Η Ελένη κρατούσε αγκαλιά ένα μεγάλο καλάθι από ποτά. Είχε μέσα δύο κλασσικά εικονογραφημένα. Ένα βιβλίο παραμυθιών. Πάνω αράδιασε κούκλες και τζουτζέδες. Τελευταία έβαλε την κούκλα με φόρεμα από φτερά παγωνιού. Την Παγώνα. Την έγερνες πίσω έσκαζε στα γέλια. Γελούσε γάργαρα εκείνη, γελούσε και η Ελένη. Δεν την έγερνε μπροστά. Ποτέ. Γιατί έκλαιγε. Δεν της άρεσε.

Στεκόταν στο κατώφλι δίπλα στις τελευταίες βαλίτσες. Η γιαγιά καθόταν στο πεζοδρόμιο. Ακουμπούσε το κεφάλι στο μπαστούνι. Δάκρυα έτρεχαν στην ποδιά της. Θα ερχόταν το ταξί. Έφευγαν από την Πόλη για πάντα. Χαιρόταν. Αδημονούσε. Και δεν καταλάβαινε γιατί όλοι έκλαιγαν.

Δεν κατάλαβε ούτε γιατί το πρωί ο μπαμπάς της ξύπνησε με άσπρα μαλλάκια. Δεν τον γνώρισε. Έκλαιγε και φώναζε:

-Μπαμπά γιατί έγινες γέρος; Μπαμπάκα μου;

Το ταξί σταμάτησε μπροστά τους. Έβαλαν μέσα τις βαλίτσες. Ο μπαμπάς κλείδωνε. Η μαμά έκατσε πίσω κλαίγοντας σιωπηλά. Δίπλα η γιαγιά. Τελευταία έκανε να μπει η Ελένη. Το καλάθι όμως ήταν μεγάλο. Τα φτερά του παγωνιού εμπόδιζαν. Αναποδογύρισε. Σκόρπισαν οι κούκλες.

Η Παγώνα έπεσε στο πεζοδρόμιο. Κι άρχισε το κλάμα. Τη σήκωσε βιαστικά και την έγειρε πίσω. Αλλά δεν γελούσε. Είχε χαλάσει. Και η κούκλα έκλαιγε ώρες…

 

_

γράφει η Ελένη Κορωνιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!