Select Page

Η επιθυμία, της Νικολίνας Λέκκα

Η επιθυμία, της Νικολίνας Λέκκα

woman-994737_1920

Το καλοκαίρι έχει φτάσει στο τέλος του. Τελευταίο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου και οι ελάχιστοι ξεχασμένοι παραθεριστές ετοιμάζονται να αποχωρήσουν.
-Να φύγουν να ησυχάσουμε, μονολογεί καθισμένος στην αυλή του ολόλευκου κυκλαδίτικου σπιτιού του. Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια, έρχονται σαν μανιασμένες ορδές και καταπατούν όλες τις ομορφιές. Φέρονται βίαια σε έναν χώρο που δεν τους ανήκει και τον ευτελίζουν. Τρώνε, πίνουν, φωνάζουν, ακούνε δυνατά μουσική και χορεύουν.
Το νησί είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η θάλασσα που το αγκαλιάζει και το προστατεύει, αλλά δεν διστάζει να το χτυπήσει όταν αγριέψει. Είναι τα αρώματα από τα νυχτολούλουδα, οι μυρωδιές από τους σπιτικούς φούρνους, τα χρώματα από τις βουκαμβίλιες που στολίζουν δωρικά τα λιτά σπίτια. Είναι οι αέρηδες που ξεσηκώνουν τα μυαλά των ανθρώπων και τα ταξιδεύουν…
Κρατά ένα πακέτο τσιγάρα και έναν αναπτήρα. Τα παίζει εναλλάξ στα δάχτυλά του. Ο γιατρός ήταν ξεκάθαρος, αν ήθελε να αποφύγει την εγχείρηση πρέπει να το κόψει. Και όχι μόνο αυτό, πρέπει να αλλάξει τρόπο ζωής. Αυτό το «πρέπει» του διαπερνάει την ύπαρξη, του σκίζει τη θέληση. Δεν την χώνεψε πότε αυτή τη λέξη.
Ήθελε να νιώθει ανεξάρτητος, να μην τον δεσμεύει τίποτα. Όλες οι απολαύσεις ήταν για λίγο. Μόνο αυτός ο διάβολος που κρατούσε στα χέρια του, του είχε γίνει συνήθεια και δεν το παραδεχόταν. Φαντάστηκε τον εαυτό του, γέρο, ωχρό, στερημένο και αηδίασε μόνο με τη σκέψη. Έσφιξε το πακέτο στα χέρια του τόσο, μέχρι που το τσαλάκωσε.
Το σπίτι του ήταν χτισμένο στην αρχή ενός ανηφορικού δρόμου, που οδηγούσε στο λιμάνι. Λόγω της θέσης χάζευε κάθε είδους κίνηση. Νέα παιδιά ανεβοκατέβαιναν κάνοντας φασαρία. Αναπόλησε άλλες εποχές που ήταν και αυτός νέος. Κάτι τέτοιες βραδιές αναζητούσε τη γυναικεία συντροφιά, αλλά με λάθος τρόπο. Τώρα το είχε μετανιώσει, δεν ήθελε να τον δεσμεύει τίποτε και στην ουσία έχασε τα πάντα.
Έβλεπε τα νεαρότερα άτομα και ήθελε να τους πει να μην αφήνουν τη ζωή να περνάει από μπροστά τους αλλά να τρέξουν να την προλάβουν. Να ερωτευθούν, να αγκαλιαστούν, να παραδοθούν στο πάθος, να πονέσουν το σώμα τους. Τα έβλεπε να χάνονται άσκοπα σε έναν κυκεώνα επιτηδευμένης πρόκλησης και προστυχιάς, χωρίς ερωτισμό. Πάντα τα εύκολα διαλέγουν οι άνθρωποι, ποτέ τα δύσκολα. Εραστές της μια βραδιάς αντί του ονείρου, σωματολάγνοι του όμοιου και όχι λάτρεις του μοναδικού. Ήθελε να μιλήσει, μα κανείς δεν άκουγε και έτσι παρατηρούσε την κίνηση σιωπηλός.
Μια γυναικεία φιγούρα ακαθόριστη άρχισε να διαγράφεται κάτω από το ισχνό φως του φεγγαριού. Καθώς προχωρούσε, όλα γίνονταν πιο ξεκάθαρα. Την είχε ξαναδεί. Πριν λίγο καιρό είχε εγκατασταθεί στο απέναντι σπίτι. Κάθε φορά που την έβλεπε, κάτι ξυπνούσε μέσα του. Ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο και συνάμα βίαιο. Η γυναίκα αυτή του διέγειρε με έναν ακαθόριστο τρόπο πρωτόγονα ένστικτα. Η αιτία δεν ήταν η ομορφιά, δεν τον ενδιέφερε καν. Είχε όμως όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά ενός θηλυκού που θα προκαλούσαν ένα αρσενικό σε μια αρχέγονη κατάσταση διεκδίκησης, έξω από όρια κοινωνικού καθωσπρεπισμού και πολιτισμικών ορίων.
Κίνηση ρυθμική, κορμί στητό, περπατούσε σαν να γλιστρούσε πάνω στο δρόμο. Τα μαλλιά της έπεφταν ακανόνιστα στους ώμους και το βραδινό αεράκι έσπρωχνε τούφες πάνω στο πρόσωπό της. Κάθε τόσο, όταν αυτές γίνονταν ενοχλητικές, τις τραβούσε προς τα πίσω με τα χέρια της. Το βήμα της είχε γίνει πιο αργό, καθώς έφτανε στον προορισμό της.
Όσο πιο αργά προχωρούσε, τόσο πιο πολύ λικνιζόταν. Του έδινε την εντύπωση ότι τον προκαλούσε χυδαία. Τι κι αν δεν ήξερε καν την ύπαρξη του. Τι και αν δεν είχε γυρίσει να τον κοιτάξει ποτέ. Αυτός έμοιαζε με γέρικο αρσενικό, μοναχικό και αποτραβηγμένο. Αυτή στην πρώτη αρχή της ωριμότητας, λίγο μετά την άγουρη νιότη, έτοιμη να χαρίσει ηδονή σε όποιον μπορούσε να σταθεί τυχερός. Αυτός σίγουρα δεν είχε ελπίδα.
Μισούσε τον εαυτό του, μισούσε και αυτήν. Επιθυμία βασανιστική τον κυρίευε, να είναι αυτός συνοδοιπόρος της σε ένα ταξίδι απόλαυσης, ευχαρίστησης και εξερεύνησης. Έφτασε στην εξώπορτα, άνοιξε και μπήκε. Δεν γύρισε καν να κοιτάξει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ανύπαρκτος, αδιάφορος, έμεινε να κοιτάζει με ένα παράπονο. Ό,τι ποθούσε το κορμί το έψαξε, το αναζήτησε μάταια. Η ζωή δεν του το πρόσφερε, άδικη, ανέντιμη, πόρνη, τον υποχρέωνε να υποκύψει στο πρέπει.
Πήγε στην κρεβατοκάμαρα, άναψε το φως, τράβηξε την κουρτίνα και άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Ξεδιάντροπη που είναι σκέφτηκε, επίτηδες το κάνει. Έτσι ήθελε να πιστεύει. Κορμί σφριγηλό, στητό και στρογγυλεμένο. Στήθος και γλουτοί ορθώνονταν γητευτές των αρσενικών επιθυμιών, κλέφτες των αρσενικών βλεμμάτων. Άραγε ήξερε πόση ταραχή προκαλούσε;
Αμέριμνη και με αφοπλιστική αθωότητα, φόρεσε το νυχτικό της, έσβησε το φως και ξάπλωσε. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, παραδόθηκε σε ύπνο βαθύ. Έμεινε να την κοιτά με το αεράκι σύμμαχο να φουσκώνει την κουρτίνα, αφήνοντας το κορμί της εκτεθειμένο κάτω από το λιγοστό νυχτερινό φως. Τα πόδια της μακριά, τα φανταζόταν απαλά, βελουδένια μπλεγμένα με τα δικά του…
Κάθε φορά που την έβλεπε, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και η ανάσα του γινόταν τόσο γρήγορη που λαχάνιαζε. Το μυαλό του δεν μπορούσε να συμμαζευτεί και σαν ατίθασος έφηβος, δημιουργούσε εικόνες, φαντασιωνόταν… Λαχταρούσε το στόμα της, κατακόκκινος καρπός, ζουμερός, απαγορευμένος… Χείλη φιλήδονα, σαρκώδη, χυδαία και αθώα συνάμα.. Πώς ήταν δυνατό στην ίδια γυναίκα να διακρίνει τόσο ερωτισμό και τόση συστολή! Ο τέλειος συνδυασμός, σεξουαλικότητα μέσα από την αυστηρότητα.
Είχε ξεχαστεί μαζί της σε μια ερημική παραλία και κολυμπούσαν γυμνοί. Οι καμπύλες της αναδύονταν στην επιφάνεια της θάλασσας και τον καλούσαν προκλητικά. Την πλησίαζε, την περικύκλωνε, μετά την τραβούσε δυνατά πάνω του και την κρατούσε σφιχτά. Τόσο σφιχτά που δεν άφηνε το νερό να μπει ανάμεσά τους.
Ένιωθε το ρίγος να εξαπλώνεται σε όλο το κορμί, το δέρμα να ανατριχιάζει. Το στήθος απαλό, μαλακό, αιώνιο σύμβολο θηλυκότητας και μητρότητας να κουρνιάζει στο στέρνο του και η τρυφερότητα από την αίσθησή του να τον διεγείρει ακόμα περισσότερο. Αυτή έμπλεκε τα πόδια της γύρω από τη μέση του, έχωνε τα χέρια της στα μαλλιά του, του φιλούσε απαλά το λαιμό και του ψιθύριζε στο αυτί λόγια. Λόγια ερωτικά, λόγια πάθους, λόγια απόγνωσης, λόγια αφοσίωσης ότι είναι δικιά του…
Ύστερα αυτή ξεγλιστρούσε από πάνω του και έπαιζε με τα κύματα. Κολυμπούσε γύρω του, βουτούσε στο βυθό αναδυόταν χαμογελαστή. Του πετούσε νερό στο πρόσωπο, τέντωνε το κορμί της τόσο που οι μύες σχημάτιζαν μια απόλυτη ευθεία. Ξαφνικά τον πλησίαζε από πίσω, ανασηκωνόταν, τον έπαιρνε αγκαλιά και του φιλούσε την βρεγμένη πλάτη, ώσπου τον δάγκωνε ελαφρά. Ήταν χαριτωμένη και παιχνιδιάρα και αυτός ξαναγινόταν σχολιαρόπαιδο, που το ’χει σκάσει με τη νεαρή φίλη του και προσπαθούσε να ανακαλύψει τις απρόσμενες αλλά και άγνωστες χαρές του έρωτα.
Τότε μεταμορφωνόταν σε έναν άντρα στιβαρό, νέο και την σήκωνε στα χέρια του, την έβγαζε έξω και την ξάπλωνε στην άμμο. Τη φιλούσε παντού, σε όλα τα σημεία του κορμιού της, σα να ήθελε να την χαρτογραφήσει, να καταγράψει κάθε πόντο και να μην τα ξεχάσει ποτέ. Με τα χείλη αποτύπωνε και με τη γλώσσα ρουφούσε κάθε γεύση, κάθε στάλα αλμύρας. Αυτή δεν άντεχε άλλο, ήθελε να τον δεχτεί μέσα της, να του προσφέρει τον εαυτό της δώρο, προσφορά και θυσία στην ηδονή και αυτός να την κάνει γυναίκα του, όπως ένας άντρας ξέρει…
Να γίνονταν ένα, όπως η φύση έχει προβλέψει. Γιατί μόνο στον έρωτα τα σώματα δυο ανθρώπων ενώνονται, ποτέ άλλοτε. Ο ένας δίνει ένα κομμάτι δικό του και ο άλλος το δέχεται, είναι η πιο ιερή στιγμή που όμοια της δεν υπάρχει και της αρμόζει υπέρτατος σεβασμός και δέος. Στην πραγματικότητα είναι ένα μικρό θαύμα της ζωής, που τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του, παρά μόνο ο δεσμός της μάνας με το παιδί, για όσο το κουβαλάει στο σώμα της.
Δε θα χρειάζονταν πολλά, αυτός να είναι δυνατός, ρωμαλέος, κυρίαρχος, κατακτητής και αυτή γλυκιά και δοτική, τρυφερή και ηδονική, έτοιμη να αφεθεί, να ευεργετηθεί… Όπως η γη δέχεται τη βροχή, όπως η φύση μετά τον χειμώνα περιμένει τον ήλιο… Την φανταζόταν να είναι μέσα της και αυτή να τον κοιτάει στα μάτια, με ένα βλέμμα γεμάτο ικεσία για περισσότερο έρωτα, γεμάτο ευχαρίστηση για αυτό που της προσφέρει, γεμάτο στοργή… Ναι, αυτό ήταν που ζητούσε, περισσότερο στοργή μέσα από τον έρωτα.
Την ήθελε πάνω του. Τα μαλλιά της να πέφτουν βρεγμένα μισά μπροστά και μισά στην πλάτη, με ένα τίναγμα του κεφαλιού προς τα πίσω να φτάνουν να ακουμπούν τη μέση της. Οι σταγόνες από το θαλασσινό νερό να διαγράφουν ρυάκια που κυλούν από τις άκρες των ξέπλεκων μαλλιών στο λαιμό και να σταματούν στο στήθος, γιατί η ζέστη τις εξατμίζει. Το στήθος να ξεπροβάλλει μπροστά του, πλούσιο, γενναιόδωρο, ακολουθώντας τις ρυθμικές κινήσεις του κορμιού, άλλοτε αργές και άλλοτε έντονες. Να το φυλακίζει μέσα στις χούφτες του και αυτό να προσπαθεί να ξεφύγει, ενώ θα αισθάνεται τις θηλές να σκληραίνουν. Τα χέρια του να αγκαλιάζουν τη μέση της, να καταβαίνουν στους γλουτούς διαγράφοντας την καμπύλη που σχηματίζουν. Αυτή να αναστενάζει από πόθο αλλά πάντα να τον κοιτά στα μάτια, δεν θα άφηνε να χαθεί ούτε μια στιγμή, ούτε ένα λεπτό. Να τον κοιτά και να τον θέλει, να τον κοιτά και να τον αγαπά.
Θέλει στοργή, θέλει και αγάπη. Πόσο ανόητοι είναι οι άνθρωποι σκεφτόταν, αναζητούν τον έρωτα απογυμνωμένο χωρίς συναίσθημα, χωρίς τα στοιχεία εκείνα που θα τον μετουσιώσουν σε κάτι ανώτερο. Σε μία ένωση ισχυρή, αιώνια, αξέχαστη, που αξίζει να ζήσεις μια ζωή για να τη γνωρίσεις, έστω και μια φορά. Όταν οι ψυχές έρθουν κοντά, όταν τα κορμιά λαχταρήσουν το ένα το άλλο, όταν δεν υπάρχει περιθώριο για κανέναν άλλο και για τίποτα, τότε είναι έρωτας. Βασανιστικός, μαρτυρικός, καταστροφικός, εξωπραγματικός, παράλογος, δεν υπάρχει παρόν και μέλλον, μόνο το αντικείμενο του πόθου. Παρ’ όλα αυτά θα ανταμείψει τους τυχερούς, τους λίγους και εκλεκτούς. Οι άλλοι απλώς θα σταθούν άτυχοι και θα τον αναζητούν μάταια.
Δεν είναι το κορμί ή το πρόσωπο, δεν είναι η τελειότητα των χαρακτηριστικών, είναι η αύρα που αποπνέει ο καθένας, η γοητεία, ο ερωτισμός. Μια κίνηση, ένα νεύμα, μια ματιά, ένα τυχαίο χάδι, μπορούν να ξυπνήσουν τις αισθήσεις, μπορούν να αφυπνίσουν τις επιθυμίες, να ταξιδέψουν το σώμα σε μονοπάτια πρωτόγνωρα. Όλα αυτά αντιπροσώπευε αυτή η γυναίκα για τον ίδιο.
Μόνο μια στιγμή θα τις επέτρεπε να κλείσει τα μάτια. Τότε που το σώμα στην έκρηξη του γίνεται ένα με την ψυχή, που για λίγα δευτερόλεπτα αδειάζει το μυαλό και δεν υπάρχει τίποτα, που πεθαίνεις και ξαναγεννιέσαι ταυτόχρονα. Οι ουσίες το πλημμυρίζουν και το ευεργετούν, το ευφραίνουν. Ύστερα όμως θα άνοιγε πάλι τα μάτια της, θα τον κοιτούσε γλυκά και θα ξάπλωνε πάνω του ήρεμη και χαλαρή. Κι αυτός θα της χάιδευε με τις άκρες των δαχτύλων του όλη την πλάτη, από τον αυχένα μέχρι τη μέση, πολλές φορές.
Και όταν από τον επαναλαμβανόμενο έρωτα, αυτή θα είχε εξαντληθεί και θα είχε παραδοθεί στην ανάπαυλα του ύπνου, αυτός δεν θα σταματούσε εκεί… Θα την κοιτούσε καθώς θα κοιμόταν, θα μετρούσε τις ανάσες της, θα προστάτευε το κορμί της, που τον είχε κάνει τόσο ευτυχισμένο. Θα βεβαιωνόταν ότι ήταν δική του και δεν θα έφευγε ποτέ.
Άλλες φορές πάλι φανταζόταν ότι την είχε κλέψει και την είχε κρύψει κάπου μακριά στη γη του απίθανου. Αυτή χωνόταν στην αγκαλιά του, του άγγιζε τρυφερά το πρόσωπο και του φιλούσε τα χέρια. Την είχε φυλακίσει κοντά του. Αυτή όμως δεν δυσανασχετούσε, απολάμβανε τη φροντίδα και την αγάπη που της πρόσφερε. Δούλος και υπηρέτης της, παντοτινά υποταγμένος στα θέλγητρά της, αιώνιος θαυμαστής και εραστής της.
Tότε θύμωνε πολύ, θύμωνε και μισούσε…! Μισούσε οποιονδήποτε θα μπορούσε να ζήσει όλα αυτά μαζί της. Μα πιο πολύ απ’ όλα μισούσε την ίδια, γιατί αδιαφορούσε, τον προσπερνούσε επιδεικτικά, δεν θα την είχε ποτέ. Κάνει γροθιά το χέρι του και το χτυπά με μανία πάνω στο τραπέζι. Ο ήχος δυνατός και ο πόνος ακόμα περισσότερο. Δεν το αντιλήφθηκε καν. Υπέφερε μόνο σιωπηλά, γιατί δε θα χάιδευε τα μαλλιά της, δε θα έμπλεκε τα πόδια της με τα δικά του. Το στέρνο του δε θα ακουμπούσε το στήθος της και ο ανδρισμός του δε θα γνώριζε το εσωτερικό της, φιλόξενο και ζεστό να τον δέχεται. Δε θα έβλεπε το πρόσωπο της κόκκινο από την έξαψη, το σώμα της ιδρωμένο και παραδομένο στο χορό της απόλαυσης, τις φλέβες στο λαιμό της να πετάγονται από την ένταση. Δε θα άκουγε τη φωνή της να του ψιθυρίζει με λαγνεία πόσο τον θέλει. Δε θα ένιωθε ποτέ την ανάσα της στο πρόσωπό του και τις συσπάσεις των μυών από το αποκορύφωμα της.
Σηκώθηκε από την καρέκλα, έκανε μερικά βήματα και μπήκε στο σπίτι. Κρεμόταν στο διάδρομο ένας μικρός καθρέφτης, κοίταξε το πρόσωπό του. Τα μαλλιά του γκρίζα και σε κάποια σημεία ολόλευκα. Το δέρμα του θαμπό, με έντονες γραμμές στο μέτωπο και γύρω από το στόμα. Του φάνηκαν βαθιές χαρακιές, σημάδια των χρόνων που πέρασαν. Χειρότερες όμως ήταν οι χαρακιές που είχε μέσα του, γιατί ήταν αόρατες. Ήθελε να βρεθεί κάποια να τις απαλύνει, εκείνη… Τα χέρια του γεροντιασμένα! Απελπισία τον κυρίευσε, πώς φαντάστηκε ότι θα μπορούσε να τον κοιτάξει; Τι θα μπορούσε να της προσφέρει; Κι όμως θα μπορούσε πολλά!
Ξαφνικά θόλωσε, έχασε τη λογική του. Θα πήγαινε στο σπίτι της, θα έμπαινε κρυφά από το μπαλκόνι της. Η νύχτα είχε προχωρήσει, κανείς δεν θα τον έβλεπε. Άλλωστε δεν τον ένοιαζε καθόλου. Θα τρύπωνε στο δωμάτιο της, θα έπεφτε πάνω της. Θα την έκανε δική του, με το καλό ή με το ζόρι. Ήθελε να μην είναι τρυφερός, να είναι βίαιος, να την κάνει να υποφέρει. Να της ανταποδώσει όλο τον πόνο που του είχε προκαλέσει. Τον φανταζόταν να της σκίζει τα ρούχα της, στην αρχή να του αντιστέκεται και μετά τον αγκαλιάζει με πάθος.
Και όταν θα έχει εξαντληθεί από την ηδονή, φαντάζεται τα χέρια του να αγκαλιάζουν τον λαιμό της. Κλοιός σφιχτός, να της στερούν ό,τι πολυτιμότερο για την ίδια την ζωή, το οξυγόνο. Έτσι άψυχη, δεν μπορεί πια να τον προκαλέσει, να τον τυραννήσει. Δε θα μπορεί να την έχει κανένας άλλος. Μόνο η ανάμνησή της θα είναι για πάντα δική του. Αισθάνεται λυτρωμένος…
Είναι αποφασισμένος, όλα τώρα είναι ξεκάθαρα. Πρέπει να το κάνει, πρέπει να απαλλαγεί μια για πάντα. Πάλι το «πρέπει» μπροστά του… Την ώρα που πάει να σηκωθεί, να αναμετρηθεί σώμα με σώμα με τις ερινύες του, ένα χέρι ακουμπά τον ώμο του. Μια ζεστασιά απλώνεται στο κορμί του. Οι παλμοί της καρδιάς του πέφτουν. Ηρεμεί και ξεθολώνει. Συνέρχεται και μετανιώνει γι’ αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν έτοιμος να κάνει.
Γυρνά και βλέπει μια άλλη γυναίκα που την ξέρει καλά, φίλη του από χρόνια.
-Περνούσα και είδα ότι δεν κοιμάσαι. Σκέφτηκα να δω τι κάνεις, συγγνώμη για την ώρα…
Μιλούσε αμήχανα, ήθελε να δικαιολογηθεί, ήθελε να κρύψει τον πραγματικό λόγο της επίσκεψής της. Το ενδιαφέρον της. Τι κι αν για αυτόν ήταν απλά μια φίλη…
-Αγόρασα ένα κομπολόι από κεχριμπάρι και σκέφτηκα τώρα που θα κόψεις το κάπνισμα, θα σε βοηθήσει. Ορίστε… Δες το, δεν είναι πανέμορφο;
Μιλούσε δειλά, διστακτικά. Φοβόταν την αντίδραση, την απόρριψη. Όμως το άγγιγμα, η ζεστασιά του, το ενδιαφέρον, το κομπολόι, το ρήμα «πρέπει» που δεν ανέφερε… Η στοργή που είχε το βλέμμα της… Ίσως είναι αργά για το σώμα, για τις επιθυμίες, όμως ποτέ δεν είναι αργά για την ψυχή, ποτέ δεν είναι αργά για τρυφερότητα. Της έδωσε το χέρι του και την προσκάλεσε, ήρεμος πια και λυτρωμένος:
-Έλα, πάμε μέσα, ο καιρός έχει ψυχράνει. Μέσα είναι όλα καλύτερα…!
Προχώρησε στο σπίτι ακολουθώντας την και έκλεισε την πόρτα, δεν μπορούσε να βλέπει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Για να είναι ήρεμος έπρεπε να ξεχάσει… Αυτό τουλάχιστον θα προσπαθούσε!

 

-

γράφει η Νικολίνα Λέκκα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. Βασίλης

    Μια υπέροχη ιστορία γεμάτη από συναίσθημα και ατμόσφαιρα.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!