’Ήταν κάποτε δυὸ ἄνθρωποι

ἀπὸ τὴ χῶρα τῆς ’Αγγλίας

κι ἀνάμεσά τους ἓνας γγελος.

Λέει, λοιπόν, στ᾽ ἀγγλικὰ

ὁ­ ἓνας στὸν ἄλλον ἄνθρωπο ἀπὸ μακριά :

 

Σ γαπ!

‘Ό­σο δν μπορες ν

φανταστες, σ γαπ!”

 

‘Ο­ δεύτερος ἄνθρωπος, ἐπειδὴ

δὲν ἄκουσε καλὰ τί τοῦ εἶπε ὁ

πρῶτος,­ ζήτησε ἀπὸ τὸν γγελο νὰ τοῦ

διερμηνεύσει τὰ λεγόμενά του.

 

‘Ο γγελος τότε τοῦ ἀπαντᾷ: ­

 

“Στὰ γγλικ ἤ στ᾽γγ-ε-λικ

θὰ ἤθελες νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰ

ποὺ σοῦ εἶπε;”

 

Kι ἐκεῖνος ἀνταπαντᾷ:

 

Καλύτερα ν κάνς τ μετάφραση

στ γλσσά σου γγελε, γι λίγο ν

γευτ τ κουσμα τν φθόγγων τς

oράνιας πατρίδας σου.

 

Τότε ὁ γγελος χαμογελῶντας

ἐπαναλαμβάνει στὴ γλῶσσα τὴ δικιά του

τὸ ἀνθρώπινο σ᾽ ἀγαπῶ: ­

 

Δ θ δοκιμάσς ποτ θάνατο.

 

Αὐτὸ σοῦ εἶπε.

 

_

γράφει ο Παναγιώτης Σκοπετέας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!