Η γοργόνα (Όνειρο)

15.03.2020

Πόσο είχα ανάγκη είχα αυτόν τον κύριο Ύπνο… Είχα περάσει μια πολύ δύσκολη μέρα και η ανάγκη μου να βρεθώ στην αγκαλιά του Μορφέα ήταν επιβεβλημένη και αδιαπραγμάτευτη. Ήθελα να γαληνέψω, όχι τόσο σωματικά, μα ψυχικά. Και ο καλός μου το κατάλαβε και με πήρε από το χέρι, σαν να ήμουν μωρό, και με οδήγησε αθόρυβα και σιωπηλά… Και όσο βυθιζόμουν, τόσο πιο χαλαρά ένοιωθα… Μέχρι που…

Ήμουν, λέει, μια όμορφη γοργόνα -λες και υπάρχουν άσχημες- και χόρευα μέσα σε γαλανόλευκα νερά. Τριγύρω μου, εκεί κάτω στον βυθό, κολυμπούσαν όλων των ειδών τα ψάρια κι εγώ δεν φοβόμουν, μήτε καν τους καρχαρίες. Σαν να χορεύαμε όλοι μαζί τόσο ρυθμικά και κυματιστά με τον ήχο που δημιουργούσαν τα διάφορα φυτά μαζί με το τραγούδι που ακουγόταν από μια ομάδα από δελφίνια… Και ήμουν και με ορθάνοιχτα μάτια, απολαμβάνοντας την ομορφιά της θάλασσας… Ώσπου, σαν να άστραψε μπροστά μου κάτι· ένα μικρό κουτί, μια μικρή, λιλιπούτεια κοσμηματοθήκη, κατά το ελληνικότερον “μπιζουτιέρα”…

Πλησίασα αργά, προσπαθώντας να μην αναταράζω τα νερά με την ουρά μου και με μεγάλη προσοχή την πήρα στα χέρια μου. Μαζεύτηκαν τριγύρω και τα πολύ μικρά ψάρια και έμεναν σχεδόν ακίνητα. Άρχισα να την περιεργάζομαι. Ήταν αληθινό κομψοτέχνημα. Και τόσο μικρό… Δεν ήξερα αν μπορούσα και αν έπρεπε να την ανοίξω…

“Κι αν είναι σαν το κουτί της Πανδώρας;” σκέφτηκα. 

Μα ένα τόσο δα μικρό, πόσα δεινά μπορεί να κρύβει; Κανένας κακός μάγος, καμία κακή πράξη δεν μπορεί να κρυφτεί σε τόσο μικρό κουτάκι… Τα άσχημα και τα κακά, συνήθως, είναι τεράστια και μαλώνουν κι αυτά μεταξύ τους, ποιο θα φανεί μεγαλύτερο και πιο δυνατό…

«Θα το ανοίξω…» είπα και με μεγάλη προσοχή και, η αλήθεια είναι, και με πολύ καρδιοχτύπι, τράβηξα την πολυκαιρισμένη κορδέλα, που διαλύθηκε μεμιάς.

Τα ψαράκια τρόμαξαν κι αμέσως απομακρύνθηκαν με γρήγορες κινήσεις. Έμεινα μονάχη. Το κουτί κι εγώ… Κοίταξα τριγύρω…

“Λες να είναι κακός οιωνός που έφυγαν;” αναρωτήθηκα.

«Σαχλαμάρες…» μουρμούρισα. «Εγώ θα το ανοίξω κι ο Θεός βοηθός… Τι μπορεί να συμβεί; Σ’ ένα τόσο μικρό κουτάκι αποκλείεται να κρύβεται κάτι κακό. Αποκλείεται…» επανέλαβα, περισσότερο για να πείσω τον εαυτό μου.

Έκανα μια μικρή βόλτα, κρατώντας το σφιχτά στα χέρια μου. Στάθηκα κοντά σε έναν βράχο και το ακούμπησα με μεγάλη προσοχή κάτω. Τώρα έπρεπε  να ανοίξω το καπάκι… Προσεχτικά… Πολύ προσεκτικά… Και… Τινάχτηκα ψηλά…, πολύ ψηλά…, πάνω από το νερό…, εκεί που σχηματιζόταν το ουράνιο τόξο…

Ήταν σαν να ζούσα μιαν άλλη ζωή…, ήρεμη…, γαλήνια…, και πολύ, πάρα πολύ φωτεινή… Και τότε άκουσα έναν περίεργο ήχο. Έμοιαζε με μουσική… Μα όχι… Ναι, ναι, τώρα ξεχώρισε… Καλπασμός αλόγου…

Σήκωσα τα μάτια και είδα να έρχεται προς το μέρος μου ένα ολόλευκο και πανέμορφο άλογο. Μα δεν ήταν μόνο του. Είχε και καβαλάρη. Ολόλευκα ντυμένος κι εκείνος. Μόνο που το καπέλο τού έκρυβε το πρόσωπο. Το στόμα του φαινόταν μόνο, που το ζωγράφιζε ένα γοητευτικό χαμόγελο και τα κάτασπρά του δόντια λαμπύριζαν. 

Μου άπλωσε το χέρι για να με τραβήξει στη σέλα και τότε είδα και το υπόλοιπο πρόσωπό του. Είχε μια απαίσια ουλή από την δεξιά πλευρά… Μα μόλις κοίταξα τα μάτια του, έλαμψε ακόμα περισσότερα ο κόσμος μου. Ήταν ένα βλέμμα τόσο ζεστό, τόσο τρυφερό…

«Και πού θα βάλω την ουρά μου;» τον ρώτησα δειλά…

«Μη σε νοιάζει…» μου απάντησε η μελωδική και τρυφερή φωνή του. «Εγώ είμαι εδώ για σένα…» και μου άπλωσε πιο πολύ το χέρι.

Αρπάχτηκα από το μπράτσο του και αμέσως βρέθηκα να κάθομαι μπροστά του. Τα δυο του χέρια σαν να με αγκάλιασαν κι ένοιωσα τόσο όμορφα…

«Πάμε, Χιονάτη μου! Βρήκαμε την βασίλισσά μας!» είπε στο άλογό του, που ξεκίνησε να καλπάζει μ’ έναν ήχο που με μεθούσε…

Πόσο είχα γαληνέψει όλην αυτή την ώρα, όταν πετάχτηκα από το κρεβάτι μου τρομαγμένη και άφαντος ο καβαλάρης που θα με πήγαινε να ζήσουμε ένα όμορφο παραμύθι, ένα όνειρο! Ήταν ανάγκη να με ξυπνήσουν τα αστραπόβροντα;

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Το μήνυμα ελήφθη

Το μήνυμα ελήφθη

Μάταια έψαχνε να βρει τον ταχυδρόμο να τον ρωτήσει. Δεν ήταν πουθενά, ώσπου πληροφορήθηκε ότι άλλαξε γειτονιά. Μετά εξαφανίστηκε. Αγνοούμενος. Τα ίχνη του χάθηκαν για πάντα. Ίσως να γνώριζε κάτι το λευκό περιστέρι. Όταν το αντάμωσε μόνο λευκό δεν ήταν. Μαύρα τα είχε...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου