Select Page

Η χαμοκέλα

Η χαμοκέλα

 

Διαβάστε τα προηγούμενα μέρη της ιστορίας πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο κι έκτο.

 

- Σιγά ρε μάστορα, μην κάνεις θόρυβο θα φύγει κανένα δοκάρι από την χαμοκέλα και θα μας έρθει στο δόξα πατρί.

- Φυλάξου και βάλε κράνος.

- Ναι να έρθει κανένας πελάτης και να με βρει με το κράνος να γίνω ρόμπα.

- Άμα φοβάσαι, να βάλεις πασουμάκια όταν έρχεσαι στη χαμοκέλα. Να σου πάρουμε και ένα ζευγάρι γάντια να μην σκονιστούν τα ζαχαροκαμωμένα σου χεράκια.

- Σιγά μην βάλω και φούστα κλαρωτή για να έρθω, ρε Λιάκο

- Ε τότε, παρ’ αλλιώς και τράβα να βγάλουμε τον προφυλακτήρα γιατί ξημερώσαμε. Έλα με το τρία και προσεκτικά, πάααμεεε!

Ήταν τους πρώτους μήνες που είχε απολυθεί από φαντάρος και ήταν στα μέλια με την κυρία Γιούλα, όταν του καρφώθηκε η ιδέα να ανοίξει δικό του μαγαζί.

Να δουλεύω όσο θέλω και να κάνω τα κουμάντα μου, σκεφτόταν. Να έχω το κεφάλι μου ήσυχο και να δουλεύω με τους δικούς μου ρυθμούς. Όχι πως το μαγαζί και ο μάστορας του κακόπεφταν. Ίσα – ίσα, αλλά να, να μην φτιάξουμε και κάτι δικό μας ρε παιδί μου.

Πρώτα το κουβέντιασε με την κυρία Γιούλα.

- Το σκέφτομαι, της είπε, το σκέφτομαι σοβαρά να φύγω από το μεροκάματο. Να φτιάξω ένα δικό μου μαγαζί, και να επισκευάζω μόνο σαπάκια και σακαράκες. Με τα καινούργια δεν μου πάει. Όλα έτοιμα είναι. Βγάζεις το παλιό, βάζεις το καινούργιο και αυτό είναι όλο. Εγώ θέλω να δουλεύω και να σκέφτομαι, τα χέρια μου να είναι η προέκταση του μυαλού μου. Δεν τα μπορώ τα ετοιματζίδικα και τα εύκολα.

- Άμα είναι έτσι Λιάκο μου, προχώρα. Μην σε νοιάζει, είμαι και εγώ εδώ. Έχω και κάτι οικονομίες, να βάλουμε και τα δικά σου να πάρεις τα εργαλεία και προχωράμε. Έτσι κι αλλιώς τα χέρια σου χρυσάφι βγάζουν, όχι ότι πολυσκαμπάζω από αυτοκίνητα αλλά ακούω καμιά φορά τις πελάτισσες στο μαγαζί όταν έρχονται για πρόβα και συζητάνε. Μας το έφτιαξαν τέλειο το αυτοκίνητο η μία, έχουν έναν μάστορα που φτιάχνει αγγέλους η άλλη, είναι και μικρός ξαναλέει η πρώτη. Να το κάνεις Λιάκο μου, να το κάνεις και εγώ μαζί σου. Αργότερα αν οι δουλειές σου πάνε καλά, παίρνουμε και δύο ραπτομηχανές να ράβω κανένα φόρεμα στην γειτονιά να συμπληρώνω και εγώ.

- Καλά τα λες κυρία Γιούλα, αύριο θα μιλήσω στο μάστορα. Αλλά για τις οικονομίες σου ούτε που να το συζητάς. Άστα να βρίσκονται για την κακιά την ώρα. Να μην με έχεις και εμένα ανάγκη. Άμα θέλεις πάρε τις μηχανές σου και στρώσου στην δουλειά από τώρα. Μέχρι να γίνει η χαμοκέλα μαγαζί έχουμε χρόνο.

Την άλλη μέρα δεν άφησε τον χρόνο του να πάει χαμένος.

- Μάστορα το μεσημέρι θέλω να μιλήσουμε, του είπε.

- Τι είναι ρε Λιάκο, συμβαίνει κάτι σοβαρό;

- Όχι ρε μάστορα, θα σου πω το μεσημέρι, μην ανησυχείς.

- Σκέφτομαι μάστορα να ανοίξω μαγαζί. Δεν λέω πως είναι άσχημα κοντά σου. Ψωμάκι έχω φάει όλα τα χρόνια, τη δουλειά μου την έμαθες και σου χρωστάω πολλά, αλλά λέω να κάνω το βήμα. Θα το στήσω στην χαμοκέλα …

- Το ζύγισες καλά ρε ψηλέ; Έχει πίκρες και ευθύνες το μαγαζί. Άσε που δύο μαγαζιά στην ίδια γειτονιά είναι πολλά, δε νομίζεις;

- Όχι ρε μάστορα, δεν με κατάλαβες. Αλλά δεν φταις κι εσύ, εγώ δεν σου είπα. Θα επισκευάζω μόνο τα σαπάκια και τις σακαράκες του παλιού καιρού. Δεν θέλω να μπλέξουμε τα μπούτια μας και να πεινάμε και οι δύο στο τέλος. Ύστερα με τα καινούργια εγώ βγάζω σπυριά, δεν τα μπορώ. Εντάξει να βοηθήσουμε κανένα χριστιανό να φτιάξει το αμάξι του που το έκανε βίδες ο γιος του, αλλά δεν τα μπορώ εγώ αυτά. Εμένα δωσ’ μου χρέπια. Τέτοια θέλω να επισκευάζω. Τέτοια που θέλουνε μυαλό και δουλειά μαέστρικη, όχι κονσέρβες.

- Λιάκο είναι δύσκολο. Σε ευχαριστώ που ξηγιέσαι ντόμπρα και σταράτα, που με λογαριάζεις και δεν θέλεις να μου μπεις σφήνα στην δουλειά, αλλά είναι δύσκολο λεβεντιά μου. Για τις υποχρεώσεις που έχει ένα μαγαζί δεν σου τα λέω τα ξέρεις καλύτερα και από εμένα. Με τα ανταλλακτικά τι θα κάνεις ρε;

Άμα το αμάξι έχει καβαλήσει τη δεκαετία, αρχίζουν να λείπουν ανταλλακτικά για την επισκευή. Τα ψάχνεις με το φανάρι και δεν τα βρίσκεις. Άσε που οι περισσότεροι ιδιοκτήτες δεν τα καταλαβαίνουν αυτά. Το χρέπι τους θέλουν να φτιάξουν και δεν νοιάζονται ποσώς για το πώς και το γιατί. Νομίζουν πως το σαπάκι είναι λιμουζίνα και θέλουν να το δουν όπως ήταν όταν το πρωτοαγόρασαν. Ρε ξανανιώνει ο γέρος; Ένεση βοϊδόζουμο να του κάνεις, χαΐρι δεν βλέπει. Που πας ρε τρελέ να μπλέξεις.

- Μάστορά μου τα ξέρω αυτά, αλλά να που είμαι κολλημένος από τότε που έφτιαξα την χαρχάλω του μπακάλη και δεν ξεκολλάω με τίποτα. Άμα δω και αποειδώ μην σκας, ξέρω τι θα κάνω. Μεροκάματο ξανά στο μάστορα και φούρνος μην καπνίσει, εκτός αν δεν με θέλει ο μάστορας.

- Άντε ρε από κει, ο μάστορας πάντα θα σε θέλει και μην ξανακούσω παπαριές.

Η χαμοκέλα γρήγορα με πολύ προσωπική δουλειά του Λιάκου και της κυρίας Γιούλας, από ένα εγκαταλειμμένο βρώμικο χώρο, μετατράπηκε σε μαγαζί κατάλληλο να χωράει δύο μεγάλα αυτοκίνητα. Οι παλιοί χωμάτινοι τοίχοι σοβατίστηκαν από την αρχή, τα ηλεκτρικά και τα υδραυλικά αποκαταστάθηκαν, το μισοκατεστραμμένο μωσαϊκό παλιάς εποχής επισκευάστηκε, οι τζαμαρίες αντικαταστάθηκαν. Έφεξε ο τόπος μετά από πολλές πολλές ώρες και μέρες δουλειάς. Απογεύματα συνήθως γιατί δεν ήθελαν να χάνουν και τα πρωινά μεροκάματα. Τα πάντα μπήκαν στην θέση τους. Ο πάγκος, τα εργαλεία (τα απαραίτητα στην αρχή), τα κουτιά για τις βίδες. Χειρουργείο το ήθελε ο μαστρο Λιάκος το μαγαζί του. Να ξέρει που είναι το κάθε τι χωρίς να χάνει χρόνο να το βρει. Το μεράκι του για αυτό που έκανε και η αγάπη του για την δουλειά του, τον έκαναν απαιτητικό κυρίως από τον εαυτό του. Αλλά τον ακολουθούσε και η Γιούλα στα σχέδια και τις επιθυμίες του. Δεν του έμπαινε εμπόδιο γιατί καταλάβαινε πως στο μυαλό του ήταν όλα σχηματισμένα σαν ζωγραφικός πίνακας που παρεμβάσεις δεν σήκωνε. Απλά εκτελούσε ότι της έλεγε και του συμπαραστεκόταν πότε με ένα καφέ, κάτι για να τσιμπήσει και να κάνει ένα διάλειμμα για να ξεκουραστεί. Γι αυτό η τελική εικόνα που πήρε η χαμοκέλα δημιουργούσε ένα ευχάριστο συναίσθημα σε όποιον έμπαινε μέσα. Πέταγε ο σεβασμός και η κατανόηση στην ατμόσφαιρα και την γλύκαινε.

Τα κατάφεραν, έφεραν σε λογαριασμό το χάος και ετοίμασαν το μαγαζί όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Τα διαδικαστικά τα ανέλαβε όλα ένας φίλος από τα παλιά που είχε σπουδάσει λογιστής, έτσι σαν δώρο για το καινούργιο τους ξεκίνημα.

Εγκαίνια και πολυτέλειες δεν υπήρξαν. Μόνο ένας καλός μεζές από τα χεράκια της Γιούλας, ένα ουζάκι με τον μάστορα, τον καλό φίλο του Λιάκου τον Μανώλη με την γυναίκα του και τον Παπά Νίκο που ήρθε να διαβάσει δυο αράδες Ευαγγέλιο έτσι για το καλό. Όλα τα άλλα ήταν και τα θεωρούσε περιττά ο Λιάκος. Δεν είχε μάθει στην χλιδή και την επίδειξη. Τα απέφευγε κιόλας γιατί δεν τα μπορούσε.

- Καλημέρα, είστε ο κύριος Ηλίας;

- Καλημέρα σας, μάλλον ο Λιάκος θέλετε να πείτε.

- Τι να σου πω παιδί μου, τον Λιάκο μου είπαν να ζητήσω και είπα να το κάνω πιο επίσημο. Λιάκος σκέφτηκα θα είναι το όνομα που τον φωνάζουν φίλοι και γνωστοί.

- Όλοι Λιάκο με φωνάζουν.

- Α καλά τότε Λιάκο. Είμαι ο μπαντζανάκης του Κώστα του μπακάλη. Έχουμε παντρευτεί δύο αδερφές.

- Μάλιστα, τι κάνει ο κυρ Κώστας; Έχω καιρό να τον δω. Έμπλεξα με το μαγαζί και έχω καιρό να περάσω από εκεί.

- Καλά είναι, καλά. Μεγαλώσαμε Λιάκο, πέρασαν τα χρόνια.

- Εντάξει μια χαρά είστε. Καλοστεκούμενος και κοτσονάτος που λένε. Μην τα λέτε αυτά.

- Άκου που σου λέω παιδί μου. Μεγαλώσαμε. Να εγώ μόλις πήρα την σύνταξή μου από την υπηρεσία και τώρα κάθομαι και μετράω τις ώρες που δεν περνάνε εύκολα. Φύγανε και τα παιδιά στα σπίτια τους. Μείναμε δυο κούτσουρα με την κυρά μου.

- Και ποιος καλός άνεμος σας έφερε από δω κύριε...

- Γιώργος.

- Κύριε Γιώργο λοιπόν.

- Είδα το αυτοκίνητο του Κώστα και έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Έχεις κάνει τέλεια δουλειά. Μου άρεσε πολύ και με παρακίνησε να φτιάξω και εγώ το δικό μου. Έχω ένα ίδιο Ford, τα αγοράσαμε μαζί την ίδια μέρα με τον Κώστα. Ε τότε, δεν κυκλοφορούσαν και πολλά μοντέλα. Μην κοιτάς σήμερα. Δεν το άλλαξα ποτέ. Μου έφτανε και μου περίσσευε, μετά ήρθαν και τα παιδιά, οι υποχρεώσεις, τα μετράγαμε δεκάρα δεκάρα να τα φέρουμε βόλτα. Να τα ντύσουμε, να τα ταΐσουμε, να τα σπουδάσουμε μετά, καταλαβαίνεις.

- Καταλαβαίνω κύριε Γιώργο, καταλαβαίνω.

- Τώρα πια που πήρα την σύνταξη είπα να το αλλάξω, αλλά δεν πάει η ψυχή μου να το πετάξω. Το βολεύομαι και το έχουμε συνηθίσει. Άσε που όταν το είπα στα παιδιά μου βάλανε τις φωνές. Δεν θέλουν με τίποτα να το αποχωριστούν. Έχει όμως γεράσει το έρμο και θέλει τα μαζέματα του. Όχι σαν του Κώστα, αλλά τα θέλει.

- Μην ανησυχείς κύριε Γιώργο, θα το φτιάξουμε και θα καμαρώνεις. Φέρτο αύριο να το ξεκινήσουμε και σε δεκαπέντε μέρες θα είναι έτοιμο. Μόνο μην μου ανησυχείς. Όλα θα γίνουν όπως πρέπει.

- Εντάξει Λιάκο, αύριο λοιπόν.

Ένα καλοβαλμένο ευγενικό γεροντάκι ήταν ο κύριος Γιώργος. Τίποτα απάνω του δεν θύμιζε “κόπο” και κούραση. Τα χέρια του καθαρά και περιποιημένα, αβασάνιστα ήταν. Όπως και τα ρούχα του, καθαρά και ταιριασμένα στην εντέλεια. Έβγαζε όμως μια απίστευτη ευγένεια το βλέμμα του και αυτό συγκινούσε τον Λιάκο περισσότερο από ό,τι το ευγενικό γεροντάκι έμελλε να είναι ο πρώτος πελάτης στο μαγαζί του.

Το αυτοκίνητο φτιάχτηκε, με την εμπειρία που είχε από την χαρχάλω του μπακάλη του φάνηκε παιχνιδάκι. Είχε κρατήσει και το “βιβλίο” ο κύριος Γιώργος, με σημειώσεις για όλες τις επισκευές έκανε, βοήθαγε και αυτό. Το μόνο που δυσκόλεψε λίγο την κατάσταση ήταν αυτό που ακόμη και στα πιο σύγχρονα αυτοκίνητα δεν βρίσκεις. Είχε από την μάνα του εγκατεστημένο ένα pic-up αυτοκινήτου Philips. Ναι pic-up αυτοκινήτου για δίσκους σαρανταπέντε στροφών. Ο μπακάλης το είχε ξηλώσει από νωρίς, μιας και η “σαρδέλα” ήθελε να ακούει τις μουσικές της από κασετόφωνο 8 truck, για να μην αλλάζει συνέχεια δίσκους. Ο κύριος Γιώργος όμως, πιστός στην παράδοση. Κουβαλούσε ακόμη το αρχείο με τους δίσκους και ας είχε χαλάσει το pic-up.

Του έκανε ευχάριστη παρέα το γερόντι όσο ο Λιάκος δούλευε. Τον καταλάβαινε. Συνταξιούχος, στο σπίτι δεν είχε τι να κάνει, είχε και την ανησυχία του τι θα γίνει με το αμάξι. Τον βοήθαγε με τα εργαλεία, συζητούσαν κιόλας. Μια χαρά τα πήγαν οι δυο τους δεκαπέντε μέρες. Ως και στο Μοναστηράκι κατέβηκαν μαζί να βρουν ανταλλακτικά για το pic- up και ένα μάστορα που έμαθε ο Λιάκος πως υπάρχει ακόμη και κάτι περισσότερο θα ήξερε να τους πει, για το σπάνιο εκείνο pic-up.

- Λιάκο με ξανάνιωσες παιδί μου. Βλέπω το αυτοκίνητο και συγκινούμαι. Το είχα ξεγράψει, για να πω του στραβού το δίκιο. Έλεγα πάει, όπως σκούριασα εγώ, σκούριασε κι αυτό και θα το πετάξω.

- Σώπα κύριε Γιώργο. Παλικαράκι είσαι. Αν δεν σε είχα εδώ μαζί μου όχι δεκαπέντε, μήνα και βάλε θα έκανα. Μήνα για να μην πω δύο.

- Να είσαι καλά παιδί μου. Να πάνε καλά οι δουλειές σου και μην φοβάσαι τίποτα. Είσαι “ο μάστορας” και όχι ένας ακόμη μάστορας. Αυτό θα σε βοηθήσει να πας μπροστά.

Ωχ, τι είπε τώρα. Αυτό δεν μου είχε πει κι ο καραβόσκυλος όταν του είπα θα πιάσω δουλειά; Αυτό δεν μου είχε πει;

Κοίταξε την φωτογραφία του μπάρμπα του που είχαν τοποθετήσει με την κυρία Γιούλα σε ένα τοίχο της χαμοκέλας, πίσω από το μικρό γραφείο και άφησε ένα ελεύθερο δάκρυ να κυλήσει από τα μάτια του.

Αχ ρε καραβόσκυλε, παντού μπροστά μου σε βρίσκω, αχ, είπε και άναψε ένα Sante σκέτο, της αναπόλησης και της ανάμνησης. Ανακουφιστικό!!!

 

 

του Βαγγέλη Τσερεμέγκλ​η

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

7 Σχόλια

  1. Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

    Οι συμβολισμοί συνήθως, έχουν πολλές αναγνώσεις, τόσες όσοι και οι αναγνώστες τους. Η Χαμοκέλα είναι ο συμβολισμός της συντροφικής δημιουργικότητας και η ομορφιά που ορίζει ενδεχομένως μια ολόκληρη ζωή.
    Όλοι εσείς οι αναγνώστες του Λιάκου, που τον τιμήσατε με τον χρόνο σας για ανάγνωση και σχολιασμό, μετά την Χαμοκέλα θα χρειαστεί να κάνετε λίγο υπομονή. Οι ιστορίες του και η ολοκλήρωσή τους θα παρουσιαστούν σε ένα ebook , εδώ στον δικό μας διαδικτυακό τόπο,ύστερα από πρόταση του κου Κώστα Θερμογιάννη που φυσικά αποδέχθηκα με χαρά.
    Προσωπικά συμμερίζομαι την αγωνία σας και δεν σκοπεύω να την παρατείνω πολύ.
    Σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς. Κανονικής καρδιάς, « όχι κουραφέξαλα» που θα έλεγε και ένας κοινός γνωστός μας.

    Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Σε ευχαριστώ Βαγγέλη γιατί η ιστορία του Λιάκου επιβεβαιώνει την πεποίθησή μου πως είναι ωραίο πράμα να δημιουργείς….να φτιάχνεις πράγματα!!Συγχαρητήρια και πάλι!!!

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Άννα εγώ πρέπει να σε ευχαριστήσω διπλά. Τα σχόλια σου με βοηθούν να αφεθώ στο χέρι του Λιάκου και να οδηγηθώ παρακάτω σε όλη αυτήν την ιστορία.

      Απάντηση
  3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

    “Ύστερα με τα καινούργια εγώ βγάζω σπυριά, δεν τα μπορώ. Εντάξει να βοηθήσουμε κανένα χριστιανό να φτιάξει το αμάξι του που το έκανε βίδες ο γιος του, αλλά δεν τα μπορώ εγώ αυτά. Εμένα δωσ’ μου χρέπια. Τέτοια θέλω να επισκευάζω. Τέτοια που θέλουνε μυαλό και δουλειά μαέστρικη, όχι κονσέρβες.”

    Πραγματικά οι εραστές μιας τέχνης επισκευής μηχανημάτων μέσα τους απεχθάνονται την σημερινή ευκολία με την οποία με ένα “κλάπ” και ένα ‘κλίπ” βγαίνει το χαλασμένο και μπαίνει το καινούργιο. Πολύ όμορφη η συνέχεια σου και επειδή είναι από κείνες τις αφηγήσεις που σε γυρίζουν νοσταλγικά πίσω στα παλιά την απολαμβάνω λες και κάθομαι κάτω από την σκιά ενός φιλόξενου δέντρου και ένας παλιός μάστορας καπνίζοντας το SANTE (θα βρεί κάπου φαντάζομαι) του μου διηγείται με μια όλο γρέζι φωνή και τον όμορφο εκείνο παλιό τρόπο.

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Χριστόφορε χαίρομαι ιδιαίτερα που σου προκαλούν τόσο διασκεδαστικά συναισθήματα οι εικόνες μου. Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια αλλά κυρίως για τον χρόνο που αφιερώνεις για να διαβάζεις και να σχολιάζεις κείμενά μου. Το έχω ξαναπεί δημόσια, ο χρόνος που ξεκλέβεις από τα εγγονάκια σου για τον θετό ανηψιό είναι χρυσάφι ανεκτίμητο.

      Απάντηση
  4. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “- Όχι ρε μάστορα, δεν με κατάλαβες. Αλλά δεν φταις κι εσύ, εγώ δεν σου είπα. Θα επισκευάζω μόνο τα σαπάκια και τις σακαράκες του παλιού καιρού. Δεν θέλω να μπλέξουμε τα μπούτια μας και να πεινάμε και οι δύο στο τέλος.”

    Γιατί ο Λιάκος, που τόσο αγαπήσαμε Βαγγέλη μου, είναι παλικάρι γνήσιο – και ξηγιέται σταράτα και ντόμπρα στ΄αφεντικό! Ο καθείς στο μετερίζι του, για όλους έχει ο μπαξές!
    Περιμένω ανυπόμονα το e book να τον (ξανα) απολαύσω τον Λιάκο σου! Νάσαι καλά!

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Εκ των προτέρων Βάσω θα σε ευχαριστήσω για την υπομονή που θα δείξεις περιμένοντας τον “Λιάκο” ολοκληρωμένο σε ebook. Θα σε ευχαριστήσω επίσης για την πάντα καλή σου διάθεση. Αντεύχομαι να είσαι πάντα καλά και να “δίνεις” ανάσες στους ανθρώπους γύρω σου.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!