Πόσο είχα ανάγκη είχα αυτόν τον κύριο Ύπνο… Είχα περάσει μια πολύ δύσκολη μέρα και η ανάγκη μου να βρεθώ στην αγκαλιά του Μορφέα ήταν επιβεβλημένη και αδιαπραγμάτευτη. Ήθελα να γαληνέψω, όχι τόσο σωματικά, μα ψυχικά. Και ο καλός μου το κατάλαβε και με πήρε από το χέρι, σαν να ήμουν μωρό, και με οδήγησε αθόρυβα και σιωπηλά… Και όσο βυθιζόμουν, τόσο πιο χαλαρά ένοιωθα… Μέχρι που…

Ήμουν, λέει, μια όμορφη γοργόνα -λες και υπάρχουν άσχημες- και χόρευα μέσα σε γαλανόλευκα νερά. Τριγύρω μου, εκεί κάτω στον βυθό, κολυμπούσαν όλων των ειδών τα ψάρια κι εγώ δεν φοβόμουν, μήτε καν τους καρχαρίες. Σαν να χορεύαμε όλοι μαζί τόσο ρυθμικά και κυματιστά με τον ήχο που δημιουργούσαν τα διάφορα φυτά μαζί με το τραγούδι που ακουγόταν από μια ομάδα από δελφίνια… Και ήμουν και με ορθάνοιχτα μάτια, απολαμβάνοντας την ομορφιά της θάλασσας… Ώσπου, σαν να άστραψε μπροστά μου κάτι· ένα μικρό κουτί, μια μικρή, λιλιπούτεια κοσμηματοθήκη, κατά το ελληνικότερον “μπιζουτιέρα”…

Πλησίασα αργά, προσπαθώντας να μην αναταράζω τα νερά με την ουρά μου και με μεγάλη προσοχή την πήρα στα χέρια μου. Μαζεύτηκαν τριγύρω και τα πολύ μικρά ψάρια και έμεναν σχεδόν ακίνητα. Άρχισα να την περιεργάζομαι. Ήταν αληθινό κομψοτέχνημα. Και τόσο μικρό… Δεν ήξερα αν μπορούσα και αν έπρεπε να την ανοίξω…

“Κι αν είναι σαν το κουτί της Πανδώρας;” σκέφτηκα. 

Μα ένα τόσο δα μικρό, πόσα δεινά μπορεί να κρύβει; Κανένας κακός μάγος, καμία κακή πράξη δεν μπορεί να κρυφτεί σε τόσο μικρό κουτάκι… Τα άσχημα και τα κακά, συνήθως, είναι τεράστια και μαλώνουν κι αυτά μεταξύ τους, ποιο θα φανεί μεγαλύτερο και πιο δυνατό…

«Θα το ανοίξω…» είπα και με μεγάλη προσοχή και, η αλήθεια είναι, και με πολύ καρδιοχτύπι, τράβηξα την πολυκαιρισμένη κορδέλα, που διαλύθηκε μεμιάς.

Τα ψαράκια τρόμαξαν κι αμέσως απομακρύνθηκαν με γρήγορες κινήσεις. Έμεινα μονάχη. Το κουτί κι εγώ… Κοίταξα τριγύρω…

“Λες να είναι κακός οιωνός που έφυγαν;” αναρωτήθηκα.

«Σαχλαμάρες…» μουρμούρισα. «Εγώ θα το ανοίξω κι ο Θεός βοηθός… Τι μπορεί να συμβεί; Σ’ ένα τόσο μικρό κουτάκι αποκλείεται να κρύβεται κάτι κακό. Αποκλείεται…» επανέλαβα, περισσότερο για να πείσω τον εαυτό μου.

Έκανα μια μικρή βόλτα, κρατώντας το σφιχτά στα χέρια μου. Στάθηκα κοντά σε έναν βράχο και το ακούμπησα με μεγάλη προσοχή κάτω. Τώρα έπρεπε  να ανοίξω το καπάκι… Προσεχτικά… Πολύ προσεκτικά… Και… Τινάχτηκα ψηλά…, πολύ ψηλά…, πάνω από το νερό…, εκεί που σχηματιζόταν το ουράνιο τόξο…

Ήταν σαν να ζούσα μιαν άλλη ζωή…, ήρεμη…, γαλήνια…, και πολύ, πάρα πολύ φωτεινή… Και τότε άκουσα έναν περίεργο ήχο. Έμοιαζε με μουσική… Μα όχι… Ναι, ναι, τώρα ξεχώρισε… Καλπασμός αλόγου…

Σήκωσα τα μάτια και είδα να έρχεται προς το μέρος μου ένα ολόλευκο και πανέμορφο άλογο. Μα δεν ήταν μόνο του. Είχε και καβαλάρη. Ολόλευκα ντυμένος κι εκείνος. Μόνο που το καπέλο τού έκρυβε το πρόσωπο. Το στόμα του φαινόταν μόνο, που το ζωγράφιζε ένα γοητευτικό χαμόγελο και τα κάτασπρά του δόντια λαμπύριζαν. 

Μου άπλωσε το χέρι για να με τραβήξει στη σέλα και τότε είδα και το υπόλοιπο πρόσωπό του. Είχε μια απαίσια ουλή από την δεξιά πλευρά… Μα μόλις κοίταξα τα μάτια του, έλαμψε ακόμα περισσότερα ο κόσμος μου. Ήταν ένα βλέμμα τόσο ζεστό, τόσο τρυφερό…

«Και πού θα βάλω την ουρά μου;» τον ρώτησα δειλά…

«Μη σε νοιάζει…» μου απάντησε η μελωδική και τρυφερή φωνή του. «Εγώ είμαι εδώ για σένα…» και μου άπλωσε πιο πολύ το χέρι.

Αρπάχτηκα από το μπράτσο του και αμέσως βρέθηκα να κάθομαι μπροστά του. Τα δυο του χέρια σαν να με αγκάλιασαν κι ένοιωσα τόσο όμορφα…

«Πάμε, Χιονάτη μου! Βρήκαμε την βασίλισσά μας!» είπε στο άλογό του, που ξεκίνησε να καλπάζει μ’ έναν ήχο που με μεθούσε…

Πόσο είχα γαληνέψει όλην αυτή την ώρα, όταν πετάχτηκα από το κρεβάτι μου τρομαγμένη και άφαντος ο καβαλάρης που θα με πήγαινε να ζήσουμε ένα όμορφο παραμύθι, ένα όνειρο! Ήταν ανάγκη να με ξυπνήσουν τα αστραπόβροντα;

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια