Θάλασσα ουρανέ μου,

είν’ η ζωή … μια Θάλασσα.

Στη Μάχη Τζουγανάκη.

Θάλασσα αλάνθαστη!

Οδ. Ελύτης.

 

I

Θάλασσα ουρανέ μου,

έκπαγλη σάρκα τού απείρου.

Μ᾽ άπλωσες

γλυκιά μου,

τα θαλασσίγονα

κρινοειδή Σου

δάχτυλα, όπως

τ᾽ απλώνουν

οι ιερόμορφες

μ᾽αγωνία

κορασιές,

όταν τούς τα ζητούν

ικετευτικά,

οι μοιροαναλύστρες

τσιγγανοπούλες,

που στέκονται

αλαίμαργα

οι καημένες,

σ᾽ όλους τούς

δακρυπότες

τής οικουμένης

λιμιώνες.

 

ΙΙ

Τέντωσες,

Θάλασσά μου,

την αλιπόρφυρη

παλάμη Σου,

για να Σού ψηλαφήσω,

όπως ψηλαφούν

οι διαβάστρες

τσιγγανοπούλες,

τις ανάγλυφες

γραμμές

τής μουσκεμένης

μοίρας

των αιωνίων

ερώτων Σου.

Εραστή Μαΐστρο.

Ερωτύλε Σιρόκο.

Ερωτιάρη Λεβάντε.

Μη γελιέστε!

Η θάλασσα είναι Πηνελόπη

κι η Πηνελόπη θάλασσα.

Στης Πηνελόπης και

στης Θάλασσας

το ριζικό,

δεν ήτανε γραφτό

ν᾽ αναπαυτεί

ποτέ

η σκουριασμένη

άγκυρα

τής απιστίας και

του βιαστικού,

όπως χρόνια τώρα

με ψυχή αστραπής

σαν μυστικός

πράκτορας

στέλνεται

προς αγκυροβόλημα

στα στενόστομα

λιμάνια

της ελπίδας,

του χρόνου,

του καιρού,

του αισθήματος,

του έρωτα,

της ζωής μας …

 

Γόητες άνεμοι,

ακουμπήστε τη

ματαιότητα

των οραμάτων σας

στα πέλματα

των οριζόντων σας.

Όσο εκπλειστηριάζετε

τις Γολιαθικές

δυνάμεις σας,

ζητιανεύοντας

τον έρωτά Της,

τόσο η Θάλασσα

η συνετή σαν Πηνελόπη,

με την αφρογέννητη

θα υφαίνει

ηλακάτη Της,

των βελούδινων

κυμάτων

για να σας

ξεγελά

τα νήματα.

Το παρθενοβίωτο

να σας κερνά

βλέμμα τής

αινιγματικότητάς Της,

το άλικο

μακροβούτι στο

πελαγίσιο κορμί Της,

ούτε μια μέρα

μη χάσει,

τού εραστή Της

Ήλιου.

 

III

Ο Ήλιος !

Ο Ήλιος !

Ο Ήλιος !

Άχ !

Ο Ήλιος!

Κατάφερε,

με το χρυσόστικτο

βλέμμα του

γεώτρηση

στην ψυχή τη

θαλασσόπλαγκτη

τού Οδυσσέα,

και μεταβόλισε

τη χάρη της

σ᾽ακτίνες.

 

IV

Θάλασσα ουρανέ μου,

έκπαγλη σάρκα τού απείρου.

Με πήρες

υπερπανύμνητη

από το χέρι,

και βουλιάξαμε

παρεΐτσα

στα ροδομύριστα

μπλάβα

περβόλια Σου.

Φωτογραφήθηκα

υπερευλογημένη

στη γαστέρα τού

κυανού Σου,

όπως ο­ Ιωνάς,

την ακήρατη ησυχία

των νεκρωμένων

ναυαγίων Σου,

και κωπηλάτησα

αγέρωχα σαν

ανεμόδαρτος γλάρος

στον πυρπολημένο

στοχασμό

των δικών μου

ναυαγίων.

Συνέχεια πρώτος,

εγώ,

στο βάθρο

τής αναμέτρησης

τής καταμέτρησης

τους.

Ολυμπιονίκης

εγώ,

ναυαγίων !

Χρυσών

μεταλλίων

συλλέκτης,

που απονέμουν

στα άχλωρα τής

περιφρόνησης στάδια,

οι γραβατωμένοι τής

κενότητας

επίσημοι.

Μα εγώ

προς ντροπή τους,

ανέκαθεν στα

ναυάγια

βούλιαζα, για

να μετρώ

τα φτερά των

υπερωκεανίων μου,

εκείνα που

χωνεύουν ουρανούς

κι εκείνα που ο Δαίδαλος

ζηλοφθονεί …

 

V

Θάλασσα

καλή μου,

στεφανώθηκα

τη δοξασμένη

όσφρα

των εγκάθειρκτων

νεκρών Σου

κι επωμίστηκα

στους ουρανόγευστους

κήπους Σου,

τον Σταυρό

τού κοχλασμού

των τρικυμιών Σου.

Θάλασσα,

θησαυρέ μου,

αποζήτησα

σαν Παναγιά

την πνοή φλόγα

τού αναστημένου

κορμιού

τής νηνεμίας Σου,

και το ξάπλωσα

μαλακά μαλακά,

στα ονειροκτόνα κελιά

τής φουρτουνιασμένης

συνείδησής μου,

μακριά, πολύ μακριά

από τα θαλασσάγκαθα

τής μοιρολατρίας της,

για να μην πληγωθεί

το πουπουλένιο

σώμα Σου.

 

VI

Φιλήθηκα,

τα νησιά Σου … Θάλασσα.

Μυρίστηκα,

τα Χερουβείμ Σου … Θάλασσα.

Αγγίχτηκα,

τις τρίαινές Σου … Θάλασσα.

Τώρα,

σου θηλάζω

τον θαυμασμό μου.

Τώρα,

αφορίζω

τα κλασαυχενίσματα

και τα θαλασσοκοπήματα

τού Ξέρξη πάνω στην

άσπρη γενειάδα

τού λυγμικού

προσώπου Σου.

Τώρα,

Πεινώ !

Την άκτιστη

ενέργεια

τού Θεού μας.

 

VII

Θάλασσα ουρανέ μου,

έκπαγλη σάρκα τού απείρου.

Ναι!

Να !

Κοίτα!

Σε παίρνω

κι εγώ,

από τ’ αφράτο

χέρι Σου,

για να σε ξεναγήσω

στη δική μου

Θάλασσα !

Αυτήν,

τής ψυχής μου!

Η απεραντοσύνη Σου,

οι γιορτές Σου,

οι θλίψεις Σου,

η αιωνιότητά Σου,

Όλα!

Σωσίες Της !

Tίποτε

δε θα σου κρύψω

Θάλασσα.

Μήτε

και την επισκοπική

μίτρα

τής ντροπής μου

για τον χαμό

τού κόσμου!

 

VIII

Μού έπνευσες,

τα πάντα … Θάλασσα!

Στα πάντα,

με ενέπνευσες ... Θάλασσα!

Με ανέπνευσες,

για πάντα … Θάλασσα!

 

IX

Γύρισες και μού είπες :

 

“ Τρομοκρατείς

το πρόσωπό μου

στον καθρέφτη σου

Άνθρωπε.

Η ομοιότητά μας,

Μαμή τού σκιάχτρου

που φοβερίζει

τις φουρτούνες μου.

  

Εικόνα

και ομοίωσή μου!

Εμπρός!

  

Στρέψε

προς τα πέρα

Άνθρωπε

τη λαγαρή

ματιά σου

κι άκου

τις δακρυσμένες

ιαχές

των εξουθενωμένων

Μυρίων

που κραυγάζουν

από την άκρη

τού αντικρυνού λόφου :

 

Είν᾽ η ζωή μια … Θάλαττα,  Θάλαττα !

 

 

 To ποίημα, απέσπασε το Γ´ Βραβείο σε διαγωνισμό Ποίησης, τον οποίο διοργάνωσε το 2014 το λογοτεχνικό περιοδικό ΚΕΛΑΙΝΩ, με διαγωνιζόμενο θέμα : “ Είν η ζωή ... μια θάλασσα ”.

Καταφανές κι απ᾽την εισαγωγή τής δημοσίευσης πως το ποίημα αφιερούται στην ποιήτρια Μάχη Τζουγανάκη κι ομοιοτρόπως στην ιερότητα τής συναλληλίας της.

 

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!