Select Page

Η ζωή σε δόσεις

Η ζωή σε δόσεις

Τα πάντα πρέπει να περνάνε από το μυαλό μας.
Τίποτα δεν πρέπει να υστερεί σε σκέψη και σε λογική.
Όλα γυρίζουν και μας περιτριγυρίζουν.
Το μόνο που δε θα δεχόταν η Ελπίδα, ήταν ένα και μοναδικό.
Το φώναζε κάθε φορά που απελπιζόταν και την κυρίευε φόβος και απόγνωση.
Δε θέλω, δεν μπορώ να σκέφτομαι τη ζωή μου σε δόσεις.
Δε νιώθω καλά με τον εαυτό μου.

“Μην παραμιλάς καλή μου”, της έλεγα πολύ συχνά τον τελευταίον καιρό.
“Άλλος ή άλλη στη θέση σου θα έδινε τα πάντα, έστω και για ένα λεπτό ή δευτερόλεπτο ζωής, μιας ακόμη ανάσας.
Μην είσαι σε παρακαλώ αχάριστη και κακομαθημένη.”
Φυσικά, αυτό το είχα πει, όχι ότι το πίστευα, απλά για να της τραντάξω για λίγο τα νερά, τα καθησυχασμένα μέχρι τώρα και νηφάλια.
Αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι ο καθένας μας περνάει και ζει το δικό του Γολγοθά, μακριά από τους άλλους, σα μένει μόνος του και κλείνει η πόρτα του καθενός, στο σπίτι του.
“Ναι, το ξέρω γλυκιά μου πολυαγαπημένη Μαργαρίτα, είναι αμαρτία και πρέπει να ευχαριστώ τον Θεούλη για τις μέρες που ήδη μου έχει χαρίσει και φέρομαι αγνόμων απέναντί του.”
“Ακριβώς αυτό θέλω να πω τόσο καιρό φίλη μου.
Ο Θεός ο ίδιος μας χάρισε τη ζωή και ο ίδιος και μόνο ο ίδιος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα πάνω στις ζωές μας.
Όλα αυτά που σκέφτεσαι και περνούν από το μυαλό σου, σε ικετεύω, διώξτα και μόνο θετικές και αισιόδοξες σκέψεις κατάφερε να κυριεύουν μυαλό, καρδιά και την ψυχή σου.
Νομίζω ότι όλη αυτή σου η στάση δηλώνει τις φτωχές απαρνήσεις των θέλω σου και των προσπαθειών σου να τα παραμερίσεις, να τα κοιμήσεις και να ζουν, να αγρυπνούν, να ξαγρυπνούν τα ζοφερά θέλω σου, να μη σ’ αφήνουν σε ησυχία και να παλεύεις με τον ίδιο σου τον εαυτό.”
“Λες καλή μου Μαργαρίτα να μην περνάνε όλες αυτές οι σκέψεις και από το δικό μου μυαλό;
Μα δε θέλω, δεν το αντέχω να βλέπω, να ζω στα μάτια των δικών μου, αυτών που με τίποτα δε θέλω να τους κερνάω το πικρό ποτήρι της ασθένειάς μου, το φαρμάκι και το αδύνατο πισωγύρισμα μιας τυχαίας δήθεν ιάσεως.”

“Καλά,είσαι σοβαρή βρε κούκλα μου;
Η επιστήμη έχει προχωρήσει έτη φωτός μπροστά, κάνει θαύματα και εσύ παλεύεις με το να βλέπεις μόνο δίπλα στη μύτη σου.”
“Άσε ρε Μαργαρίτα, καλύτερα να ’χω το γνώθι σαυτόν, παρά να είμαι αιθεροβάμων.”
“Έχεις απόλυτο δίκιο, μα όλα αυτά είναι ικασίες και τίποτα δεν είναι σίγουρο, μα να ξέρεις πως ο άνθρωπος πρέπει όσο ζει να ελπίζει και να παλεύει να βλέπει τα όνειρά του να πραγματοποιούνται.”
“Δεν αντιλέγω, το πιστεύω ακράδαντα όλο αυτό, αλλά δε βλέπω και κάτι να με κρατάει, από κάπου να κρατηθώ και να ’χω μια αιτία και ένα λόγο να ζήσω, να παλέψω.”
“Μμμ τώρα τι να σου πω;
Αν νομίζεις πως ένας άντρας ή μια γυναίκα αντίστοιχα, είναι ικανός να μας κρατήσει και να δώσει ώθηση στα φτερά μας για να πετάξουμε, όσο και πιο ψηλά μπορούμε, είσαι γελασμένη, λυπάμαι, θα σε απογοητεύσω.”
“Το λες αυτό, μιλάς εκ του ασφαλούς, γιατί έχεις οικογένεια και έχεις ζήσει και γευτεί τις χαρές της ζωής, με τα παιδιά σου, τον άντρα σου.”
“Ίσως να ’ναι κι έτσι Ελπίδα, αλλά και μόνο που ’χεις βρε χαζό τέτοιο όνομα θα έπρεπε να μην τα παρατάς και να ζεις και να αναπνέεις για τη στιγμή που θα ακούσεις το χαρούμενο μαντάτο για το φάρμακο που θα καταπολεμήσει την αρρώστια σου κάποια στιγμή και θα είναι λες και ζήσαμε, έζησες, ένα κακό όνειρο, έναν εφιάλτη, που θα φύγει και δε θα γυρίσει ποτέ ξανά πίσω σε εσένα.”
“Να ’ξερες πόσες φορές δεν το ’χω σκεφτεί, δεν έχω καταστρώσει ακόμα και σχέδια, μα φοβάμαι τόσο πολύ μήπως όλα αποδειχθούν μια φούσκα, που προτιμώ να ζω την πραγματικότητα, το τώρα, χωρίς να έχω ελπίδες, χωρίς να παίρνουν αέρα τα μυαλά μου, ζώντας τη ζοφερή αυτή κατάσταση χωρίς ίχνος της παραμικρής σταγόνας, ελπίδας και αισιοδοξίας.”
“Αα τώρα που το σκέφτηκα, αύριο δεν είναι το ραντεβού σου με το νέο γιατρό που θα σε παρακολουθεί, αφού η παλιά η γιατρός που σε είχε υπό παρακολούθηση έφυγε για να κάνει το Μεταπτυχιακό της στην Ελβετία;”
“Αμάν, φιλενάδα, έχεις απόλυτο δίκαιο, το ξέχασα εντελώς.
Πρέπει να φύγω, να πάω να προετοιμαστώ ψυχολογικά και να πάμε μαζί, έτσι; Στον γιατρουδάκο που κι αυτός θα παλέψει για να με σώσει, να κάνει τα δικά του πειράματα και νέες τομές στον δικό του κλάδο, στο δικό του μερίδιο που θα αποκτήσει στη δική μου όμως ασθένεια, στο δικό μου όμως το κορμί.”
“Έλαα παραπονιάρικη ζουζούνα μου, πάνε στο καλό να συμμαζέψω κι εγώ λίγο το σπίτι και να ’μαι έτοιμη για αύριο, να αντέξω την γκρίνια σου, που δε θα ’ναι και λίγη…”
Κι έτσι έφυγε για το σπίτι της κι εγώ έμεινα μόνη μου με τις σκέψεις μου, τις αληθινές, τις ανησυχητικές, που πλέον δεν ήθελα και δεν έπρεπε να κρύψω από τον ίδιο μου τον εαυτό.
Συμμάζεψα το σπίτι με όσο κουράγιο μου είχε απομείνει και φρόντισα να πάω σχετικά νωρίς για ύπνο, αφού όντως ίσως να ’χαμε δυσάρεστα αποτελέσματα από τις εξετάσεις της φίλης μου, που μακάρι να ήταν οι πιο ευχάριστες που κι εμείς οι ίδιες δε θα το περιμέναμε.
Έτσι, το άλλο πρωί, ήμουν νταν 11.00 στο ιατρείο του νέου θεράποντος ιατρού της φίλης μου, της κολλητούλας μου, αφού με είχε πληροφορήσει από την προηγούμενη συνάντησή μας σχετικά με την οδό που θα το αναζητούσα.
Δε χάσαμε καιρό, χτυπήσαμε την πόρτα και ως διά μαγείας, εμφανίστηκε το ωραιότερο χαμόγελο να πω, ένας άγγελος να πω, το μόνο σίγουρο ήταν, ένα.
Αυτός ο γιατρός ήταν ο θεόσταλτος φύλακας άγγελός της, μα κυρίως ο γλυκύτερος θεόπεμπτος μαντατοφόρος ζωής και αναγέννησης.
“Ελάτε, περάστε, μην στέκεστε στην πόρτα.”
Και οι δυο είχαμε κοκαλώσει από τη γλυκύτητα που εξέπεμπε εκείνο το πρόσωπο, η χροιά της φωνής του, τι να πρωτοσκεφτώ.
Τα πάντα λες και ήταν φτιαγμένα με αρμονία, καλοσύνη, μα κυρίως με σκεπτικισμό και διορατικότητα.
Πρόλαβα να πω μόνο: “Μα καλά, γιατί τέτοια χαρά και τέτοιο ξαφνικό χαμόγελο;”, αφού η Ελπίδα έμεινε σαν τον μαρμαρωμένο έρωτα, το αγγελούδι που λαβώνει τις καρδιές μας κι άλλοτε ρίχνει έναν κεραυνό και καταλαμβάνει όλο μας το είναι.
Αυτό έπαθε και η Ελπίδα, όπως μου εξομολογήθηκε αμέσως μετά την επιστροφή μας, όχι φυσικά στο σπίτι, αλλά πού αλλού; Σε ένα τεράστιο πάρκο, που σαν παιδούλες τρέχαμε, γυρίζαμε ολούθε, αδιαφορώντας για τους άλλους, αν μας έβλεπαν, αν μας σχολίαζαν.
Είχε πει, μονοκοπανιά, χωρίς να πει άλλη λέξη:
“Τέρμα η ζωή σε δόσεις, αγαπητή μου.
Βρέθηκε το φάρμακο για την πάθησή σου, την ασθένειά σου.
Πριν λίγες μέρες επέστρεψα από το κέντρο αποκατάστασης, όπου είμαι ιδρυτικό και ιατρικό μέλος.”
Παγώσαμε όλοι μεμιάς.
“Ναι, αλήθεια λέω. Ιδού και η απόδειξη.”

Μας έφερε μπροστά μας τη διατριβή του, την μεταπτυχιακή του εργασία και φυσικά την αποδοχή ολόκληρης φαρμακοβιομηχανίας, ότι όντως είχε εφεύρει ο Έλληνας επιστήμονας το πολυπόθητο σκεύασμα.
Από την τρελή χαρά της η Ελπίδα μας, αυθόρμητα και χωρίς να το σκεφτεί, ρίχτηκε στην αγκαλιά του σωτήρα της και μετέπειτα όντως φύλακα άγγελού της, αφού το βελάκι του θεούλη Έρωτα είχε κάνει για τα καλά τη δουλειά του, τους στόχευσε εύστοχα, και από τότε δε χάνει λεπτό η φιλεναδίτσα μου να μην απολαμβάνει τη ζεστασιά και τη θαλπωρή, την ηρεμία και τη γαλήνη που της χαρίζει η δική του και μόνο αγκαλιά, του Σωτήρη της… Του σωτήρα της.

-

γράφει η Άννα Ζανιδάκη

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Γεννημένη μια ζεστή μέρα του Δεκέμβρη είκοσι χρόνια πριν, ψάχνει πάντα τη ζέστη στο κρύο και το κρύο στη ζέστη. Διαβάζει μετά μανίας. Τα πρωινά τραγουδάει και τα βράδια κοιτάει τ' αστέρια. Λειτουργεί με μουσική, καφεΐνη, λέξεις κι όνειρα.

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!