Select Page

Η βιογραφία μιας σκύλας, του Αύγουστου Κορτώ

Είμαι πολύ διστακτικός όταν διαβάζω “χιουμοριστικά” μυθιστορήματα. Διαβάζεις, γελάς, ξεφυλλίζεις, χάνεις και καμιά στάση άμα λάχει, το κλείνεις, τι θυμάσαι; Σου αφήνει κάτι; Γελάς; Σκέφτεσαι; Έχεις κάποιο συναίσθημα, κάποια απορία, κάποια πίκρα; Ταυτίστηκες έστω με έναν χαρακτήρα; Χιουμορίστες υπάρχουν πολλοί, από Έλενα Ακρίτα μέχρι Μαλβίνα στα καλύτερά της, Φρέντυ όταν πρέπει. Στο σήμερα γέλασα πολύ κι ακόμη θυμάμαι το Έχετε μήνυμα στο κινητό σας της Μανανεδάκη και το Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα της Μάιρας. Ε, ομολογώ ότι η Βιογραφία μιας σκύλας προστέθηκε δίπλα σε αυτές τις γαργαλιστικές αναμνήσεις, με ένα ατού όμως, το βιβλίο ξυπνά συναισθήματα, σε κάνει να πάσχεις με την ηρωίδα. Στην αρχή την κοροϊδεύεις ή τη ζηλεύεις, μετά τη μουντζώνεις (λόγω του γελοίου της κατάστασης ή πάλι από ζήλια). Ε, κάπου μετά τη μέση, που έχεις την ιστορία μπροστά σου, αρχίζεις και ψιθυρίζεις: καημενούλα μου….

Το βιβλίο μου άρεσε. Κλασική, τετριμμένη ιστορία, όπου το βιβλίο Ο διάβολος φοράει Prada ανακατεύεται με το κλασικό στόρι “θέλω αυτόν τον άντρα τώρα” που μας το έχουν πει χιλιάδες γυναίκες της Ιστορίας, από την Εύα και την Ωραία Ελένη μέχρι τη Σάντρα της Λάμψης και τη Σίλα των Ατίθασων Νιάτων (πού το πήγα ε!). Ξεδιπλώνεται με υπερβολικό τρόπο, έχουμε μια ιστορία τραβηγμένη από τα μαλλιά, ένα σκηνικό που δεν το ζει παρά μόνο το 0.1 τοις εκατό στην Ελλάδα κι όμως η ηρωίδα τα καταφέρνει! Γιατί ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου; Γιατί η Σίσυ έγινε από καρικατούρα αληθινή γυναίκα, γιατί από Betty la fea (Μαρία η άσχημη στα καθ’ ημάς) πήρε τη ζωή στα χέρια της, ήρθε αντιμέτωπη με πράγματα που την ωρίμασαν και στο τέλος κατάλαβε ότι δε χρειάζεται να φτάσει στα άκρα και να εκδικηθεί, οπότε έχουμε μια σκύλα demi pansion!

Η Σίσυ δεν ξέρει τι έχει λοιπόν, ούτε από λεφτά, ούτε από γονείς ή μάλλον ξέρει τη μάνα και τη γιαγιά που δε σταματούν να την κατηγορούν για τα πάντα και για το πόσο ντροπιάζει την κοινωνία και το περιβάλλον τους αλλά δεν ξέρει τον πατέρα της σχεδόν καθόλου, τον θεωρεί άγνωστο και ανταλλάσσουν τυπικούς χαιρετισμούς σε υποχρεωτικές συνευρέσεις κοινωνικής βαρεμάρας. Ε, λοιπόν, σε άλλη μια βραδιά καταβύθισης στη μοναξιά και την κατάθλιψη (20.000 λεύγες υπό το λίπος) η Σίσυ βλέπει στην τηλεόραση τον Πέτρο Νάνο και τον ερωτεύεται και κάνει τα πάντα για να ζήσει δίπλα του.

Όλα εύκολα λοιπόν μιας και υπάρχουν άφθονες κοινωνικές γνωριμίες. Η Σίσυ γίνεται γραμματέας του πανίσχυρου ιδιοκτήτη σημαντικών ελληνικών περιοδικών και ζει το απόλυτο χάος, τρέχει από δω, τρέχει από κει, ένα όρθιο ράκος, με αστείες σκηνές και περιστατικά, στρες χωρίς ανταμοιβή και ευκαιριακά πηδηματάκια! Da Capo, Κολωνάκι, βόρεια προάστια, κοκτέιλ πάρτι, σελέμπριτις που αυτοπροβάλλονται και αυτοβραβεύονται, γκαλά και δεξιώσεις, όλα εδώ στο έπακρον! Όλα αυτά κρυφά από γιαγιά και μάνα που τρέμουν και μόνο στην ιδέα του λαϊκού επαγγέλματος “γραμματεύς”!Με τον καιρό η Σίσυ του γίνεται απαραίτητη και φτάνουν μέχρι το γάμο. Εκεί αρχίζει το βιβλίο να γίνεται ανθρώπινο.

Η Σίσυ αρχίζει να καταλαβαίνει τις πραγματικές διαστάσεις της ζωής, να αναθεωρεί απόψεις, να έρχεται αντιμέτωπη με το “μετά” του έρωτα, την καθημερινότητα ενός γάμου και δυστυχώς μια απρόσμενη εγκυμοσύνη. Τι θα κάνει ο Πέτρος; Πώς θα αντιδράσει; Γιατί χώρισε την πρώην γυναίκα του για να τα έχει δημοσίως με μια… γουρουνίτσα; Γιατί εξαφανίζεται χωρίς ίχνη σε τακτά διαστήματα; Και τι θα γίνει η Σίσυ όταν μάθει την αλήθεια; Σκύλα ή κουτάβι;

Μου έκανε εντύπωση που κάτω από τις υπερβολικές γραμμές που διάβαζα με χτύπαγαν εικόνες πολλών σύγχρονων κοριτσιών που πάσχουν από κατάθλιψη και καταφεύγουν στη βουλιμία, κοριτσιών (και παιδιών γενικότερα) που οι γονείς τα παρατούν στις νταντάδες και νομίζουν ότι έπραξαν το σωστό (όπως λέει και η Ντένη Μαρκορά: γιατί βγήκε έτσι το παιδί μου, μήπως δε διάλεξα τη σωστή Φιλιππινέζα;). Και νομίζω ότι από την πρόταση γάμου και μετά η Σίσυ γίνεται γυναίκα και ο συγγραφέας την παρουσιάζει με ευαίσθητη γραφή, τελείως διαφορετική από ό,τι ξεκίνησε. Στο κείμενο αντικαθρεφτίζονται σε γελοιογραφικό βαθμό οι ανέσεις και το κενό που ζουν αυτοί που δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν αλλά στο σωστό βαθμό βαθιά και αιώνια συναισθήματα: μοναξιά, εκμετάλλευση, έρωτας σε υπερβολικό βαθμό κλπ.

Ομολογώ ότι στην αρχή ψιλο-βαρέθηκα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έπιαναν πάρα πολλές σελίδες τα προβλήματα που ζούσε η Σίσυ ως γραμματέας του Νάνου: πήγαινε από δω, πήγαινε από κει, φτιάξε αυτό κι εκείνο, οργάνωσέ τα όλα σωστά αλλιώς θα ακούσεις σκατοψύχια κλπ. Too much! Ευτυχώς όμως όπως προείπα το πράγμα έστρωσε στην πορεία και καταλαβαίνεις τι θέλει να πει ο συγγραφέας και του δίνεις μια συγχώρεση.
Σε γενικές γραμμές το συστήνω γιατί είναι αξιοπρεπέστερο από πολλά γυναικεία μυθιστορήματα που ξεπετιούνται κάθε καλοκαίρι κι είμαι σίγουρος ότι θα το κρατήσετε για συντροφιά και το φθινόπωρο!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“…το να έχεις αδέρφια είναι κάτι το λαϊκό, το ασυγχώρητο, το αποκρουστικό… Ούτε συζήτηση. Αυτά τα κάνουν οι φτωχοί, που δεν έχουν άλλο τρόπο διασκέδασης… έλεγε ότι τα παιδιά εν γένει είναι η αρρώστια που σε πιάνει άμα έχεις συνέχεια τα σκέλια σου ανοιχτά” (σελ. 25).

“Θέλει απλώς να τινάζει απ’ το πορτοφόλι της μερικά κολλαριστά χαρτονομίσματα με βδελυγμία, σαν κόκκους πιτυρίδας, και να εκτοξεύεται πάραυτα απ’ το όποιο μαγαζί, εστιατόριο ή άλλη επιχείρηση, προτού χρειαστεί να έρθει σε περαιτέρω επαφές με τους υπαλλήλους για το “λαϊκό” ζήτημα ρέστα” (σελ. 35).

“…η Ελλάδα, τουλάχιστον όπως τη θυμόμουν, ήταν μια χώρα που ζει για τη νύχτα της. Όπου η μέρα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ηλιόλουστο χάσιμο χρόνου, με τον καταναγκασμό της δουλειάς, που όμως οφείλει να γίνεται όσο πιο μεσοβέζικα κι ανώδυνα μπορούμε, αφού η μόνη χρησιμότητά της είναι να μας προμηθεύει με λεφτά, τα οποία θα ξοδέψουμε γλεντοκοπώντας τη νύχτα” (σελ. 40).

“Αν και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, κάτι είχε αλλάξει στην τηλεόραση. Ή όχι, όχι στην τηλεόραση, όσο στη σχέση των συνανθρώπων μου με τη νέα τηλεοπτική πραγματικότητα… παρατηρούσα για πρώτη φορά την τηλεόραση σε ρόλο κοινωνικού παντοκράτορα. Με κάποιον τρόπο, η πραγματικότητα που παρουσίαζε είχε απλώσει σε τέτοιο βάθος τα πλοκάμια της, ώστε είχε εισχωρήσει σχεδόν παρανοϊκά στις ψυχές των τηλεθεατών…δεν γοητεύονταν απλώς από τα τσακίρικα μάτια και τη γατίσια φωνή της Έλλης Στάη… η τηλεόραση πλέον όριζε τόσο απόλυτα τις επιθυμίες, τις φιλοδοξίες και τα απωθημένα τους, ώστε ο Χατζηνικολάου και η Στάη ήταν ενσωματωμένοι στο ψυχικό τους γονιδίωμα ως υπεράνθρωποι, με αγιότητα ιερού λειψάνου ή προτομής ηρώων του 21. Και τα συνομήλικά μου κορίτσια -πανομοιότυπα, χωρίς να το συνειδητοποιούν…κινούνταν, μιλούσαν στο κινητό και συμπεριφέρονταν σαν να βρίσκονταν μονίμως στο οπτικό πεδίο ενός αόρατου τηλεοπτικού φακού…Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί και, αντί τα κανάλια να είναι ο (έστω και παραμορφωτικός) καθρέφτης της, η Ελλάδα του 21ου αιώνα έτρεχε απελπισμένα για να προφτάσει την εικόνα που τα κανάλια της απαιτούσαν από δαύτη” (σελ. 44-45).

“Κι έτσι, κατατρεγμένη από θεούς κι ανθρώπους, με τον ίδιο τον έρωτα της ζωής μου να καταφέρνει απανωτές λαβωματιές στην τρυφερή -και τροφαντή- καρδούλα μου, προκειμένου να πνίξω τον πόνο, τον καημό μου και την ηχώ απ’ τα χάχανα του μοχθηρού και βάσκανου ντουνιά, τα βράδια, μόλις επέστρεφα στη Φωκυλίδου… έμπαινα σαν τον κλέφτη στην κουζίνα, έφερνα μια καρέκλα μπροστά στο ψυγείο (αθλιότητα) και, σκύβοντας μες στα παραφορτωμένα ράφια, εξαφανισμένη ανάμεσα σε μπρι και καμαμπέρ και πατέ και σαλάμια κι αυγοτάραχα σαν ταξιδιώτης χωμένος ως τη μέση σε μια άλλη, μαγική διάσταση (τον μακρινό πλανήτη Θερμιδώρ), έψαχνα τη λησμονιά, μασώντας και καταπίνοντας με βουβό κλάμα” (σελ. 219).

“Η Αθήνα γέμιζε σιγά-σιγά με εθελοντές ντυμένους με τη στολή της Ολυμπιάδας, που θύμιζε διασταύρωση φάνκι νοσηλευτή και παγωτατζή των αμερικανικών προαστίων” (σελ. 239).

“…οι άντρες είναι το ανυποψίαστο κοπάδι των ψαριών που κολυμπά κι ελίσσεται πανικόβλητο, προσπαθώντας να αποφύγει τα δίχτυα του έγγαμου βίου, κι η γυναίκα είναι ο αδίστακτος ψαράς που την έχει στημένη μες στη σκούνα, περιμένοντας να δει ποιο από τα διερχόμενα μπαρμπούνια ανταποκρίνεται καλύτερα στο πρότυπο του ιδανικού συζύγου” (σελ. 335).

“…είχα την υποστήριξη μιας από τις πιο στέρφες κοινωνίες του κόσμου, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι υπερβολικά απορροφημένοι στη σπατάλη του δανεικού και αγύριστου ευρωπαϊκού χρήματος για να τους το φάνε τα παιδιά τους. Κι η μεγαλύτερη οικονομική άνεση δεν αρκεί για να ξορκίσει αυτό τον πανικό -ειδάλλως τα βόρεια προάστια θα μπορούσαν από μόνα τους να λύσουν το δημογραφικό πρόβλημα” (σελ. 363).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!