Μπορείς να φτάσεις στον ουρανό πατώντας σε μια σκάλα από βιβλία.
Μα για πόσο θα μπορείς, γέρος άνθρωπος, να ανεβοκατεβαίνεις άδειες σκάλες;
Και έπειτα πόσο θα κρατήσουν τα σκαλοπάτια; Με τόσο σκόρο να τα τρώει κάθε μέρα.
Μην σκεφτείς εκείνη την ανεμόσκαλα. Δεν θα μπορέσει να φτάσει ψηλά.
Είναι τώρα οι κλωστές να τα βάζουν με τα σύννεφα και με τον ήλιο;

Όσο περνά ο καιρός, θυμάσαι τις μέρες που έψαχνες τον ήλιο στο κελάρι.
Όχι βέβαια πώς θα τον έβρισκες να κείτεται τσαλακωμένος μέσα σε παλιές σημειώσεις.
Θυμάσαι τη χαρά σου όταν έπεσες πάνω στα γυαλιά; Ούτε με αυτά θα έφτανες μακριά.
Αν θες να φτάσεις στον ήλιο, ξήλωσε πρώτα τη σκεπή. Τα υπόγεια δε θα σε ωφελήσουν.
Και μην επικαλεστείς το συνεχές της γνώσης. Οι σκάλες ψηλώνουν, δε βαθαίνουν.

Και για να το θέσουμε πιο απλά.
Πώς αφέθηκες να πιστεύεις «στα ξόρκια τα αγαθά» - εσύ, ένας σοφός;
Πώς νόμιζες ότι θα άνοιγες δρόμο τη νύχτα με ένα φακό που τρεμοσβήνει;
Δεν ήξερες τουλάχιστον πως μες στο σκοτάδι δε βλέπεις,
πού πηγαίνεις ποιον στο δρόμο σου πατάς και ποιους συμπαρασέρνεις;

Δεν ξεπληρώνεις τις επιταγές του χρόνου με χρονογραφίες.
Νομίζεις πώς οι νεκροί καταλαβαίνουν από ελεγείες;
Και το φως που χάνεται λίγο λίγο περνώντας μέσα από το πυρωμένο σίδερο,
το φως που χάνεται μέσα στο άλλο φως, πώς θα το φέρεις πίσω;

Σκέψου καλά εκεί στην εξορία.
Πώς θα συμμαζέψεις τους αγύρτες που διηγούνται τώρα παραμύθια;
Αν όφειλες να κάνεις κάτι, ήταν αυτό.
Και τώρα εξαιτίας σου μας λένε οι βάρβαροι βαρβάρους.
Σκέψου καλά εκεί στην εξορία.
Όχι το πώς τίποτα δεν θα προέλθει από το τίποτα.
Αυτό να μάθεις, το πώς από το τίποτα θα ξαναφέρεις τα πολλά.
Και τότε μόνο ξαναμίλα. Μίλα όμως σωστά.

_

γράφει ο Χρήστος Τσαγκάρης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!