Στην κόψη του αμύγδαλου, απόγεμα Σαββάτου,

μια δαχτυλήθρα ευκάλυπτο και δυο βελόνες φως,

έραβε και ξανάραβε ο Μάρτης τον ταφτά του:

τη μια τού ‘ρχότανε στενός, την άλλη φαρδουλός.

Στην τελευταία πρόβα του, φώναξε τη σελήνη:

-Πάτα μου, σιόρα1, ένα γαζί. Να σε χαρεί ο Θεός!

-Τη φόδρα ξέχασες, μωρέ! Γι’ αυτό και δε σού κλείνει!

Στάσου να φέρω δύο κουμπιά κι ένα καρούλι φλος2.

Μα, ώσπου να στρώσει το ύφασμα, έπεσε ιός στην πόλη.

Φοβήθηκαν οι άνθρωποι, κατέβασαν ρολά.

Έμειν’ ο Μάρτης άραφτος, κι αλλάξανε οι ρόλοι.

Και τ’ άστρα του ισημερινού κατάντησαν θολά.

Πήξαν λουστρίνια οι ουρανοί, ταγγίσαν τα λιμάνια.

Μείναν τα πάρκα αφίλητα, γάτες κλωθογυρνούν.

Χάρτινα πεζοδρόμια, μπαλκόνια με γεράνια

κάποτε λέγαν ένα γειά -και τώρα προσπερνούν.

Μα, είν’ άνθι3  και κληματόφυλλο, του ανθρώπου η κάθε ανάσα!

Όπου και να κλειστεί στη γης, χυμούς μοσκοβολεί4.

Μαστιχωτές καμέλιες κι ολόδροσα κεράσα

πάντοτε -απ’ το φεγγίτη του- θε’ να μπορεί να ιδεί!

 

_

γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη

 

_____

  1. σιόρα (επτανησιακό ιδίωμα): κυρία
  2. φλος: είδος κλωστής
  3. άνθι: το άνθος, το λουλούδι
  4. Όπου και να κλειστεί στη γης, χυμούς μοσκοβολεί: Η φράση αυτή, αλλά και οι δύο επόμενες, αναφέρονται στον ίδιο τον άνθρωπο και στην ικανότητά του να βλέπει την ελπίδα και το φως για ένα καλύτερο αύριο -παρά τις όποιες δυσκολίες.