντα» και αδιάφορη για το «Χρονικό μιας μοιχείας», κατέγραψα τις «Αναμνήσεις μιας γκέισας» και «Χάθηκα καβάλα σ’ ένα άλογο». «Καλημέρισα τη θλίψη» «Υπό τας φιλύρας» «Μέσω των ονείρων», στη δική μου «Ξεχωριστή πραγματικότητα» και κατάλαβα πως «Η ευτυχία είναι απλή». «Ο Μικρός μου πρίγκιπας» όμως, αργούσε να φανεί «Αγαπητοί κύριοι παιδιά» και «Οι φλόγες της ζηλοτυπίας» έγιναν «Αστέρες πολύφωτοι».

Παρά τη δική μου «Σύγχρονη εξωτερική πολιτική», «Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα» «Η ουτοπία του Θέσπη» «Στου κύκλου τα γυρίσματα» έγινε «Και με το φως του λύκου επανέρχονται». Έτσι, η «Κραυγή του γλάρου» έγινε «Ανάσταση», το «Ήθελα κάτι να πω» «Έρως και πολιτισμός» και «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα»… «Ιστορίας Πρότυπο» ή «Παραμύθια για να σπάτε κέφι».

 

_

γράφει η Έφη Γεωργάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!