Η Πόλη μου δεν έχει παράθυρα
μόνο σιδερένιες,
ξύλινες πόρτες,
στόματα διπλά κλειδωμένα,
μονόφθαλμα που κρυφά σε κοιτούν...

Μια πόρτα απλώνει το κρύο χέρι
μπροστά μου αμίλητη στέκεται η άλλη.
Σφραγισμένα τα χειλάκια της
από το φόβο, τρίζουν τρεμάμενα τα φύλα,
τα δόντια τους σφιγμένα τα κρατούν οι άλλες.

Στο στήθος μιας πόρτας ακουμπώ το κεφάλι μου.
Ψηλαφίζω το δέρμα της:
Ρυτίδες παντού, άσπρες ρίζες
και λάθη,
και χτυπήματα
στα πόδια της πόρτας κλοτσιές ανθρώπου
κάπου πιο πάνω γροθιές παιδιού
σημάδι του χρόνου είναι το δάκρυ
το χαμόγελο πνίγεται μες στις λακκούβες τους.

Κάπου σκοντάψαμε φίλε μου...
Σηκωθείτε η ιστορία αιμορραγεί!
Υψώνονται οι τοίχοι του Καβάφη.  
Από τα παράθυρα χάνεται το φως του Διογένη,
το ποτάμι με γυναικόπαιδα τις πλατείες γεμίζει,
χιλιάδες άλογα βγαίνουν από την πεσμένη καγκελόπορτα του Ρίτσου
-Σταματήστε τον μικρό πλανήτη να γυρίζει!
Θέλω να κατέβω!

Πίσω από τις πόρτες τα λουλούδια με σταματούν.
Σκαρφαλώνουν στις πόρτες με τις μπούκλες τους
να προλάβουν, βγαίνουν έξω φορώντας τα αρώματά τους…
Οι καμπανούλες χτυπάνε για έκτακτη ανάγκη.
-Πρόσεχε μού φωνάζει η μπιγκόνια μες στη γλάστρα της
το κόκκινο τριαντάφυλλο, το γαρύφαλλο,
κάτω από τα πόδια στους δρόμους αιμορραγούν,
ο ευκάλυπτος για προστασία ανοίγει τα κλαδιά του,
ο νάρκισσος κατεβαίνει στην ακρογιαλιά
παρηγορεί με τη στοργή του τους ανθρώπους
φυτρώνει στη θάλασσα και η Πνοή του παιδιού.

Οι μανόλιες επιμονή από την δικιά τους χαρίζουν,
η μέντα ζεσταίνει τα κορμιά του κόσμου
πικροδάφνη γεύομαι στα σμυρνιώτικα
το δενδρολίβανο θυμίζει αρμένικα!

Λυγίζει η δρυς,
η ελιά στην αυλή βουρκώνει,
η καγκελόπορτα λιώνει,
πέφτουν οι μεντεσέδες!
Η πόρτα ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά της
η Βαλεριάνα μάς υποδέχεται μες στο ποτήρι
η Λουΐζα την ευαισθησία της δηλώνει.
Τα λουλούδια μες στην καρδιά μιας Πόρτας
το ένα πιο όμορφο από το άλλο
δίχως λέξεις μού μιλούν αλλιώτικα.
Πέρα ανοίγουν τις καρδιές οι Πόρτες.
Χαιρετούν,
μας αποδέχονται!
Αγκαλιαζόμαστε!

 

_

γράφει η Teuta Sadiku

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!