Σήκωσε το κεφάλι της απότομα από την άκρη του κρεβατιού. Θεέ της! Την πήρε ο ύπνος! Και τα έβαλε με τον εαυτό της. Δεν ήταν παιδί της νύχτας αλλά δεν ήθελε να κοιμηθεί. Το βιβλίο έπεσε στο πάτωμα του νοσοκομείου με ένα διαβολεμένο ήχο. Το μίσησε.

Έντρομη κοίταξε τη μαμά της. Μα κοιμόταν γαλήνια. Όπως εδώ και μερικές μέρες. Η αναπνοή της ρυθμική και ήρεμη σχεδόν δεν ακουγόταν. Έσκυψε και κόλλησε τα χείλη της παρατεταμένα στο καυτό της μάγουλο. Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της στο βελούδο του. Και λίμνασαν στις αδρές ρυτίδες.

Δεν κατάλαβε πότε μπήκε στο θάλαμο μια νοσοκόμα:

-Μπορείτε για λίγο να βγείτε έξω; άκουσε να της λέει ανέκφραστα νυσταγμένη.

Σηκώθηκε βαριά και προχώρησε στον μεγάλο διάδρομο με τα δάκρυα να αυλακώνουν το πρόσωπό της. Η νοσηρή γαλήνη του νοσοκομείου ράγιζε από τα βήματά της. Κι ας περπατούσε στις μύτες των παπουτσιών της. Το ψυχρό ρολόι στον γκρίζο τοίχο έδειχνε 6.30.

- Ακόμα μια μέρα μαζί μανούλα μου...Ακόμα!

Προχώρησε αργά προς το ανοιχτό παράθυρο που έφερνε τις μυρουδιές της άνοιξης. Απέναντι η ροδοδάχτυλη αυγή έβαφε τα κορφοβούνια και τον ουρανό. Τα βουνά δυνατά, αιώνια, στεφανωμένα με πορτοκαλοκόκκινες πινελιές καθρεφτίζονταν μέσα στα ακύμαντα νερά και εγωιστικά έλουζαν την αντανάκλασή τους.

Το χρώμα που περίσσευε κατρακυλούσε κι έπεφτε πάνω στη γαλήνια θάλασσα και την έβαφε ρόδινη. Στην άσπρη βαρκούλα που λικνιζόταν στα ρηχά τεμπέλικα, ένας ψαράς στη κουπαστή είχε στήσει καρτέρι στο μεγάλο ψάρι καπνίζοντας.

Ένα ζευγαράκι καθόταν σ΄ ένα βράχο. Θα τους βρήκε η αυγή. Ο άνδρας είχε το χέρι του στους ώμους της σαν φτερούγα πουλιού. Προστατευτικά. Εκείνη γαλήνια με γερμένο το κεφάλι της στον ώμο του, ταξίδευε στο όνειρό τους με βάρκα τον έρωτά τους.

Κατακόκκινη η θάλασσα μέχρι το θαλασσόφρυδό της. Εκεί που σχεδόν σταματούσε ο τοίχος του Νεκροταφείου. Να τους ήξερε αυτούς τους απάνθρωπους ανθρώπους που έφτιαξαν εδώ το Νοσοκομείο. Θα τους έριχνε στα βαθιά νερά, σκέφτηκε!

Παγερές, λευκές, οι τελευταίες κατοικίες των ανθρώπων. Εκεί κοιμόντουσαν τον αιώνιο γαλήνιο ύπνο του δικαίου, άγγελοι και σατανάδες. Χωρίς πόνο, χωρίς έγνοιες, χωρίς κακίες και φουρτούνες, χωρίς κρίση και λύπες μα και χωρίς χαρές.

Θαρρείς μια νοητή γαλήνια γραμμή χώριζε τη ζωή από τον θάνατο. Τη ζωή και τον θάνατο που τους ένιωθε να κονταροχτυπιούνται στις μέσα αίθουσες καθημερινά. Να μάχονται. Άλλοτε με φωνές και κλάματα κι άλλοτε καρτερικά και γενναία με όπλο την ελπίδα.

-Γαλήνη, ε; άκουσε πίσω της να ψιθυρίζει μια κουρασμένη λυπημένη αντρική φωνή.

Τρόμαξε. Μα δε γύρισε να κοιτάξει. Ράπισμα η λέξη.

-Σας τρόμαξα, ε;

Τότε γύρισε αργά το κεφάλι της και τον κοίταξε έκπληκτη.

-Τι είπατε; τον ρώτησαν τα βουρκωμένα μάτια της. Τι λέξη απέραντη είπατε; Τι φοβερή λέξη ψιθυρίσατε; Πόσες φορεσιές μπορεί ν΄ αλλάξει αυτή η λέξη; Άραγε η «δικιά» σας γαλήνη ποια φορεσιά φορά; Ποια;

 

_

γράφει η Ελένη Κορωνιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!