«Η καρδιά που γυρίζει» του Ντόναλ Ράιαν

8.09.2020

σχόλια

«Η καρδιά που γυρίζει» του Ντόναλ Ράιαν και οι ομιλούσες καρδιές

Εκδόσεις Παράξενες Μέρες

γράφει η Αλεξάνδρα Παυλίδη

Διαβάζοντας το βιβλίο “Η καρδιά που γυρίζει” του Ντόναλ Ράιαν το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, σε επιμέλεια και μετάφραση του Γρηγόρη Παπαδογιάννη και εξώφυλλο της Ανδριάνας Μίνου από την σειρά Παράξενες Μέρες στην Ευρώπη-1, έχει κανείς την αίσθηση ότι μεταμορφώνεται σε κάποιου είδους εξομολογητή ή ακόμα αυτόπτη μάρτυρα σε ιδιωτικά- προσωπικά “εγκλήματα”. Το περίεργο βέβαια είναι ότι ενώ πρόκειται για ιστορίες ανθρώπων “καταγεγραμμένες” με το πιο ωμό και ρεαλιστικό αφηγητικό ύφος είναι μάλλον απίθανο να καταδικάσει ο αναγνώστης τον εκάστοτε εξομολογούμενο. Διαφορετικοί άνθρωποι σου ανοίγουν την καρδιά τους και μέσα από έναν μονόλογο όπου κρίνουν οι ίδιοι τον εαυτό τους, αυτοσαρκάζονται, παραδέχονται τα λάθη τους ενώ παράλληλα αποδέχονται τον εαυτό τους όπως είναι-κάτι το οποίο αποτελεί μια τρομαχτικού βάρους απόφαση που την παίρνει κάποιος όταν είναι εξαιρετικά συνειδητοποιημένος ή ετοιμοθάνατος- προσδίδουν στις ιστορίες αυτές την αίσθηση της ψυχοθεραπείας. Εδώ λοιπόν ο αναγνώστης δύναται να είναι και ο ψυχοθεραπευτής. Δεν μπορεί να πει πολλά, πρέπει να ακούσει υπομονετικά έως το τέλος την ιστορία αλλά μπορεί να σκεφτεί ότι θέλει.

Φυσικά δεν πρόκειται για ανεξάρτητες ιστορίες αλλά συνδεδεμένες μεταξύ τους υποθέσεις οι οποίες από έναν συνδετικό κρίκο που ονομάζεται “παγκόσμια οικονομική ύφεση” φτάνει με περίτεχνο τρόπο και χωρίς να το καταλάβεις στην προσωπική, την κρίση της ανθρώπινης υπόστασης. Αυτό το γεγονός ωστόσο, ακολουθεί πιστά τη θεώρηση που θέλει την πολιτική να μην αποτελεί ξένο σώμα στον κοινωνικό ιστό αλλά αντίθετα, ο αντίκτυπος να είναι άμεσος και δυνατός σε κάθε πολίτη ξεχωριστά.

Για αυτή την οικονομική ύφεση λοιπόν πολύς λόγος έχει γίνει και περισσότερες ακόμα στατιστικές και οικονομικές αναλύσεις έχουν οδηγήσει σε συμπεράσματα για τις αιτίες, τους λόγους και τα μέτρα τα οποία πάρθηκαν αλλά και συνεχίζουν, μέχρι τώρα, να εξετάζονται έτσι ώστε να γίνουν οι οικονομίες βιώσιμες. Η πραγματικότητα όμως των απλών ανθρώπων, οι οποίοι είναι πια τα αληθινά θύματα της κρίσης και που καλούνται να ζήσουν μέσα σε εκείνη, απέχει πολύ από τον χαρακτηρισμό ως “βιώσιμη”. Κράτη και πολίτες κατηγορήθηκαν με μεγάλη ευκολία μέσω των κοινωνικοπολιτικών αναλύσεων για τις λάθος αποφάσεις τους, κάποιες χώρες μεταμορφώθηκαν σε αυστηρούς “δασκάλους” και απηυδισμένους “κηδεμόνες” που πρέπει να συμμορφώσουν άτακτα, ανυπάκουα, ανεύθυνα “παιδιά”. Οι αριθμοί λοιπόν, έδωσαν την τελεσίδικη απόφαση για τον χαρακτηρισμό και την αντιμετώπιση αρκετών ευρωπαϊκών χωρών ως αδύναμοι οικονομικά και ως απόρροια και πολιτικά.

Ίσως είναι η ώρα να δούμε την οπτική των συγγραφέων επί του θέματος και το έργο του Ντόναλ Ράιαν δίνει μια πλευρά -όχι διαφορετική από αυτή την οποία αρκετοί αναγνωρίζουμε ως πραγματικότητα- αλλά συνιστά μια κάποιου είδους τεκμηρίωση μέσω της λογοτεχνίας, εξετάζοντας το θέμα έξω από την οικονομική “ιστορικότητά” του και περισσότερο από την ανθρωπιστική του θεώρηση. Αυτή άλλωστε είναι η ουσία, η πολιτική, η οικονομία, η κοινωνιολογία είναι επιστήμες οι οποίες προκύπτουν από τον ανθρώπινο παράγοντα και απευθύνονται σε αυτόν επίσης, σε μια απρόσκοπτη αμφίδρομη σχέση.

Σαράντα επτά απορρίψεις του βιβλίου του Ράιαν “Η καρδιά που γυρνάει” από εκδοτικούς οίκους δεν ήταν αρκετές για να ανακόψουν την πορεία του όχι μόνο προς το βραβείο του Βιβλίου της Χρονιάς στα Irish Book Awards (ταυτόχρονα με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, την παρουσία του στην μικρή λίστα του Man Booker Prize και το Λογοτεχνικό βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά προς την καρδιά των αναγνωστών παρουσιάζοντας την “άλλη πλευρά του νομίσματος”.

Τρεις ερωτήσεις στον συγγραφέα

Κάθε ξεχωριστή ιστορία στο βιβλίο σας μοιάζει με εξομολόγηση του ήρωα και ο αναγνώστης μπαίνει στη θέση ενός εξομολογητή ή ενός πολύ καλού φίλου. Αν και με την πρώτη ματιά κάποια λάθη που κάνουμε όλοι μερικές φορές στη ζωή μας μπορεί να φαίνονται στους άλλους ασυγχώρητα και απαράδεκτα αυτό αλλάζει όσο προχωράμε πιο βαθιά μέσα στην ψυχή κάποιου. Σε ποιο βαθμό υπάρχει συνειδητά αυτή η κατεύθυνση της αυτο-αποδοχής στο βιβλίο σας;

Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί πολύ ως συγγραφέα: το πλήθος των επιρροών που έχουμε υποστεί κατά τη διαμόρφωση της εικόνας του εαυτού μας. Έχουμε όλοι μια γενετική προδιάθεση να λειτουργούμε με συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς και ψυχολογικές καταστάσεις. Τον λευκό καμβά του κάθε ανθρώπινου χαρακτήρα χρωματίζουν ακατάστατα οι εμπειρίες μας, οι επιπτώσεις του περιβάλλοντός γύρω μας, οι πράξεις που κάνουμε και αυτά που θα υποστούμε από τους άλλους. Κανείς δεν περνάει από τη ζωή άθικτος ή ανεπηρέαστος. Είναι τρομερά δύσκολο να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας ή να συμφιλιωθούμε με αυτόν ή να βρούμε τη γαλήνη. Η αυτο-αποδοχή είναι μια πολύ καθοριστική αν και, θα τολμούσα να πω, σπάνια, κατάσταση της ύπαρξης μας. Κάθε ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου υποβάλλεται σε ένα είδος ελέγχου του εαυτού του και της ζωής του, προσπαθώντας απεγνωσμένα να συμφιλιώσει το παρελθόν με το βασανιστικό παρόν του, και αυτή η αυτοανάλυση γίνεται το πρίσμα μέσα από το οποίο ξετυλίγονται οι ιστορίες τους.

 

Η οικονομική ύφεση είναι ο συνδετικός ιστός μεταξύ όλων των ιστοριών του βιβλίου. Γνωρίζω από το βιογραφικό σας ότι έχετε εργαστεί σε μια δημόσια υπηρεσία για τα δικαιώματα των εργαζομένων. Πόσο σας βοήθησε αυτή η εμπειρία να αποκτήσετε την γνώση σχετικά με το θέμα όπως αποτυπώνεται στις σελίδες του;

Νομίζω ότι είχα μια εξαιρετικά χρήσιμη θέση για να μπορώ να παρακολουθήσω την τρομερή πτώση της καταστροφικής οικονομικής μας κατάρρευσης και της λιτότητας που ακολούθησε. Οι άνθρωποι υποβιβάστηκαν σε απλές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας (αν και πάντα ήταν έτσι) και οι απλοί εργαζόμενοι αναγκάστηκαν να επωμιστούν τα βάρη του χρέους για το οποίο δεν είχαν καμία ευθύνη.

 

Ο αναγνώστης του βιβλίου σας παίρνει την αίσθηση ότι υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις επιστημονικές οικονομικές θεωρίες θεωριών σχετικά με την οικονομική ύφεση και τον πραγματικό κοινωνικό αντίκτυπο στους ανθρώπους. Οι αριθμοί απεικονίζουν την πραγματικότητα;

Οι καπιταλιστές και οι «προγραμματιστές» διασώθηκαν, προστατεύτηκαν, πήραν άφεση αμαρτιών. Δισεκατομμύρια ευρώ χρέους διαγράφτηκαν, ενώ καλοί και αξιοπρεπείς άνθρωποι κυνηγήθηκαν, συχνά μέχρι θανάτου, από τις τράπεζες και τα αρπακτικά των εταιρειών που συνέλεγαν τα χρέη. Άνθρωποι φυλακίστηκαν επειδή δεν είχαν να πληρώσουν τη συνδρομή τους για τα τηλεοπτικά κανάλια. Είπαν στους εργαζόμενους ότι έπρεπε να αποδεχθούν απολύσεις ή μαζικές περικοπές αμοιβών. Οι πλούσιοι, οι πολιτικοί και οι τραπεζίτες μας είπαν ξανά και ξανά ότι όλοι μας είχαμε ξοδέψει υπερβολικά και ότι η «αγορά» απαιτούσε ορισμένες αναπροσαρμογές. Η «αγορά» ήταν πάντα μπροστά από τους ανθρώπους σε αυτό το μέρος του κόσμου. Οι κυβερνήσεις μας εμπιστεύονται την «αγορά» για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης και στέγασης και εκπαίδευσης και για όλα τα απαραίτητα για την επιβίωση και για μια αξιοπρεπή ζωή. Προσωπικά, δεν θα εμπιστευόμουν τη ν «αγορά» ούτε για να βάλω αέρα στα λάστιχα του ποδηλάτου μου.

Donal Ryan’s “Spinning Heart” and the talking hearts

Strange Days Books

While reading Donal Ryan’s novel “The Spinning Heart” (published by Strange Days Books, translated and edited by Gregory Papadoyiannis as part of the Strange Days in Europe book series) one feels like they are being transformed into some sort of confessor or perhaps an eye-witness to private/personal “crimes”. However, even though this is a book filled with the stories of people that are written down in an utterly raw and realistic narrative tone, it is rather unlikely for the reader to “condemn” all the confessants in the book. Several different people open their hearts in monologues of self-reflection, self-sarcasm, admission of their mistakes and self-acceptance – a rather grave decision one tends to take only when they are exceptionally self-aware or on their deathbed – giving these stories a psychoanalytical dimension. The reader may also assume the role of a psychoanalyst here; they can’t say much, they must listen to the stories patiently all the way to the end, but they are free to think whatever they like of them.

Of course the stories are not independent; they are all connected through the link of “global economic crisis”, intricately and subtly expanding to a personal kind of crisis, the crisis of human nature. This clearly illustrates the notion of politics not being a foreign body within society, but, rather, something whose impact on each citizen is immediate and powerful. There has been a lot of talk about this economic recession, while even more statistics and financial analyses have reached conclusions about its causes, reasons and the measures taken (and are still being taken) for economies to become viable. But the reality of common people, who have become the real victims of the crisis and who are expected to live with it, is miles away from being “viable”. States and citizens have been conveniently accused of their wrong decisions through sociopolitical analyses, some countries turned into strict “teachers” and fed up “guardians” who must discipline naughty, disobedient, irresponsible “children”. Numbers took the final decision of defining and dealing with several European countries as financially – and therefore politically – weak.

Perhaps it’s time to look at the perspective of writers on this matter and Donal Ryan’s work offers a point of view that is not very different to what many of us recognize as our reality, while it also constitutes an affirmation that is literary and humanitarian, rather than merely socio-historical. After all, this is what matters; politics, economics, sociology are sciences stemming from and addressed to the human factor in a bilateral relationship.

Fourty-seven rejections of Donal Ryan’s “Spinning Heart” by publishers were not enough to get in his way to the Irish Book of the Year Award, the Guardian’s debut writer of the Year Award, the Man Booker Prize shortlist, the European Union Prize for Literature but also to the readers’ hearts because of his unique presentation of “the other side of the coin”.

Three questions to the author

Each story seems like a confession and the reader literally comes to the position of the confessor or that of a best friend. Although the mistakes we all do sometimes in our life may seem to others unforgivable and “convicting” at first glance, this does not happen when we move further towards one’s soul. To what point self acceptance works to this direction based on the stories of your book?

This is something that preoccupies me as a writer: the multitude of influences we’re subjected to when forming our self-images. We’re all predisposed by genetics to certain behavior patterns and psychological states – the blank canvas of our humanity onto which is daubed our experiences, the effects of our environments, what we do and what is done to us. No one gets through life unscathed or unsullied; It can be terribly hard to forgive ourselves or to come to terms with ourselves or to find peace. Self-acceptance is a powerful and, I would venture, rare, state of being. Each of the characters in the book is undergoing a kind of audit of themselves and their lives, desperately trying to reconcile their pasts with their tormented presents, and this self-examination is the prism through which their stories unfold.

Economic recession is the interface between all stories of the book. How did your experience, while having worked for the worker’s rights in the past, helped to gain an insight that is expressed in the book?

I think I was extremely well-positioned to witness the terrible fallout of our calamitous economic implosion and subsequent austerity. People were reduced to units of economic activity (as we always have been) and ordinary working people were forced to shoulder burdens of debt that they had nothing to do with.

Having read the book, someone gets the feeling that there is a remarkable distance between scientific economic theories concerning the economic recession and real social impact on people. Are numbers indicative of actual situations?

I think I was extremely well-positioned to witness the terrible fallout of our calamitous economic implosion and subsequent austerity. People were reduced to units of economic activity (as we always have been) and ordinary working people were forced to shoulder burdens of debt that they had nothing to do with. Capitalists and ‘developers’ were bailed out, protected, forgiven; billions of euros of debt was written off, while good decent people were hounded, often to death, by banks and vulture funds and debt collectors. People were imprisoned for failing to pay for television licenses. Workers were told that they had to accept layoffs or massive pay cuts; we were told over and over again by wealthy politicians and bankers that we were all overpaid and that ‘the market’ demanded certain readjustments. ‘The market’ has always been put before people in this part of the world. Our governments trust ‘the market’ to provide healthcare and housing and education and all the things necessary for survival, and for a decent life. Personally, I wouldn’t trust ‘the market’ to put air in the tyres of my bicycle.

 

 

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Ομάδα σύνταξης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου